Προχωρούσα στο αχανές υπαίθριο λούνα παρκ ψάχνοντας το πειρατικό πλοίο. Σε μια άκρη είδα μια παλιά άσπρη μικρή σκηνή με μπλε λεπτομέρειες και πολλά λαμπάκια φθορισμού τριγύρω της. Αποφάσισα να τσεκάρω τι γίνεται στη σκηνή, μπορούσα να ακούσω μουσική στο εσωτερικό της. Όπως προχωρούσα προς αυτή, είδα ένα πλήθος ανθρώπων να σχηματίζουν μια ουρά προς την σκηνή, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήθελαν να περιμένουν στην ουρά. Τράβηξα την κουρτινένια είσοδο και μπήκα στην σκηνή, υπήρχε μια κρυστάλλινη σφαίρα και πίσω της μια κοπέλα με ένα κόκκινο καπέλο. Μου χαμογέλασε και με ρώτησε εάν θέλω να μου διαβάσει την μοίρα. Συμφώνησα και έκατσα κάτω σε μια μικρή καρέκλα. Παρέμεινα για λίγο σκεπτικός και εν τέλη την ρώτησα εάν θα προτιμούσε να πάμε στο καρουζέλ αντί να μου πει την μοίρα. Καθώς προχωρούσαμε προς το καρουζέλ μου συστήθηκε ως Ζωή. Περπατούσαμε, μιλώντας για οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους.

 

Η διαδρομή μου φάνηκε μεγάλη. Μόλις φτάσαμε η Ζωή μόλις είχε τελειώσει έναν μονόλογο με θέμα τον ξέφρενο ρυθμό της μουσικής. Της είπα να ανέβει στον μαύρο ελέφαντα. Εγώ διάλεξα το άσπρο άλογο. Πλήρωσα τον υπάλληλο και του είπα να μας αφήσει όση περισσότερη ώρα γίνεται. Το καρουζέλ πήγαινε αργά, ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε να κάτσει ώρες δίχως να παρατηρήσει αλλαγή στην φορά του. Εγώ και η Ζωή, όμως, απολαμβάναμε αυτή την αργή βόλτα. Τα πολύχρωμα λαμπάκια μας περιτριγύριζαν, λούζοντας μας με περίεργα χρώματα που δεν είχα ξαναδεί. Ο μαύρος ελέφαντας και το άσπρο άλογο χόρευαν στον ίδιο ρυθμό, με την ίδια φάση, χωρίς να παρεκκλίνουν ούτε δευτερόλεπτο.

 

Κάποιες φορές γυρνούσα τα μάτια μου προς την Ζωή και κάθε φορά με εξέπληττε το θέαμα της. Άλλες φορές έμοιαζε χαρούμενη, άλλες έκλαιγε, μερικές ήταν γεμάτη ενέργεια ενώ σε άλλες έδειχνε ταλαιπωρημένη από το αργό ταγκό του καρουζελ.

 

 

Κοίταξα τον ουρανό, ένα συνονθύλευμα ήλιου, βροχής, κεραυνών και σύννεφων, ένα καιρικό κουβάρι βρισκόταν μπροστά στα μάτια μου. Την ρώτησα εάν έχει ξαναδεί κάτι τέτοιο, μου απάντησε ότι δεν χρειάζεται να μαρτυρήσουμε τα πάντα. Γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε ότι είναι κυκλοθυμική, ξεσπώντας σε κλάματα. Νιώθοντας μια ακαταμάχητη θλίψη κοιτούσα ευθεία, στο γκρίζο λιοντάρι του καρουζελ. Η Ζωή τώρα άρχισε να γελάει, να γελάει με όλη της την ψυχή, καθώς κάναμε την πρώτη μας γύρα στο καρουζελ.

 

Ξαφνικά άρχισε να έρχεται κόσμος και να ανεβαίνει στο καρουζελ. Αισθανόμουν λιγάκι εκνευρισμένος, μιας και ήθελα να μείνω μόνος μου με την Ζωή, αλλά εν τέλη το αποδέχτηκα. Τα υπόλοιπα ζώα του καρουζελ γυρνούσαν με διαφορετικούς ρυθμούς από τον μαύρο ελέφαντα και το άσπρο άλογο. Το γκρίζο λιοντάρι πήγαινε πολύ γρήγορα, ενώ ο πολύχρωμος παπαγάλος όπου καθόταν ένα αγόρι πήγαινε αργά. Όλοι όμως είχαν τον ίδιο στροβιλισμό, τον αρχικό που είχαμε δώσει εγώ με την Ζωή. Άρχισα να μιλάω με τα άλλα άτομα του καρουζελ, υπήρχαν μικρά κοριτσάκια, γονείς, γέροι, έφηβοι που φώναζαν, τα πάντα. Κάποιες φορές γυρνούσα τα μάτια μου προς την Ζωή και κάθε φορά με εξέπληττε το θέαμα της. Άλλες φορές έμοιαζε χαρούμενη, άλλες έκλαιγε, μερικές ήταν γεμάτη ενέργεια ενώ σε άλλες έδειχνε ταλαιπωρημένη από το αργό ταγκό του καρουζελ.

 

Ο κόσμος πολλές φορές βαριόταν και έφευγε, αλλά πάντοτε έρχονταν καινούργια άτομα. Οι περιστροφές συνέχιζαν να είναι αργές, όμως τις απολάμβανα και ας έβλεπα το ίδιο σκηνικό γύρω μου. Όταν δεν υπήρχε κόσμος τριγύρω, η Ζωή μου μιλούσε για σπίτια με καραμελένιες οροφές ή άλλες φορές για ξωτικά που ζούσαν για πάντα στις μνήμες των ανθρώπων. Μετά από αναρίθμητες στροφές, έμεινα οριστικά μόνος με την Ζωή. Τότε άρχισα να της διηγούμαι τα επιτεύγματα μου, πώς είχα σώσει μια φορά μέσα από μια πυρκαγιά ένα αγοράκι ή την άλλη φορά που κατάφερα να πείσω έναν εστιάτορα ότι είμαι από την Ιαπωνία. Η φωνή μου είχε αρχίσει να βαραίνει και τα βλέφαρα μου τρεμόπαιζαν αλλά εγώ συνέχισα να μιλάω ακατάπαυστα.

 

Κάποια στιγμή το καρουζελ τραντάχτηκε, τα πολύχρωμα φωτάκια έσβησαν και όλα τα ζωάκια σταμάτησαν να κινούνται. Ο μαύρος ελέφαντας και το άσπρο άλογο παρέμειναν ασάλευτα στο σκοτάδι. Ο υπάλληλος μου είπε πως η βόλτα είχε τελειώσει και πως την είχε κάνει έξτρα μεγάλη. Τον ευχαρίστησα, έπιασα την Ζωή από το χέρι και γυρίσαμε προς την άσπρη σκηνή με τις μπλε λεπτομέρειες και τα λαμπάκια φθορισμού. Την καληνύχτισα και την άφησα μέσα στην σκηνή. Μπορεί να μην μου είχε πει την μοίρα μου αλλά και έτσι περάσαμε ξεχωριστά. Ίσως αύριο γυρίσω για την ίδια βόλτα, άλλωστε παρ' όλη την μονοτονία της είχε μια χάρη που όμοια της δεν είχα ξαναζήσει, και ίσως να μην ξαναζούσα, ποιος ξέρει...

 

(Eμπνευσμένο από το τραγούδι των Slint "Breadcrump Trail")