Είχε πολλά νεύρα αυτές τις μέρες. Παρά τις γεμάτες τσάντες, τα πολλά φώτα και τις δυνατές χριστουγεννιάτικες μελωδίες που έβλεπε παντού, αυτός αισθανόταν άδειος. Όσο πλησίαζαν οι γιορτές το συναίσθημα του άγχους τον είχε κυριεύσει. Σκεφτόταν αν θα τα καταφέρει να αντεπεξέλθει σε όλες αυτές τις εορταστικές υποχρεώσεις. Σε όλα αυτά που στηρίζονται σε ένα αόρατο «πρέπει» και που σε οδηγούν αντί να ξεκουραστείς στις γιορτές, να αποζητάς την επιστροφή στην καθημερινότητα σαν τρελός.


Και αυτό το ξημέρωμα της Παραμονής των Χριστουγέννων ήταν το αποκορύφωμα. Σαν πολλά Κυριακάτικα απογεύματα μαζεμένα. Ξάφνου σταματάνε όλα και γυρίζουμε στο φυσικό ημερολόγιο της γέννησης και του θανάτου. Μεταφερόμαστε νοητά στην αρχαϊκή κοινωνία που δεν υπάρχουν μοντέρνες αποσπάσεις αλλά αργόσυρτος απολογισμός σοδειάς. Άπειρος χρόνος για να σκεφτούμε που ήμασταν πέρσι και που μας βρήκαν φέτος οι γιορτές. Και αν ο απολογισμός είναι κάποιος χωρισμός μαζί με απώλεια η κατάσταση αγριεύει.


Και αυτός είχε και τα δύο. Ξεκίνησε να κάνει νευρικά κάποιες μικροδουλειές και κατέβηκε να πετάξει τα λίγα σκουπίδια που μάζεψε από το συγύρισμα. Στο γυρισμό ένα αμάξι φώτισε το σκουριασμένο οδόσημο της γωνίας. Οδός Καισαρείας διέκρινε μέσα στο σκοτάδι. Είχε ξεχάσει σε ποια οδό έμενε από τότε που είχε νοικιάσει το εργένικο δωμάτιο του. Ήταν το τελευταίο που θα κοίταζε ένας αργοπορημένος εργαζόμενος το πρωί και ένας μεθυσμένος αργά τη νύχτα.


«Καισάρεια, Καππαδοκία και άγιος Βασίλης έρχεται» σκέφτηκε. Τα παιδιά για αυτήν θα έλεγαν στα κάλαντα. Από εκεί θα ερχόταν ο Άγιος γεμάτος δώρα και καλοτυχία. Και εκεί που σιγομουρμούριζε τα Πρωτοχρονιάτικα με τον κρύο αέρα που κατέβαζε το βουνό πήρε μία αστραπιαία απόφαση. Αποφάσισε αύριο να μην ξυπνήσει ο μικρός μαλάκας που αρχίζει την κριτική για τα πάντα αλλά το μικρό παιδί που είναι ευτυχισμένο χωρίς ιδιαίτερο λόγο.


Ο μικρός που θα χαϊδέψει κεφάλια με τις πράξεις του, δίνοντας απλόχερα μπαλιές που αν ήθελαν θα του τις επέστρεφαν. Και να ξεχάσει όλα αυτά που δείχνουν τόσο μικροσκοπικά στη μεγάλη αλήθεια πως ο χρόνος περνάει. Μικροπαρεξηγήσεις, σχόλια που έρχονται στα αυτιά σου συνήθως παραποιημένα και άλλες φυσιολογικές φθορές της καθημερινότητας. Και λόγια, πολλά λόγια που λέμε σε αυτή τη μεριά του πλανήτη χωρίς να τα εννοούμε και που θα τα πάρει μαζί του το σκοτάδι ή ο αέρας στο πρώτο τσούγκρισμα μαζί με μελωδίες που μας επιτρέπουν να τα ξεχνάμε.

 

Eικονογραφηση: Ηλιας Αηδονιδης
Eικονογραφηση: Ηλιας Αηδονιδης


Σηκώθηκε νωρίς και μπήκε αμέσως στα βαθιά. Κατευθύνθηκε στο φούρνο του ξαδέρφου του. Τσακωμένοι για τα περιουσιακά σχεδόν από πάντα είχε να πατήσει το πόδι του για δεκαετίες. Από μικρό παιδί όταν έλεγε τα κάλαντα και ο θείος του έδινε γερό φιλοδώρημα σαν μία εξιλέωση για τις οικογενειακές τους διαμάχες. Το βρήκε ανακαινισμένο με μηχάνημα καφέ και σκαμπό αλλά η μυρωδιά παρέμενε ίδια. Ο ξάδερφος δεν τον πρόσεξε στην εορταστική ουρά. Η φωνή του τον βρήκε έκπληκτο με το μαχαίρι να κόβει το χριστόψωμο σηκώνοντας τα μάτια του ξαφνιασμένος. Η αμηχανία έγινε αμέσως ένα παλιό αστείο. «Χρόνια πολλά ρε τραίνο!» λες και δεν είχε περάσει μέρα από τότε που αντάλλασσαν τύχες από το ελληνικό πρωτάθλημα. Ο Δώνης σαν να μπήκε αστραπιαία από το πάγκο στο γήπεδο να περιμένει πάσα από τον Ουζουνίδη που φύλαγε τα μετόπισθεν. Ο αμυντικός μπήκε στην προσωπική του εστία και του έβαλε και ένα κουτί με διάφορα γλυκά για να τα δοκιμάσει και να του επιβεβαιώσει «αν έχουνε κρατήσει την ποιότητα σε καιρούς κρίσης».


Και τα κερασμένα γλυκά αποφάσισε να τα δώσει όπως γενναιόδωρα τα πήρε. Ξεκίνησε με αυτούς που δούλευαν αυτές τις μέρες. Στον ψιλικατζή έδωσε μπόλικα γιατί οι μπύρες του ήταν σωτήριες όταν τα πάντα ήταν κλειστά. Γύρισε γεμάτος σαν να τα είχε φάει όλα αυτός.
Βρήκε τον ιδιοκτήτη στην είσοδο της πολυκατοικίας και αντί να μουγκρίσουνε ή να φύγει ο ένας από τους δύο γρήγορα από τις σκάλες του έδωσε μερικά γλυκά. « Τρία τα νοίκια, τρία γλυκά θα πάρεις» του είπε με αστεία διάθεση. «Τρία, γιατί είμαστε τρεις στην οικογένεια» απάντησε ο ετοιμόλογος δικηγόρος με βλέμμα πως κοίτα να δεις τι θα κάνεις όχι τόσο με τα χρωστούμενα αλλά με τη ζωή σου.


Η τσούχτρα του Τρίτου καθώς έμπαινε αναγκαστικά κεράστηκε και πέρα από τα γλυκά μετέφερε με γουρλωμένα μάτια το νέο παντού. Η είδηση διέσχισε μεσοτοιχίες, λούκια, σβησμένα καλοριφέρ, ξενοίκιαστα διαμερίσματα, σόμπες από τηλεμάρκετινγκ και δεν άργησε να εξαπλωθεί σε όλα τα πατώματα της πολυκατοικίας. Ο κύριος Τάκης και ο νοικάρης του δεν «έχουν σκο-τω-θεί» όπως με χαμηλόφωνο στόμφο έλεγε αλλά αντάλλαξαν ευχές και γλυκά για την ημέρα! Οι τριγύρω τοίχοι πέρα από υγρασία και μούχλα έκρυβαν ευαισθησία και ζεστασιά.


Η μέρα έτρεξε με όλη αυτή τη χειροποίητη ήρεμη διάθεση. Βοήθησαν τα δύο ούζα στου Ζωγραφίδη το μεσημέρι και ο παιδικός ύπνος που ακολούθησε. Το βράδυ τον βρήκε με πολλά γλυκά και τρεις προτάσεις από γειτονικά διαμερίσματα και φιλικά σπίτια για φαγητό. Γιατί το φαγητό είναι προορισμένο να χωριστεί σε μερίδες και να μοιραστεί στην κοινότητα. Όποια και αν είναι αυτή η κοινότητα. Η μάνα του θα χαιρόταν να τον έβλεπε ευτυχισμένο σε όποιο τραπέζι και αν ήταν αυτό. Οι παλιές οικογένειες που όργωναν την γη είχαν φύγει και τώρα οι επίγονοι έπρεπε να φτιάξουν νέες παραδόσεις και ας ήταν και δευτερεύουσες. Να επιλέξουν τις δικές τους οικογένειες, τους δικούς τους ανθρώπους χωρίς κάποιον επιστημονικό ορισμό. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Θα πήγαινε σε ένα παλιό του φίλο το βράδυ που ένιωθε πιο άνετα. Και αύριο θα ξεκίναγε για κάποιον συνάδελφο στη γειτονική κωμόπολη.


Ξανακοίταξε το οδόσημο καθώς έμπαινε στο αμάξι. Είχε προσπαθήσει με τα υλικά που κυκλοφορούσαν γύρω του να φτιάξει όλη την ημέρα. Έψαξε για την ευτυχία σαν να πρόκειται να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή. Και τότε αυτή μπορεί να μην έρθει από κάποια μακρινή και εξωτική Καισαρεία αλλά απλά να κατηφορίσει την οδό που μένουμε. Και μόλις ανοίξουμε την πόρτα μας θα την δούμε ίσια μπροστά μας να αντανακλάει το χαμόγελό μας.