Υπάρχουν πολλά βιβλία εκεί έξω που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι καλογραμμένα, φροντισμένα στην εντέλεια, επιμελημένα μέχρι τελευταίας σελίδας. Πολλά βιβλία με δυνατή πλοκή, εξαιρετικά δομημένους χαρακτήρες, με μια ιστορία που τραβάει τον αναγνώστη και μπορεί να τον κάνει να βυθιστεί μέσα σε αυτόν τον χάρτινο κόσμο. Βιβλία που ακολουθούν αυτή τη συνταγή προς τέρψιν του αναγνωστικού κοινού.


'' Ο υπνοβάτης '', το μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 1985, γραμμένο από την Μαργαρίτα Καραπάνου είναι ένα βιβλίο που σε βυθίζει στο σύμπαν του χωρίς να ακολουθεί κανέναν από τους παραπάνω ''κανόνες'' γραφής. Ένα βιβλίο που όταν το διάβασα με χτύπησε κατακέφαλα, με έκανε να ταυτιστώ όχι με τους ήρωες, όπως συνήθως συμβαίνει με τα βιβλία αλλά με την ανάγκη της συγγραφέως να αποτυπώσει στο χαρτί τη συγκεκριμένη ιστορία.


Το βιβλίο αυτό το θεωρώ ως μια άσκηση απελευθέρωσης της συγγραφέως από τα βάσανα της ψυχής της. Μια άσκηση που έστω κι εφήμερα-αν λάβουμε υπ' όψιν μας την μετέπειτα ζωή της- πέτυχε. Τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου. Η συγγραφέας παρουσιάζει στο βιβλίο της έναν κόσμο που πάλλεται, έναν κόσμο που ζει με τους δικούς του όρους και κανόνες, έναν κόσμο μποέμ κατά το μεγαλύτερο μέρος καλλιτεχνών που ζουν σε ένα νησί το οποίο δεν κατονομάζεται στις σελίδες.

 

Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά ευφάνταστο και πρωτότυπο μυθιστόρημα η συγγραφέας εμφανίζει κι εξαφανίζει ήρωες για να περιγράψει τις συναισθηματικές και ψυχικές διακυμάνσεις της μέσα από αυτούς αλλά και για να περιγράψει τον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της. Διαλέγει τον δρόμο της ονειροφαντασίας για να περιγράψει γεγονότα που συμβαίνουν και για να κάνει την πραγματικότητα κι εν τέλει την ίδια μας τη ζωή πιο υποφερτή.

 

Η Λούκα η συγγραφέας που αγωνιά πάνω από μια λευκή σελίδα για να δώσει πνοή στο βιβλίο της, ο Μαρκ ο ζωγράφος, ο Αλφρέδος που παίζει κιθάρα, η Μάγκι η μυθιστοριογράφος και τόσοι άλλοι ήρωες βγαλμένοι θαρρείς από το σύμπαν του Έντγκαρ Άλαν Πόε.
Η Καραπάνου φροντίζει να μας ενημερώσει μόνο για τα απολύτως απαραίτητα της ζωής του καθενός. Δεν αναλώνεται σε αναλύσεις της ζωής τους ή σε δικαιολογήσεις των πράξεών τους. Ο κόσμος που χτίζει θα μπορούσε να κατοικεί μέσα στον πύργο της Βαβέλ.
Άνθρωποι που τρέφονται από την τέχνη τους, τα πάθη και τα λάθη τους.


Ανάμεσά τους, ο Μανώλης, ένας σύγχρονος Μεσσίας που όπως πληροφορούμαστε από το πρώτο κεφάλαιο στέλνει ο Θεός στη γη. Έναν Μεσσία όχι κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του ιδίου του Δημιουργού του κόσμου αλλά των ανθρώπων. Τον Θεό που θα τους άξιζε όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο πρώτο κεφάλαιο. Ο νέος αυτός Θεός παίρνει τη μορφή του αστυνόμου στο νησί.


Η Καραπάνου αφιερώνει ολόκληρα κεφάλαια περιγράφοντας έναν μελαγχολικό, σκοτεινό κόσμο ο οποίος προκύπτει πολλές φορές από αφηγήσεις των ηρώων κι όχι από τις πράξεις τους, όπως για παράδειγμα από τις σκοτεινές ιστορίες τρόμου που διηγείται στη Λούκα η Ανεζούλα η γειτόνισσά της ή η τραγική ιστορία της Λεωνόρας όπως την αφηγείται κάποιος άνδρας ένα βροχερό χειμωνιάτικο βράδυ που κάποιοι από τους ήρωες μαζεύονται για να παίξουν πόκερ.


Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά ευφάνταστο και πρωτότυπο μυθιστόρημα η συγγραφέας εμφανίζει κι εξαφανίζει ήρωες για να περιγράψει τις συναισθηματικές και ψυχικές διακυμάνσεις της μέσα από αυτούς αλλά και για να περιγράψει τον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της. Διαλέγει τον δρόμο της ονειροφαντασίας για να περιγράψει γεγονότα που συμβαίνουν και για να κάνει την πραγματικότητα κι εν τέλει την ίδια μας τη ζωή πιο υποφερτή.


Μόνο ένα υπερευαίσθητο πλάσμα σαν την Μαργαρίτα Καραπάνου θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Το βιβλίο αυτό δεν έχει τη κλασσική δομή ενός μυθιστορήματος, σπάει τις αφηγηματικές συμβάσεις με έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο κι αυτό είναι που το κάνει τόσο ξεχωριστό. Υπάρχει μέσα στο βιβλίο κεφάλαιο των εννέα αράδων ή το υπέροχο κεφάλαιο 25 το οποίο απλώνεται σε πέντε μόλις προτάσεις.


Το αστυνομικό μυστήριο που βρίσκουμε στο βιβλίο μέσα από τους φόνους που αρχίζουν να συμβαίνουν δεν μετατρέπει το βιβλίο σε αστυνομικό ανάγνωσμα αλλά τού προσδίδει μια μεταφυσική χροιά. Το βιβλίο διανθίζουν υπέροχες ερωτικές σκηνές όπως εκείνη μεταξύ του Μαρκ και του Ντέιν τον οποίο χρησιμοποιεί ο πρώτος ως μοντέλο για τη ζωγραφική του. Ή εκείνη μεταξύ του Μανώλη και της Μίνας, της οποίας το γυμνό κορμί βάφει με μπογιές πριν την οδηγήσει στην ερωτική συνεύρεση μαζί του αλλά και στο τραγικό συμβάν που λαμβάνει χώρα αμέσως μετά από αυτό.


Τρομαχτικές σκηνές όπως εκείνη της περιγραφής της θανάτωσης μιας γάτας από μια μάζα αρουραίων εναλλάσσονται με χιουμοριστικές όπως τον διάλογο του αστυνόμου Μανώλη με τον αστυνομικό διοικητή περί ομοφυλοφιλίας. Επίσης υπάρχουν σκηνές απίστευτης τρυφερότητας όπως συμβαίνει στη συνάντηση της Μίνας και του Μανώλη όπου εκείνη του αναφέρει πως είχε κατάθλιψη κι αυτός της απαντάει διορθώνοντάς την πως είχε θλίψη και της επισημαίνει να μην λέει ποτέ κατάθλιψη, γιατί είναι μια λέξη φτωχή που σημαίνει έλλειψη του πόνου. Η Καραπάνου γράφει αυτό το βιβλίο σαν να θέλει να σπάσει τα δεσμά που βαραίνουν την ψυχή της, τουλάχιστον εγώ έτσι το εκλαμβάνω.


Ένιωσα διαβάζοντάς το πως πιθανόν τις στιγμές που το έγραφε να ένιωθε απόλυτα ελεύθερη, να ξόρκιζε τους δαίμονές της Επαναλαμβάνει τις ίδιες λέξεις μέσα στις ίδιες προτάσεις κι αυτό προσδίδει μια ιδιαίτερη γοητεία στο κείμενο. Μια γοητεία που πηγάζει ακριβώς μέσα από αυτήν την αγωνία για απελευθέρωση της ψυχής της από την κατάθλιψη (ή τη θλίψη, αν μπορούσε να με διορθώσει και μένα ο Μανώλης ο ήρωας του βιβλίου της) με την οποία όπως είναι γνωστό η συγγραφέας πάλευε για πολλά χρόνια της ζωής της.
Για να δώσω ένα παράδειγμα μέσα από το βιβλίο: '' Και τώρα της έμενε μόνο το κόκκινο και με το κόκκινο δεν έγραφε ποτέ.''


Το βιβλίο βραβεύτηκε το 1988 στο Παρίσι με το βραβείο του καλύτερου ξένου μυθιστορήματος αλλά κατά τη γνώμη μου δεν έχει αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό και δεν μιλάω σε καμία περίπτωση με όρους εμπορικότητας αλλά της καθαρά καλλιτεχνικής του αξίας. Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης που έχω την τύχη να έχω αγοράσει από παλαιοβιβλιοπωλείο φιλοτεχνεί ζωγραφιά του Αλέκου Φασιανού.