Ένας ένας βγαίνει από το καβούκι του και γράφει το κάτι τις του, ξύνοντας ίσως αυτή την πληγή να ανήκει στη δημόσια σφαίρα. Την δημόσια σφαίρα που τόσο καιρό την είχαμε όλοι περιφρονημένη. Ο καθένας μας βασιλιάς στον καναπέ του και κλειδωμένος στο οροφοδιαμέρισμα του.

 

Διάβασα την ανοικτή επιστολή του Αλκίνοου Ιωαννίδη και την απάντηση του εικοσιτετράχρονου Κύπριοι φοιτητή από την Αθήνα. Μου την διάβασε από το i-phone του, ένας φίλος μου, και σκέφτηκα τις μεθόδους και τις δεοντολογίες που μας διακατέχουν, με τα ακριβά μας gadgets, οι πιο πολλοί πουλάμε τους εαυτούς μας στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης. Δεν θα έλεγα «εκπορνευόμαστε» γιατί είναι μια ύπουλη λέξη, φορτισμένη με την ιδεολογία μιας ένοχης σεξουαλικότητας από την οποία ίσως και να μην βγούμε ποτέ. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, κάνουμε αυτό που μας έμαθαν να κάνουμε: πουλάμε τους εαυτούς μας λέγοντας ο καθένας/καθεμιά αυτό που θεωρεί «αλήθεια», μεγάλες κουβέντες, αγνοώντας πως οι μεγάλες αφηγήσεις έουν πεθάνει. Πουλώντας ή μάλλον ξεπουλώντας καρτ ποστάλ σε μορφή νοσταλγίας, εμείς οι κοντόφθαλμοι νησιώτες που ξαφνικά θυμηθήκαμε τα «αγνά καλημέρα», τα «τραπέζια στις γειτονιές και την ιερή φιλοξενία» που μας διακατέχει.

 

Ένας φίλος μου, μου έλεγε παλιά πως όταν τέλειωσε τις σπουδές του και ήρθε να ζήσει στη Λευκωσία, γιατί γεννήθηκε σε χωριό, πέρασαν σχεδόν πέντε χρόνια να τον καλέσει κάποιος στο σπίτι του και να του στρώσει το τραπέζι. Όλοι ήταν πολύ απασχολημένοι με τα δάνεια, τις πισίνες, τα πλακάκια του μπάνιου και τα burberry ρούχα των μωρών τους. Αν εσύ, ή οποιοσδήποτε εσύ δεν ήσουν σαν και αυτούς, τότε αυτόματα ήσουν από τους «άλλους», τους ανίερους κύπριους και αυτή ήταν η τιμωρία σου που αντιστάθηκες σ αυτά που αυτοί, οι κολλητοί σου, διατυμπάνιζαν στα φοιτητικά τους χρόνια. Τελικά έπεσαν με τα μούτρα οι πιο πολλοί, στους γάμους, τα κουμπαριλλίκια, τα σπίτια εξώφυλλα, τα έπιπλα cartel, και τα σενάρια «ο αδελφός της νύφης να παντρεύει το αντρόγυνο», «η νύφη να ψάχνει single άντρες για την κουμέρα της», «η γιαγιά να προσέχει το μωρό» και «η οικιακή βοηθός από την Σρι Λάνκα να προσέχει τη γιαγιά» και πάει λέγοντας. Ας σταθούμε όμως εδώ, όπως το σχολιάζει ο Αλκίνοος, «η οικιακή βοηθός θα επιστρέψει στη χώρα της και θα αγκαλιάσει το παιδί της, εμείς που επιστρέφουμε;». Επειδή έχω κάνει κάποια έρευνα με θέμα τη μετανάστευση θα έλεγα ότι η «μαυρού», η «σριλανκέζα» δεν επιστρέφει πουθενά, ο σύζυγος τις πιο πολλές φορές είναι ανύπαρκτος, αλκοολικός, βίαιος ή και στη φυλακή, και η οποιαδήποτε Κουμαρι τον έχει αντικαταστάσει με ένα ινδό, ή ένα πακιστανό εδώ που του πληρώνει το νοίκι και του δίνει χρήματα για τα έξοδα του, για να αγοράζει από αυτόν λίγη στοργή. Εμείς επιστρέφουμε στην νοσταλγία, στην ιδεολογία, στο φαντασιακό δηλαδή και όχι στο πραγματικό σύμφωνα με τον Λακάν. Η λέξη Κουμάρι, δεν είναι τυχαία, η οικιακή βοηθός μιας φίλης μου λεγόταν έτσι, η οικογένεια του άντρα της φίλης μου γελούσε με αυτό το όνομα αλλά παρόλα αυτά η μητέρα του άντρα της φίλης μου ήταν εθισμένη στο «κουμάρι» δηλαδή στον τζόγο και χάνοντας έτσι μέχρι και δυο σπίτια.

 

Αφού λοιπόν όλα συνδέονται, η οικονομία καζίνο της Κύπρου όπως έχει χαρακτηριστεί, έχει την δική της ιδιαίτερη γενεαλογία την οποία καλά κάνουμε να λάβουμε υπόψη. Είναι ένα όμορφο πράγμα και σχεδόν ρομαντικό να παίζεις τη ζωή σου κορώνα γράμματα και να είσαι σε θέση να παίρνεις το ρίσκο αλλά να το κάνεις για τον εαυτό σου και να μην παίρνεις στο λαιμό σου άλλους. Αν οδηγάς και είσαι μεθυσμένος μπορεί να σκοτωθείς μόνο εσύ αλλά σίγουρα θα είναι πολύ διαφορετική η ιστορία αν στο αυτοκίνητο έχεις και τα δυο παιδιά σου. Θα δυσκολευτώ να μιλήσω με όρους οικονομικούς για το ρίσκο γιατί δεν είναι ο τομέας μου, μπορώ όμως να μιλήσω για το ρίσκο με όρους κοινωνιολογικούς. Το προσωπικό μου ρίσκο να ζήσω στην Κύπρο ήταν ότι εκτός του ότι κινδύνευα από ορδές πολυτελών αυτοκινήτων όταν ποδηλατούσα, ήταν επίσης η αναμέτρηση με τη μυωπική ματιά των συναδέλφων των προϊσταμένων των πολιτικών των καλλιτεχνών των διανοουμένων και όλων αυτών των κυρίαρχων που με περιτριγύριζαν, αναρωτιόμουν αν θα το άντεχα, να ζω μέσα σε ένα τόσο φαλλολγοκεντρικό κλίμα που ο καθένας νοιάζεται για τον γιο του και τον γαμπρό του. Τώρα με όλα αυτά σκέφτομαι πως ο καθένας έχει αυτό που του αξίζει. Και εγώ που ονειρευόμουν να διδάξω στην Καλιφόρνια, είμαι εδώ και παραπονιέμαι για τους πολιτικούς μου.

 

Που ήμουν όμως εγώ όταν όχι οι πολιτικοί μου, αλλά οι φίλοι μου και οι συνάδελφοι μου έβαζαν «μέσο» για μια προαγωγή, για να εξεταστεί η αίτηση τους πιο γρήγορα στο κτηματολόγιο, για να πάρει τη θέση η κόρη της αδελφής τους στο κοινοτικό νηπιαγωγείο. Που ήμουν εγώ και που ήταν ο καθένας μας. Η αναστοχαστικότητα έμενε πάντα στη θεωρία και όχι στην πράξη. Για αυτό και όταν γινόταν κάποιος ΜΚΟ για την προάσπιση των δικαιωμάτων κάποιων μειονοτικών ομάδων είχαμε όλοι το κακό λόγο στο στόμα: «μα ποιοι είναι τώρα αυτοί», «μα τι νομίζουν πως κάνουν», «θέλουν προβολή», «θα φάνε λεφτά και αυτοί», ανοικτοί στην καχυποψία και απόντες από οποιαδήποτε δράση. Ίσως για αυτό ντρέπομαι που γράφω σήμερα αυτή την επιστολή, που μου πήρε τόσο καιρό να γράψω μια ανοικτή επιστολή και να πω εν ολίγοις «ας περάσουμε στη δράση». Τώρα που θυμηθήκαμε να κοιτάξουμε τους άλλους μέσα από το φακό της «αλληλεγγύης» ας μην τους δούμε ως αποδέκτες τροφίμων, ως ανθρώπους που έχασαν τις δουλείες τους ενώ εμείς ακόμα παίρνουμε τους παχυλούς μας μισθούς, ας τους δούμε μέσα από περισυλλογή κάνοντας τους μια πρωταρχική δωρεά – την δωρεά της ευθύνης και της υπέρβασης. Ο Λεβινάς όταν μιλά για τη θέαση του άλλου υποστηρίζει πως ο άλλος είναι σαν και εμάς, κατακερματισμένος και θνητός και ο θάνατος του άλλου με καλεί στην ευθύνη μου.

 

Και για να σχολιάσω εν κατακλείδι το κείμενο του Κύπριου φοιτητή που θα μπορούσε να ήταν και φοιτητής μου, λέω πως η γνώση για να γίνει σωστό μέσο άσκησης δύναμης οφείλει να είναι γνώση που μοιράζεται και όχι ορθολογική γνώση, γνώση που ανταλλάσουμε στις κουζίνες μας, στις καφετέριες, στις πλατείες, στα στενά, στη θάλασσα, στις πορείες και στις αυλές των σχολείων. Γνώση που θα μας βοηθήσει στην προσπάθεια μας να εξηγήσουμε γιατί έχουμε ξεγελαστεί τόσο πολύ, γιατί έχουμε αγαπήσει τον ρατσισμό, τον φασισμό, τον σεξισμό και την ομοφοβία, τα χρήματα και τα ακριβά ρούχα. Ας αρκεστούμε με τα λίγα, μόνο τότε ίσως παράξουμε γνώση άξια να μοιραστεί. Τελειώνοντας παραθέτω τα λόγια του Henry Miller από το Sexus: «Από τα λίγα που έχω διαβασμένα έφτασα στο συμπέρασμα πως εκείνοι που ζουν εντατικά, που πλάθουν τη ζωή, που είναι η ίδια η ζωή, τρώνε ελάχιστα, κοιμούνται ελάχιστα, έχουν ελάχιστη περιουσία, αν την έχουν και αυτήν. Δεν έχουν αυταπάτες για ο,τι αφορά το καθήκον ή την τεκνοποίηση, με τον περιορισμένο σκοπό να διαιωνίσουν την οικογένεια ή να υπερασπιστούν το κράτος...Ο κόσμος των φαντασιώσεων είναι ο κόσμος που δεν περατώσαμε την κατάκτηση του. Είναι ο κόσμος του χτές, όχι του αύριο. Το να προχωρείς γαντζωμένος στο χτες, είναι σαν να σέρνεις τα σίδερα του κατάδικου».

 

Αντρέας Ονουφρίου
Ειδικός συνέργατης Πανεπιστήμιο Κύπρου