Μια βόλτα στην πόλη κάνεις και βλέπεις εκατοντάδες παράθυρα. Μικρά, μεγάλα, ξύλινα, αλουμινένια, άσπρα, καφέ, κόκκινα... Κοιτώντας τα αναρωτιέσαι τι να κρύβεται πίσω τους. Ένας άντρας που βλέπει τηλεόραση και καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο της ημέρας, ένα τσούρμο παιδιά που παίζουν και φωνάζουν, μια οικογένεια που τρώει στη μεγάλη ξύλινη τραπεζαρία, ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα ύστερα από ώρες συζητήσεων, ένας εικοσάρης που κάνει όνειρα, μια κοπέλα που κοιτάει τον καθρέφτη...

 

Κι εσύ εκεί, τα βλέπεις όλα αλλά και κανένα ταυτόχρονα. Η προσπάθειά σου σταματάει όταν υψωθεί ένα ξύλινο παντζούρι, μία δαντελωτή κουρτίνα, μια ντουζίνα γλάστρες που πνίγουν το μπαλκόνι. Κοιτάς μα δεν βλέπεις. Καταλαβαίνεις μα δεν νιώθεις. Κι αν δεις την παραμικρή κίνηση, το παραμικρό τρέμουλο της κουρτίνας σηκώνεσαι στις μύτες των ποδιών σου, τεντώνεις το λαιμό και πασχίζεις να πιάσεις ένα καρέ από τη σκηνή που διαδραματίζεται το εσωτερικό του σπιτιού. Αλλά μάταια... Μια γυναίκα. Να είναι νέα, γριά, μεσήλικη; Η μητέρα, η γκόμενα ή η καθαρίστρια;

 

Ποιος ξέρει... Θα γυρίσει στον άντρα της και θα του δώσει ένα γλυκό φιλί ή θα τα βροντήξει όλα κι εκεί που δεν το περιμένεις θα κάνει ένα σάλτο και θα τη δεις να προσγειώνεται με το πρόσωπο στο δρόμο; Κοιτώντας το θάνατο. Δεν ξέρεις όμως. Δεν ξέρεις τι θα γίνει, πώς θα γίνει, αν θα γίνει. Αλλά το μυαλό σου τρέχει, φτιάχνει σενάρια σε χρόνο ντε τε, σου μιλάει, σου φωνάζει μπας και επαληθευτεί. Δυστυχώς σχεδόν πάντα ο νικητής είσαι εσύ και όχι το μυαλό. Δεν βλέπεις τίποτα, δεν γνωρίζεις τη συνέχεια και μένεις με την απορία.

 

Αχ πόσο θα ήθελες να περπατάς σε ένα διάδρομο που ανεβαίνει σε κάθε μπαλκόνι, που περνά μέσα από όποιο διαμέρισμα, όποιο γραφείο θες. Τότε μάλιστα! Θα μπορούσες να δεις τα πάντα. Να τα ζήσεις, να τα νιώσεις... Εκεί που περπατάς αμέριμνος στο πεζοδρόμιο ξάφνου ανεβαίνεις αυτή την αδιάκριτη σκάλα και τσουπ είσαι μέσα στη σοφίτα αυτής της νεαρής φοιτήτριας που στέκεται και ζωγραφίζει γυμνή κοιτώντας τη θέα του παραθύρου του. Εσύ περνάς από το διαμέρισμα της στο διπλανό μπαλκόνι. Αυτή ατάραχη σαν να μη συμβαίνει τίποτα βουτάει το πινέλο της στο βαθυκόκκινο χρώμα και γεμίζει τον καμβά έρωτα. Εσύ φεύγεις.


Ένα φωτάκι πίσω από μια κουρτίνα σαλεύει. Κοιτάς σιγά σιγά και πριν καν το πάρεις είδηση είσαι μέσα. Κάθεσαι στην άκρη του δωματίου και παρατηρείς το γερασμένο άντρα που ακούει μουσική από το πικάπ κι έχει αναμμένη μονάχα μια λάμπα πετρελαίου. Εσύ φεύγεις.


Κατεβαίνεις γρήγορα ξανά στο δρόμο και περπατάς. Γυρίζεις σπίτι. Κλείνεις την πόρτα και ανοίγεις την τηλεόραση. Βλέπεις τις ειδήσεις μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Και ξαφνικά ξυπνάς. Ένας άντρας μπήκε από το παράθυρο και σε κοιτά. Δεν κάνει τίποτα ούτε είναι επικίνδυνος. Σε κοιτά. Τον βλέπεις να αναπνέει μα δεν ακούς την ανάσα του. Και μετά φεύγει. Κι εσύ κοιμάσαι.