Έχω βυθιστεί.

Σχεδόν επιπλέω στο τέρμα του νερού.

Γύρω μου, η άμμος αναστατώνεται και ο βυθός αποκτά την κίνησή του.

Η άμμος ξεσηκώνεται κι εγώ μένω εκεί.

Δεν ήταν δικό μου ταρακούνημα.

Τα νερά μόνο.  Τα νερά που αναστατώνονται.

Κοιτώ γύρω.

Κανείς.

 

Κοιτώ ολόγυρα.

Μπλε. Σκούρο, ήσυχο, μπλε.

Αρχίζω να σπρώχνω προς τα πάνω σαν να είμαι στον αέρα.

Τα χέρια μου κουνιούνται δειλά αλλά με όλη μου τη δύναμη.

Το σώμα μου αποκτά ένα πείσμα που ξέρει από πριν ότι θα τα βάλει με τον ωκεανό.

Ο ήλιος στη κορυφή του νερού χρυσίζει και φτάνει ως τον πάτο. Ο βυθός τώρα φωτίζεται έμμεσα.

«Κι εκεί μέσα μπορεί κανείς να κάνει πρόβες με το φως. Κι εκεί κατοικεί η χαρά. Παντού ζει αυτή η χιλιόψυχη τίγρης», σκέφτηκα...

 

Σε κοιτάζω.

Οι μικρές ηλιαχτίδες διαπερνούν το δύσβατο νερό και φτάνουν να χαϊδέψουν την ψυχή μου.

Γελάω.

Οι κινήσεις μου γίνονται πιο γλυκές. Πιο ενιαίες, πιο συνεχείς, πιο ήρεμες.

Με αγκαλιάζεις.

Ο κόσμος μου ζεστάθηκε.

Ησυχάζω.

 

Το νερό ξαφνικά δεν είναι ο χώρος μου.

Θέλω να βγω απ' την αγκαλιά σου στην επιφάνεια.

Η ώθησή μου προς τα πάνω γίνεται άθλημα και δύναμη. Ορμή.

Ξέρω ότι λίγα μέτρα πιο πάνω, το ίδιο νερό, καυτό απ' τον ήλιο θα διαπεράσει όλη μου την ύπαρξη.

Κολυμπώ κοιτώντας προς το φως. Τίποτα πια δε με κρατάει σ' εκείνο το βύθισμα.

Το κεφάλι μου διαπερνά την επιφάνεια και παίρνω τη μεγαλύτερη ανάσα της ζωής μου.

 

Εκπνέω όσο πιο αργά μπορώ...

Στο φως.

Με ανοιχτά τα μάτια προς τον ήλιο.

Τώρα νομίζω ότι μπορώ να μείνω στην επιφάνεια για πάντα.

Όσο με λούζει το φως.

Σε παρακαλώ φως, για πάντα.