Μια μη γραμμική σχέση. Αποσπάσματα  μνήμης σαν κομμάτια γυαλιού σκορπισμένα εδώ και εκεί, τα οποία  δεν σκουπίστηκαν επιμελώς. Αστραφτερές στιγμές μνήμης που πατάς  με τα γυμνά σου πόδια, όταν ξεχάσεις να προσέχεις και τότε γεμίζει ο τόπος αίματα.

'Άλλοτε γυαλιά αλλά κυρίως διαμάντια.

Η μπαλαρίνα και ο κλόουν. Ο χωρισμός μέσω ίντερνετ.

 

Μπαλαρίνα  is typing: Κλόουν,  αυτό που θα «ακούσεις» θα μας πονέσει και θα μας στενοχωρήσει το ίδιο. Δεν το θέλω, με ξέρεις καλύτερα και από εμένα την ίδια. Είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μην μιλάμε τόσο συχνά.

Πρέπει να προχωρήσουμε.

Η αγάπη δεν αλλάζει.

Διαβάστηκε στις 10:39

 

Clown is typing:...

Μπαλαρίνα is typing: Πες ρε, μην μου το κάνεις αυτό.

Διαβάστηκε στις 10:40

 

Μπαλαρίνα is typing: Μην το κάνεις πιο δύσκολο. Πιστεύω πως είναι καλύτερο να συνεχίσουμε χώρια. Πρέπει να αφήσουμε χώρο σε νέους ανθρώπους να μπουν στην καρδιά μας. Όσο υπάρχει ο ένας για τον άλλον αυτό δεν μπορεί να γίνει, η αγάπη που έχουμε είναι εφιαλτική για τους ανθρώπους που ήρθαν να μας «συντροφεύσουν». Είναι αναγκασμένοι να σκιαμαχούν με τα φαντάσματα της σχέσης μας.

ΟΧΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

Αυτή θα είναι πάντα αναλλοίωτη και ανόθευτη. Για την ερωτική μας σχέση εγώ ρίχνω αυλαία.

Διαβάστηκε 10:43

 

Clown is typing: 

Διαβάστηκε 10:43

 

Μπαλαρίνα is typing: Θα είμαι πάντα εδώ και θα περιπλανιέμαι μετέωρη. Άσε μου χώρο να γίνω αυτό που θα επιλέξει η ζωή. Σε ευγνωμονώ για όσα μαγικά ξεδίπλωσες με τόση μαεστρία μπροστά στα μάτια μου. Μαζί τα μάθαμε όλα!

Τίποτα δεν θα είναι μετά από εμάς το ίδιο. Τίποτα δεν θα είναι διαφορετικό. Θα λείψω μερικά χρόνια αλλά δεν θα χαθώ.

Διαβάστηκε 17:43

 

Clown is typing: Θα σε ξεπεράσω αλλά όχι ακόμα. Ίσως τα καταφέρω όταν νικηθώ από την λησμονιά.

Διαβάστηκε 17:48, three months after.

 

Και ένα τυχαίο στιγμιότυπο σαν αυτά που σου έλεγα στον πρόλογο. Μην ζητάς να τα μάθεις όλα. Ποτέ άλλωστε στην ζωή δεν βλέπεις να ξεδιπλώνεται όλη η αλήθεια μπροστά σου.

 

Λίγες εβδομάδες πριν...

Η μπαλαρίνα είχε μόλις τελειώσει την πρόβα. Δεν της είχε βγει το νούμερο όπως ακριβώς θα ήθελε. Κοιταζόταν στον καθρέφτη, χωρίς να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο ή μάλλον σκεφτόταν πως οι δυο από τις 2, 4, 6, 8. Ναι, 8 λάμπες, που πλαισίωναν το είδωλό της, ήθελαν άλλαγμα.  Άναψε τσιγάρο. Φόρεσε μια μακό, σωμών, κοντομάνικη μπλούζα, αυτή που είχε φτιάξει  το σχολείο της  κατά την πενταήμερη. Στην πλάτη με πορτοκαλί γυαλιστερά κεφαλαία γράμματα έγραφε «37ο γενικό λύκειο Αθηνών 1998, Ροζ». Έτσι την ήξεραν στο σχολείο.

Ήταν η πρώτη βροχή μετά από ένα εξαιρετικά άνυδρο καλοκαίρι. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος της θύμισε το χωριό της γιαγιάς της. Την επισκέπτονταν πάντα, για δυο εβδομάδες, πριν ανοίξουν τα σχολεία. Κατά την επιστροφή τους στην πόλη αγόραζαν τα τετράδια και όλα τα σχολικά. Ο εγκέφαλος της κατακλύστηκε από τη γνώριμη αίσθηση των καινούριων βιβλίων.

 

Ξεφύσηξε.

Έκλεισε τα μάτια, ρούφηξε την μύτη της. Πήδηξε με χάρη από  την πόρτα του τροχόσπιτου. Σε λίγα λεπτά θα νύχτωνε αλλά όχι ακόμα. Ο τεχνικός άναψε τα φώτα των εγκαταστάσεων του τσίρκου. Ο ήχος από τις γεννήτριες της προκαλούσε άγχος. Ένιωσε σαν την Αλίκη στην χώρα των τεράτων.

Μόλις τώρα προσγειώθηκε, με το δεξί της πόδι, λίγα εκατοστά μετά από μια μικρή, πρόσφατα σχηματισμένη, λακκούβα με βροχόνερα.

 

Κατά τη διάρκεια της ολιγοδευτερόλεπτης αιώρησης, η φούστα της ανασηκώθηκε φανερώνοντας το εσώρουχό της. Δεν γύρισε να κοιτάξει  αν την πήρε μάτι κανείς αλλά ασυναίσθητα προσπάθησε να διορθώσει το φουρό της φούστας. Δεν πρόλαβε. Το βλέμμα ενός ελέφαντα είχε   καταφέρει να αποθανατίσει τους γλουτούς της. Ένιωσε ντροπή αν και δεν θα έπρεπε.  Ήταν ζώο τι να καταλάβει;

 

Στον έναν από τους δυο μηρούς της είχε τατουάζ μια νεκροκεφαλή, στον άλλο, δεν πρόλαβα να διακρίνω, μην σας πω ψέματα. Αλλά τώρα που το ξανασκέφτηκα, γιατί όχι. Νομίζω πως διέκρινα τη φράση: Impossible is Nothing.

 

Τώρα περπατούσε προς την αγαπημένη της γωνιά. Χαμογέλασε με μερικά δευτερόλεπτα καθυστέρηση, μάλλον για αυτό που μόλις της είχε συμβεί. Κατευθύνθηκε προς τη συκιά. Κάθισε  στην κούνια που είχε φτιάξει με μια τριχιά. Ήταν το παρατηρητήριό της.

Ήταν νωπά.

Δυσανασχέτησε.

 

Σήκωσε τις πολύχρωμες κάλτσες της λίγο πάνω από τα γόνατα και κατόπιν στήριξε το πηγούνι με τις χούφτες της. Ρούφηξε δυο παρατεταμένες τζούρες. Εν συνεχεία πέταξε το τσιγάρο της εκτίνοντας το δεξί, ή μάλλον το αριστερό χέρι, όπως την βλέπεις, το είχε στολίσει με ζωγραφιές από μαρκαδόρο αλλά και ένα τετράστιχο  το οποίο επεξεργαζόταν από το πρωί:

 

Αντιφάσεις  ζωής,  σε ένα  αύριο που επείγει,

τα παιδιά μας δελφίνια που η ζήλεια τα πνίγει,

δυο πτυχία στον τοίχο, κορνίζα  cult  γάμου,

Παναγιές να ξαπλώνουν, στις πετσέτες της άμμου.

Από μικρή είχε αυτή τη συνήθεια. Όταν διάβαζε, κρατούσε σημειώσεις πάνω της.

 

Το απωθημένο της ήταν να σπουδάσει μπαλέτο αλλά δεν ήταν όσο συνεπής και εργατική έπρεπε. Έγινε τουλάχιστον μέλος του τσίρκου γιατί ήθελε, κάποτε στο μέλλον, όταν θα συναντούσε  σε κάποιο reunion τις παιδικές της φίλες, να τους διηγηθεί τέτοιες ιστορίες. Σίγουρα θα έκλεβε τις εντυπώσεις. Όλες οι άλλες κατέληξαν σερβιτόρες σε ταχυφαγεία αλλά αυτή ήταν μια πληροφορία που αγνοούσε.

 

Η συγκρατημένη αιώρηση  την μεθούσε. Φανταζόταν τους κατοίκους του λεκανοπεδίου  να διαβάζουν στα ηλιόλουστα μπαλκόνια τους μυρίζοντας τη θάλασσα και τα δακρυγόνα, να περπατούν μεθυσμένοι  τη  νυχτερινή Σταδίου, να  ανοίγουν τις ομπρέλες καθώς βγαίνουν  από τις στάσεις του μετρό, να ξαπλώνουν στις ίδιες ακρογιαλιές που έκανε βουτιές ο Πλάτωνας και γυμνισμό η Ασπασία.

 

Από τις παρυφές  του όρους στο οποίο είχε καταλύσει το τσίρκο η Αθήνα,  άλλοτε έμοιαζε  μεγάλη για να χαθείς και  άλλοτε μικρή για να σε βρουν, άλλοτε έδινε την εντύπωση μιας βουλιαγμένης στη μιζέρια Ατλαντίδος και άλλοτε οι ταράτσες της έμοιαζαν με σκαλοπάτια για τον ουρανό.

 

Καθώς νύχτωνε  και το βλέμμα της  υψωνόταν για να συναντήσει το  φεγγάρι, έβλεπε μέχρι τον Σαρωνικό, τα φωτάκια των πλοίων που έφευγαν για κάποιο ταξίδι,  άλλοτε στο Αιγαίο και άλλοτε στον ουρανό.

Που σταματούσε ή θάλασσα και που τα αστέρια;

Η απόσταση, η μεταφορική προσέγγιση, την βοηθούσε ώστε να αντιλαμβάνεται διαυγέστερα την  ουσία  και  συνάμα την μεταφυσική  σημασιολογία των πραγμάτων.

Η τέντα του τσίρκου ανασηκώθηκε και μια σκιά κατευθύνθηκε προς το μέρος της διακόπτοντας τις φαντασιώσεις της. Ξέσπασε σε γέλια. Ήταν ο κλόουν, μόνο που για τις ανάγκες της πρόβας δεν φορούσε τη στολή του αλλά μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο. Ήταν αναμφίβολα όμορφος αν και θα τον προτιμούσε λιγότερο.

 

Γνωρίζονταν από το πρώτο καλοκαίρι μετά το λύκειο.

«Καλώς τον νέο-μπολσεβίκο»,  τον χαιρέτησε.

Εκείνος ξάπλωσε στα μουσκεμένα χορτάρια, μερικά εκατοστά μακρύτερα από το δέντρο. Ξετύλιξε ένα γλειφιτζούρι με γεύση Coca-cola. Έβγαλε την κόκκινη περούκα.

«Προσπαθώ να κόψω το τσιγάρο», δικαιολογήθηκε για το γλειφιτζούρι, με αφύσικη καθυστέρηση.

«Τέλος εποχής», της ψέλλισε σοβαρεύοντας άμεσα.

«Αύριο;» ρώτησε.

«Αύριο», επανέλαβε καταφατικά εκείνη.

 

Και οι δυο τους εννοούσαν το ίδιο.

Έμειναν σιωπηλοί για λίγο.

Όρθιος στη ράχη ενός  λασπωμένου αλόγου  και σε απόσταση  τέτοια που θα έπρεπε να του φωνάξουν για να του μιλήσουν, ο ζογκλέρ, ντυμένος αριστοκράτης, έπαιζε με φλεγόμενες κορύνες. Οι μαϊμούδες διέκοψαν, προς στιγμήν, την συζήτησή τους η οποία είχε σαν αντικείμενο την οικονομική κρίση και κοιτούσαν αποσβολωμένες τον πιο στενό από τους συγγενείς τους.

 

Έδειχναν ιδιαίτερα αγχωμένες με όλα όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο απόγευμα. Η σοφότερη εξ αυτών απέδωσε στην κρίση αυτό το ατυχές συμβάν και προειδοποίησε για τα χειρότερα που έρχονταν. «Αν ανοίξουν τα κλουβιά και μας αφήσουν  στον δρόμο τι στα αλήθεια θα κάνουμε;», ήταν η ερώτηση με την οποία έκλεισε την ομιλία της. Οι μαϊμούδες ήταν η  δεύτερη μαφία του τσίρκου.

Λίγες ώρες αργότερα εκείνη και ο κλόουν εγκατέλειπαν οριστικά το τσίρκο. Λίγες εβδομάδες αργότερα αλλά όχι ακόμα, ο ένας την άλλη.