Γεννήθηκες στη δεκαετία του 50.  Έμαθες να ζεις φτωχά.  Έμαθες να ζεις με την ανάμνηση της Μικρασιατικής καταστροφής, των παγκοσμίων πολέμων, του εμφυλίου πολέμου.  Όχι των δικών σου αναμνήσεων αλλά αυτών των γονιών σου, των παππούδων σου, αν ήσουν πολύ τυχερός των προπαππούδων σου. Έμαθες να ζεις με τα λίγα.  Και μάλλον θα θυμάσαι να λες ότι ήταν ωραία.  Λίγες επιλογές, πολλές απολαύσεις.  Σου έλεγαν να μάθεις γράμματα.  Και το έκανες.  Όχι ίσως γιατί το ήθελες αλλά γιατί η ασφάλεια σου είπαν είναι εκεί.  Ίσως να μην θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια των πολιτικών αναταράξεων της δεκαετίας του 60 αλλά σίγουρα θυμάσαι λόγια, στιγμές, γεύσεις, οσμές.  Μετά ήρθε η δικτατορία.  Εκεί θυμάσαι πολλά.  Καταπιέστηκες, ένιωσες φυλακή ακόμα και αν δεν μπήκες ποτέ.  Επαναστάτησες.  Μπορεί να ανήκες σε κάποια αντιστασιακή οργάνωση.  Μπορεί να έκρυβες αντιστασιακούς.  Μπορεί απλά να μην μαρτυρούσες.  Αλλά επαναστάτησες και έβαλες ένα λιθαράκι για να πέσει η δικτατορία.

 

Μετά είδες τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.  Χαμογέλασες, φώναξες δυνατά «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», πίστεψες, έκλαψες.  Τα πράγματα έφτιαξαν.  Κάτι άρχισε να κινείται.  Είδες την Ελλάδα να μπαίνει στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.  Και όμως ψήφισες τον Ανδρέα Παπανδρέου που έλεγε ότι θα μας βγάλει έξω από αυτή.  Τελικά δεν μας έβγαλε.  Τα πράγματα έγιναν ακόμα καλύτερα.  Το κράτος έβγαλε άσους από το μανίκι και πλήρωνε από εκεί που δεν είχε.  Ίσως το καταλάβαινες, ίσως όχι.  Είναι δύσκολο να είσαι ξεμέθυστος αν έχεις μεθύσει πολύ.  Ακόμα και αν δεν έπινες όμως, τι να κάνει ένας ξεμέθυστος σε μία μεθυσμένη χώρα?  Έχεις δίκιο.  Είπες δεν βαριέσαι, δεν θα αλλάξω εγώ την Ελλάδα.  Είπες, όμως, μπορώ να δώσω αξίες στα παιδιά μου.  Και το έκανες.  Όταν, όμως, ήρθε η στιγμή να ΜΗΝ κάνεις κάτι για αυτά, αλλά να αφήσεις αυτά να κάνουν κάτι μόνα τους, φοβήθηκες και εκνευρίστηκες.  Είπες «γιατί εγώ να μείνω στην απέξω;».  Θα πατήσω πάνω στα παιδιά του γείτονά μου για να είναι καλά τα δικά μου τα παιδιά.  Έτσι του βρήκες δουλειά, του βρήκες μέσο, του έμαθες πως είναι η ζωή μακριά από τα βιβλία, μακριά από το σχολείο, μακριά από τη θεωρία, μακριά από τις αξίες που τους έδωσες.  Τους έδειξες την πράξη.

 

Εν τω μεταξύ είχε περάσει και ο Μητσοτάκης.  Πέρασε και μάλλον δεν ακούμπησε.  Ίσως δεν ήθελε, ίσως δεν τον αφήσανε.  Φταίει ο Αντώνης? Δεν ξέρω.  Μετά ξαναήρθε ο Ανδρέας για να σου δώσει και άλλα χρήματα.  Δεν πρόλαβε όμως.  Ευτυχώς.  Ήρθε ο Σημίτης, αντί του Άκη.  Ο λογιστής, ο τεχνοκράτης, ο «γερμανοποιημένος» Έλληνας.  Φάνηκε να κάνει καλή δουλειά.  Μας έβαλε και στο ευρώ.  Στο γκρουπ των ισχυρών.  Και χάρηκες.  Για μία μέρα.  Γιατί η επόμενη μέρα ήταν γεμάτη ακρίβεια.  Γιατί όλα καλά, αλλά με ένα νόμισμα δεν αλλάζει και η κουλτούρα, δεν αλλάζει και η σαπίλα που υπήρχε και υπάρχει.  Και αυτός παρέδωσε τα κλειδιά στον Κώστα Καραμανλή, και όχι στο Γιώργο όπως λένε.  Τον οποίο εξέλεξες για το επώνυμο, όχι για τον άνθρωπο.  Και αν πεις ότι αυτό δεν ισχύει, λες ψέμματα στον εαυτό σου.  Το καλοκαίρι, όμως του 2004, αυτός ήταν εκεί και όλα ήταν τέλεια.  Ολυμπιακοί αγώνες, εθνική ελλάδος ποδοσφαίρου.  «Οι Έλληνες είναι εκεί που τους αξίζει» είπες.  Όχι, για την ακρίβεια το φώναξες!  Και καλά έκανες!  Έτσι ήτανε.  Λίγοι ξέρανε, όμως, με ποιο κόστος.  Κανένας δεν πίστευε, όμως, ότι αυτό θα φανερωνόταν.

 

Ο Καραμανλής είπε και το Όχι στον Μπους για τα Σκόπια.  Πάλι ύψωσες ανάστημα.  Μετά άρχισε τις συναντήσεις και με τον ανθρωπιστή και αντιεξουσιαστή Πούτιν.  Τυχαίο?  Δεν νομίζω.  Κάπου εκεί, και ενώ αυτός σίγουρα ήξερε, αποφάσισε να παραδώσει τα κλειδιά.  Για ποιό λόγο?  Από ειλικρίνεια, από φόβο, η απλά γιατί βαρέθηκε.  Δεν θα το μάθουμε ποτέ.  Και έτσι ήρθε ο Γιώργος.  Εδώ δεν έχω να πω τίποτα.  Ότι και να πω είναι λίγο.  Ίσως, απλά, ότι παρέδωσε και αυτός τα κλειδιά στην Ευρώπη.  Εκεί έκλαψες, φώναξες, στεναχωρήθηκες, ένιωσες προδωμένος.  Ίσως τότε να κατάλαβες το αδιέξοδο που βρισκόσουν τόσο καιρό αλλά δεν το ήξερες.  Άσχημο συναίσθημα η προδωσία.  Και ένιωσες ανήμπορος όσο εξαγριωμένος και να ήσουν.  Τι να κάνεις?  Να πάρεις τα όπλα?  Τι να αλλάξεις και πως?  Είναι αργά.  Και τώρα μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει και δεν μπορείς να βλέπεις κανένα πολιτικό.  Τους σιχαίνεσαι.  Κι έτσι βλέπεις το παιδί σου σε τρεις ρόλους: ή του μετανάστη ή του άνεργου ή του ζητιάνου.

 

Εγώ ανήκω στη γενιά του 80.  Δεν κατηγορώ για όλα τα κακά του κόσμου τη γενιά του 50.  Απλώς δεν θέλω να επαναλάβω τα λάθη της.  Και δεν θα το κάνω.  Αν όλοι αυτοί που ανήκουμε στη γενιά του 80 το κάνουμε (και πέρα), τότε η Ελλάδα που θα παραδώσουμε στα δικά μας παιδιά αύριο θα είναι καλύτερη.