#Μπορεί να φταίει αυτό το δροσερό αεράκι που φύσηξε μέσα στο Καλοκαίρι και φρέσκαρε λίγο το μυαλό κι η καρδιά αλάφρυνε. Και ανάσανε η σκέψη από την ζέστη την χαυνωτική και ταξίδεψε. Και στοχάστηκε πάνω στις ομορφιές αυτής της εποχής. Που όσοι κουράστηκαν με τη ζωή, αδυνατούν πια να τις δουν κι όλο πολεμάνε με τη ζέστη και με τον ιδρώτα.

 

#Αυτή η απόλαυση της δροσιστικής αύρας σε ξαφνιάζει, όταν σε συναντά μέσα στην πόλη. Μέσα στην νέκρωση και τον θάνατο της ζέστης φέρνει την κίνηση γύρω σου, στα φύλλα, στα άνθη της βουκαμβίλιας, στα ανακατεμένα μαλλιά, στις μακριές φούστες που χορεύουν και στα λινά πουκάμισα που πάλλονται, στα αρώματα που ταξιδεύουν μαζί της. Σε βρήκε σε μια βραδινή βόλτα και ξεδιπλώθηκε η ταινία της μνήμης και τότε υποδέχτηκες επιτέλους το Καλοκαίρι.

 

#Η θάλασσα λαμπυρίζει κι εσύ μισοκλείνεις τα μάτια, για να δεις το αντιφέγγισμά της. Χαϊδεύεις την άμμο. Νοιώθεις το νερό να σε υποδέχεται χαρούμενα στο πρώτο καλοκαιρινό μπάνιο και το δέρμα να ξεδιψά. Νερά καταπράσινα. Προ(σ)κλητικά καταπράσινα. Τα βράδια που βγαίνεις, μυρίζεις τα νοτισμένα από τον ιδρώτα της ημέρας χόρτα, τις δροσερές ώρες. Όταν γυρνάς από την διασκέδαση, δέχεσαι σα χάδι τον πρωινό ήλιο. Φόρεσες μαγιό. Το μαγιό μυρίζει αντιηλιακό και Καλοκαίρι -είναι τόσο όμορφο να ψάχνεις τα παλιά μαγιό στον κουβά ενός παραθεριστικού σπιτιού, κλειστού όλο τον χρόνο μ'αρώματα μνήμης τόσων Καλοκαιριών, να θυμάσαι τα σημάδια που σου έκαναν-καλοκαιρινό παράσημο που έδειχνες με καμάρι!

Σκαρφαλώνεις έπειτα σε βουνά και αισθάνεσαι τον ήλιο να πυρώνει το δέρμα σου. Κι οι μυρωδιές της φύσης τρέχουν και ορμούν μέσα σου. Δροσιά και καθαρός αέρας στα βουνά.

Ηχηρή ησυχία που κάνει το αυτί σου να αναζητά τους ήχους των πιο χαμηλών συχνοτήτων.

Και καταφέρνεις να ακούς τη ζωή γύρω σου.

 

Μετά εντοπίζεις την μυρωδιά του πεύκου και του ρετσινιού, που ξεσπούν σε ένα ερωτικό χορό με την θάλασσα και την αλμύρα της, στα βόρεια. Και ξέρεις πως σ'όποια παραλία δεν υπάρχει αυτή η μυρωδιά, κάτι σημαντικό λείπει, σαν καλοκαιρινή νύχτα χωρίς άρωμα από το φιδάκι.

 

#Κι ύστερα πάλι στο καράβι επάνω, βλέπεις νερά βαθιά μπλε που σε μαγνητίζουν και ξυπνούν φόβους κι επιθυμία αναμέτρησης. Φεύγοντας από ένα μεγάλο λιμάνι, είδες τη χώρα που ζεις αλλιώς, εσύ που δεν είσαι από παραθαλάσσια πόλη και ονειρεύτηκες να αλλάξεις τη ζωή σου, για να δεις ακόμα πιο πολλά μέρη, να μάθεις ακόμα πιο πολλά  πράγματα, να γνωρίσεις νέους ανθρώπους κι η αλμύρα που έσταζε, σου 'δινε τη γεύση των διακοπών, αυτή που θα ξεπλύνεις μετά με καρπούζι ή πεπόνι, πάντα κομμένο φέτα, για έχεις να παίζεις με σταγόνες που τρέχουν και σε βγάζουν από την νωθρότητα. Κάπου εκεί ήρθε και σε βρήκε η μυρωδιά ενός σπιτιού πεθαμένου από καιρό, που ζωντανεύει επειδή πάνω σε ένα παλιό κρεβάτι, δυο άνθρωποι παλεύουν για τη ζωή διώχνοντας στιγμιαία τον θάνατο, κολλώντας ο ένας στον άλλον, με κλειστό το κλιμαστικό, πώς αλλιώς θα ενωθούν οι ιδρώτες και τα δάκρυα που τρέχουν καθαρίζοντας τις ψυχές απ' την απόγνωση.

 

#Αναπνέεις το φρέσκο αεράκι αχόρταγα κι έρχεται άρωμα από Κωνσταντινουπολίτικες ακακίες και χαμογέλασες, επειδή θυμήθηκες μια αιώρα που είχαν δέσει για 'σένα χέρια που σ'αγαπούσαν πολύ σε δύο τέτοια δέντρα ένα Καλοκαίρι μακρινό. Μετά εντοπίζεις την μυρωδιά του πεύκου και του ρετσινιού, που ξεσπούν σε ένα ερωτικό χορό με την θάλασσα και την αλμύρα της, στα βόρεια. Και μυρίζεις και θυμάσαι και ξέρεις πως σ'όποια παραλία δεν υπάρχει αυτή η μυρωδιά, κάτι σημαντικό λείπει, σαν καλοκαιρινή νύχτα χωρίς άρωμα από το φιδάκι. Όπως συμβαίνει και με την άμμο, που έμαθες να σε αγκαλιάζει και να σε χαλαρώνει κι όχι να σε ενεργοποιεί σαν τα βότσαλα, που σου επιβάλλουν επιδεικτικά την παρουσία τους. Κι ακόμη η εικόνα μια ψάθινης τσάντας, σε γεμίζει με τη μυρωδιά της ψάθας, νοτισμένης από αλμύρα. Κι έρχονται εικόνες από μαζεμένα σε παραλληλεπίπεδα, στάχυα. Τα σταφύλια, τα πολλλά πανηγύρια. Τα φαγητά που έχουν αλλιώτικη γεύση στις διακοπές κι είναι σαν να τα δοκιμάζεις για πρώτη φορά. Πιπεριές τηγανητές, μελιτζάνες, που σπάνε τη μύτη μετά το μπάνιο. Χορταίνεις και μόνο μυρίζοντας. Και βέβαια ξεχύθηκαν από την μνήμη γεύσεις φαγητών που έμαθες στις διακοπές, ανακάλυπτοντας την χώρα σου.

 

 

 

#Και γλυκά σαν ένα καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα ήρθαν τα όνειρα. Για φυγή από την άχαρη πόλη ή το βαρετό χωριό σου -δεν έχει σημασία αν είναι- σημασία έχει που εσύ το βλέπεις έτσι. Και θα την κάνεις φέτος για ένα νησί επιτέλους! Γιατί κάθε φορά που πηγαίνεις διακοπές ζωντανεύεις, όταν γνωρίσεις ανθρώπους, που τόλμησαν να κάνουν ένα όνειρο -την μετεγκατάσταση- πραγματικότητα, βγαίνοντας από το κοστούμι που τους έραβε η μοδίστρα κυρά-κανονικότητα. Είναι που βλέπεις πως χωράς με χαρά σε μια σκηνή μ' άλλους δύο τουλάχιστον, προκειμένου να πας διακοπές, κι είναι υπέροχα, αν και στο σπίτι σου, δε χωράς σε 70 τετραγωνικά, μόνος. Αλλαγή οπτικής..

  

#Παρά τη ζέστη, η ζωή σε οδηγεί έξω το Καλοκαίρι, εκεί συμβαίνει. Σε οδηγεί στην ανακάλυψη. Οι αισθήσεις βγαίνουν από την υπολειτουργία τους, προσφέροντάς σου την απόλαυση της χρήσης τους. Η όραση ασκείται τις νύχτες που πέφτουν τα αστέρια. Η ακοή, νανουρίζεται από τα τζιτζίκια, χαλαρώνει με τον φλοίσβο, διασκεδάζει με τον γδούπο των ώριμων φρούτων στο χώμα, καραδοκεί για την πρώτη φορά που θα ακουστεί τον Καλοκαίρι του Σαββόπουλου και ίσως της Γιοβάννας στο ραδιόφωνο. Η όσφρηση μεθάει με συκιά και  πικροδάφνη, που από τη ζέστη ιδρώνουν και γεμίζουν τον αέρα. Ακόμα κι η αφή. Πώς απολαμβάνεις τα μεσημεριανά  υπαίθρια ντους! Με το νερό να φυσιέται και να στεγνώνει από τον αέρα πάνω σου. Αναπολείς τις εποχές που ήθελες να γυρνάς από την παραλία ξυπόλητο μικράκι, ελεύθερο, να νοιώθεις να καίγονται τα πόδια σου στην άσφαλτο και να τα βγάζεις πέρα.

 

#Όλα πια θέλεις να τα δοκιμάσεις!

Το αεράκι φυσά και το μυαλό μαζί με την καρδιά διαστέλλεται, να χωρέσει πολλά.

Η βόλτα κρατά τρεις μήνες για μια ζωή και πάλι δεν είναι αρκετό για να χορτάσεις.