Οι Πανελλήνιες (πλην των ειδικών μαθημάτων) μπορεί να τελείωσαν, αλλά οι σκέψεις δε σταματούν. Για ποια δημόσια δωρεάν παιδεία μιλάμε αλήθεια; Για ποιο κράτος πρόνοιας; Ποια δικαιοσύνη; Τίποτα ρε. Τι-πο-τα.

Ας το πάρουμε από την αρχή όμως. Είμαι και εγώ ένας από τους χιλιάδες νέους που σε τούτη τη χώρα κυνηγάνε το όνειρό τους. Να σπουδάσουν αυτό που θέλουν και να εξασκήσουν το εν λόγω επάγγελμα μετά. Και σε πληροφορώ δεν είναι καθόλου εύκολο.

Όλοι λένε ότι η Γ' λυκείου είναι η πιο δύσκολη τάξη. Και δεν έχουν άδικο. Ας πούμε ότι εκεί κορυφώνεται η προσπάθειά σου. Όχι, όμως, ότι μας κρίνει για τη μετέπειτα ζωή μας, σύμφωνα πάντα με τους καθηγητές μας. Είναι το μέσο για να φτάσουμε πιο κοντά στα όνειρά μας, σωστά;  Όσο για το άγχος, θαρρώ ότι μας το δημιουργούν πιο πολύ οι γύρω (συμμαθητές, καθηγητές, γονείς, φίλοι, ΜΜΕ) παρά η ίδια η διαδικασία.

 

Ο μπαμπάς μου είναι ιδιωτικός υπάλληλος, η μαμά μου καθαρίστρια. Έχω και έναν δίδυμο αδερφό. Φυσικά, ούτε σκέψη για φροντιστήρια ή ακόμη καλύτερα ιδιαίτερα. Είναι πολύ άσχημο οι περισσότεροι συμμαθητές σου να μπορούν να «εξασφαλίσουν» την παραπαιδεία και εσύ απλά να κοιτάς. Να κοιτάς και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να διαβάζεις, να προσπαθείς, να κάνεις ό,τι μπορείς. Στην αρχή η ιδέα με τρόμαζε πολύ. Τρόμαζα που οι άλλοι έλεγαν «μας έβαλαν αυτό από το φροντιστήριο, μας έβαλαν το άλλο». Δεν ήθελα να μιλάω πια με κανέναν για τα του σχολείου. Μετά το πήρα απόφαση. Δε μου έμενε και κάτι άλλο...

 

Ήμουν στη θεωρητική και είχα την τύχη να έχω καθηγητές πολύ σπουδαίους ανθρώπους. Φυσικά, όχι όλοι, αλλά η πλειοψηφία. Δίδαξαν χωρίς διακρίσεις, χωρίς ξεπέτες. Όχι του τύπου «αφού πάτε όλοι φροντιστήριο γιατί να ασχοληθώ και εγώ;». Και μη μου πεις ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι. Το ξέρουμε καλά και οι δύο. Ναι, και η βοήθεια που δέχτηκα από παλαιότερη καθηγήτρια, φίλη πλέον νομίζω, ήταν αμέτρητη.

 

Τα ατέλειωτα χειμωνιάτικα απογεύματα και βράδια πέρασαν, τα κιλά ανέβηκαν και η άνοιξη μπήκε. Για πρώτη φορά δεν το κατάλαβα. Κοιτάς έξω από το παράθυρο και βλέπεις τον ήλιο, τον ουρανό, τη φύση να είναι στα πάνω της, ακούς τις παιδικές φωνές... Όλα σου φαίνονται τόσο ξένα, τόσο μακρινά. Μα ακόμη και αν πας ως το σούπερ μάρκετ (ναι, μέχρι εκεί ήταν η πιο μακρινή μου βόλτα τους δύο τελευταίους μήνες) νιώθεις παράξενα, σε τρομάζει ο εαυτός σου. Νιώθεις τύψεις που άφησες το βιβλίο.

 

Και έρχεται η μεγάλη ώρα. Επειδή φαντάστηκα ότι την προηγουμένη θα έχω τηλέφωνα και μηνύματα «καλής επιτυχίας» αποφάσισα να κλείσω το κινητό. Όταν το άνοιξα είχα ένα μήνυμα τελικά: «Οι πανελλήνιες είναι μια μικρή δοκιμασία για αυτές που μας επιφυλάσσει η ζωή. Να διεκδικήσεις τα όνειρά σου με ψυχραιμία». Όχι, δεν με άγχωσε η ευχή, αλλά με έκανε να χαμογελάσω και μου έδωσε μια απίστευτη δύναμη.

 

Δεν θα μιλήσω για την επιστράτευση ή μάλλον θα μιλήσω. Αλλά όλο αυτό το διάστημα δεν μπόρεσα να καταλάβω ένα πράγμα: Πώς το κράτος άρει το συνδικαλιστικό δικαίωμα; Γιατί εμείς δεν αντιδράμε; Αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως είναι, όπως εξελίσσεται και όπως σχεδιάζεται να γίνει με αδικεί, μας αδικεί. Δε με αφήνει να αγωνιστώ με ισότητα. Αν και για τα θέματα της θετικής δεν μπορώ να έχω άποψη, δεν μπορώ να μη σχολιάσω. Μα είναι δυνατόν να βάζουν θέματα που να είναι σχεδόν άλυτα σε καθηγητές πανεπιστημίου; Πράγματα που δεν έχουν διδαχτεί; Όχι, λυπάμαι, δεν καταλαβαίνω, ούτε και θέλω.

 

Είμαστε, λοιπόν, και εμείς εδώ. Ακούμε, βλέπουμε, αισθανόμαστε. Φοβόμαστε, χαιρόμαστε, λυπούμαστε. Μαζί σας και μαζί μας. Όλοι μαζί. Τα αποτελέσματα αναμένονται, η νεκροψία θα δείξει!

Σημ: Δε θα σου πω το όνομά μου, γιατί δε χρειάζεται. Είμαι μία από τις χιλιάδες υποψηφίους που φέτος έδωσαν Πανελλήνιες και αυτό αρκεί.