Πάντα θαύμαζα τους τραγουδοποιούς, εκείνους που έγραφαν, συνέθεταν και τραγουδούσαν τα δικά τους τραγούδια. Εκείνους που κατάφερναν να κάνουν τα βιώματα τους τραγούδια και τα αφιέρωναν σε πρόσωπα και καταστάσεις. Σα να τραγουδούν ολόκληρη τη ζωή τους και να τη χωρούν σε μια μόνο παράσταση. Ο Φοίβος Δεληβοριάς αναμφισβήτητα, είναι μοναδικός στο είδος του, αφού έκανε το προσωπικό βίωμα αφορμή για διεισδυτικές ματιές στην κοινωνική μας πραγματικότητα. Έχουν μια συγκινητική αισθητική τα τραγούδια του, μια γλυκύτητα και μια νοσταλγία, που έτσι μαγικά γυρνούν τον χρόνο πίσω για να σου θυμίζουν εικόνες, μυρωδιές, ανθρώπους...

 

Μια βραδιά στου Φοίβου λαμπίριζαν τα μάτια μας σαν φωτάκια και τα στόματα μας σιγοτραγουδούσαν στην ψυχή, όπως της πρέπει. Ο κόσμος έγινε ένα, μια χορωδία που δεν έχανε στίχο και νότα, ούτε μια παραφωνία, ούτε ένα φάλτσο σαν να κάναμε πρόβα από καιρό. Μια γαλήνη, μια ηρεμία ένα χάιδεμα εντός μας, αυτό το χάδι που σου δίνει το Σάββατο. Αναστήθηκε εκεί, σα να περίμενε μέρες να συμβεί, μετά από μια εβδομάδα αδιάφορη και δύσκολη. Ξέδωσε, ένιωσε ζωντανή, σήκωσε χέρια ψηλά και όρθωσε ανάστημα. Κοιτάχτηκε στον «Καθρέφτη» και τον έκανε κομμάτια και βρήκε «Εκείνη»...

 

Και ένα ζευγάρι μάτια να κοιτούν από ψηλά και να ξεχωρίζουν «Αυτή που περνάει» μέσα στο πλήθος με πουκάμισο λευκό. Μάτια γνώριμα, λησμονημένα. Τι σου είναι το βλέμμα; Γκρεμίζει τοίχους, χτίσει γέφυρες, λέει όσα δεν μπόρεσε, εκμυστηρεύεται όσα μυστικά κρατούσε μέσα του για πολύ καιρό. Αυτή η μαγική στιγμή που τα φτιάχνει όλα τόσο κινηματογραφικά και μοιραία. Μια ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη να μας συνεπαίρνει και να μας ξυπνά συναισθήματα κλειδωμένα και ξεχασμένα για χρόνια. Εκείνη την βραδιά μας ξανασύστησε η μουσική τη ζωή και μας ένωσε και μας έκανε ένα. Όλοι μας νιώσαμε αυτή τη δυνατή χειραψία με αυτό το κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια...Είναι αυτό το παράξενο κάτι που κουβαλάς μέσα σου φεύγοντας!