Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική τηλεόραση μας έχει συνηθίσει σε τραγελαφικά θεάματα, σε ανόητες εκπομπές και σε παρουσιαστές χωρίς λόγο ύπαρξης. Πρώτη φορά όμως συνέπεσαν κατά μία φοβερή συγκυρία και τα τρία μαζί.

Μπογδάνος- Σφακιανάκης: ισοπαλία. Ο ένας συναγωνιζόταν επάξια τον άλλον στην παρατεταμένη ανοησία, τις επουσιώδεις εξυπνάδες, τις ελλιπείς ερωτήσεις και τις ανεπαρκείς απαντήσεις. Ο τραγουδιστής δεν έχασε την ευκαιρία να απαγγέλλει συχνά πυκνά στίχους τραγουδιών του που κατά τη γνώμη του ήταν συμβολικοί και φανέρωναν τη συνέπεια του με τα τωρινά του λεγόμενα. Δεν παρέλειψε βέβαια, να επισημάνει κάμποσες φορές ότι παραμένει "ανένταχτος" και "αντικαθεστωτικός". Σημείωσε όμως πως ο ίδιος είναι "βολεμένος" και απλώς ανησυχεί για όλους εμάς που θα συνειδητοποιήσουμε μία μέρα την ανελευθερία μας και κρούει έτσι τον κώδωνα του κινδύνου.

 

Γιατί, λέει, στη δικτατορία “όπως την ονομάζετε όλοι ένιωθαν ασφάλεια και κοιμούνταν με το κλειδί πάνω στην πόρτα, ενώ τώρα δεν το τολμά κανείς.”

Γνωρίζοντας, καθώς φαίνεται, τους νόμους της φιλοξενίας ο κύριος Μπογδάνος δεν διέκοψε τον καλεσμένο του για να σημειώσει τις φυλακίσεις, τους βασανισμούς και τις εκτελέσεις κατά τη χούντα. Αντίθετα ούτε λίγο ούτε πολύ συμφώνησε μαζί του σε σενάρια συνωμοσίας και τον άφησε να αναπτύξει την άποψή του ότι η χούντα του Παπαδόπουλου είχε "αίσιο τέλος" και ότι ο δικτάτορας ήταν απόλυτα δημοκράτης και ηθικός. Τον άφησε ακόμη να αναπτύξει τη θεωρία του ότι η Χρυσή Αυγή δεν είναι ναζιστικό κόμμα κι ότι απλώς, όπως και πολλοί κατά καιρούς, παραδέχεται τις στρατηγικές ικανότητες του Χίτλερ, ο οποίος λέγεται ότι έκανε εγκλήματα. Για τον ίδιο λόγο μάλλον, φοβούμενος μήπως τον προσβάλλει, άκουγε ευλαβικά την απαγγελία στίχων κάθε φορά που ο αηδώς κατέφευγε στο τέχνασμα για να αποφύγει τις ερωτήσεις και έκανε παραγγελιές τραγουδιών για ευχάριστη μουσική υπόκρουση.

Κατά τα άλλα ο παρουσιαστής αποδείχθηκε πολυσχιδής χαρακτήρας. Εκτέλεσε χρέη ψυχαναλυτή, ρωτώντας τον συνομιλητή του για τα αισθήματά του μετά τα σχόλια έτερων διασήμων για τις δηλώσεις του. Προσπάθησε να ξετρυπώσει κάποιο πικάντικο κουτσομπολιό για πιθανή κόντρα με τη Βανδή μετά την παύση της συνεργασίας τους. Έκανε χιούμορ για να ελαφρύνει το ήδη αντιαισθητικά ελαφρύ για τα μέτρα του θέματος κλίμα. Εξέθεσε την δήθεν πίσω από την κάμερα κόντρα τους, για να προκαλέσει λίγα ακόμη σχόλια στις μεσημεριανές εκπομπές της επόμενης μέρας. Φούσκωσε από υπερηφάνεια γιατί τέτοια εκπομπή δεν τολμά κανείς άλλος να παρουσιάσει στην τηλεόραση και εν ολίγοις με φτηνά τρικ αποπειράθηκε να κυνηγήσει λίγη παραπάνω τηλεθέαση.

 

Ωστόσο, ούτε για 30 λεπτά της ώρας δεν επικεντρώθηκε στην ουσία και δεν έπαψε να παίζει το παιχνίδι του συνεντευξιαζόμενου, που τον κουνούσε σαν μαριονέτα στους δικούς του ρυθμούς.

 

Τελικά, ο κύριος Μπογδάνος τι επεδίωκε· να αποδείξει ότι μπορεί με την φιλοσοφημένη εκπομπή του να στριμώξει έναν μικρόνου φασίστα και να εμφανίσει τις αντιφάσεις της ιδεολογίας του; Ή να αποκαλύψει το διανοουμενίστικο ύφος του και τη διεστραμμένη διάθεσή του να αναστατώσει μεταμεσονύχτια το τηλεοπτικό κοινό με μία δήθεν πολλά υποσχόμενη συνέντευξη; Διότι, εάν σκοπός του ήταν να αντιληφθούμε πόσο μεγάλη ιδέα έχει για τον εαυτό του, τότε το καταλάβαμε στο έπακρον. Και εάν πρόθεσή του ήταν να αφήσει το συνομιλητή του να μονολογεί - και να παραληρεί - για μία ώρα, τότε ήταν απολύτως περιττή η έστω διακοσμητική παρουσία του.

 

Σε γενικές γραμμές, η συνέντευξη αυτή είχε όντως μεγάλο ενδιαφέρον. Ήταν γαργαλιστικό το πώς μπορεί κανείς να φθάνει στα όρια του μέσα από τη συνεχή παραδοξολογία. Ο Ιονέσκο ωχριά μπροστά σε αυτό το θέατρο του παραλόγου. Κι έτσι, άλλη μία μεγαλειώδης στιγμή γελοιότητας μόλις καταγράφηκε στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.