Όταν στα δεκαεπτά σου μαθαίνεις πως είσαι υιοθετημένος, δύο είναι οι επιλογές που έχεις. Από τη μια μπορείς να ξεκινήσεις τα Cipralex και τα Xanax για να κατευνάσεις το θυμό σου, να κοροϊδέψεις ίσως την άγνοια που φωλιάζει μέσα σου. Από την άλλη να σκεφτείς σα «μεγάλος» και να εκλογικεύσεις το συναίσθημα, έστω κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο.


Δοκίμασα και τις δυο με διαφορετικούς τρόπους. Αναζήτησα το πολυπόθητο γιατί, ένα γιατί που κάποιες φορές ταυτίζεται με το θείο στοιχείο. Οι Αρχαίοι Έλληνες το ονόμασαν μοίρα, οι Μουσουλμάνοι κισμέτ, οι Χριστιανοί θεία βούληση. Έτσι, ξαφνικά, λοιπόν απέκτησα πνευματικό, ίσως γιατί ο ψυχίατρος-φαρμακοδότης βαρέθηκε εμένα, τις συνταγές και τις απλήρωτες πλέον επισκέψεις.

 

Τ' όνομά του Μεθόδιος.
Πρώην μοναχός της μονής Εσφιγμένου στο Άγιο Όρος, νυν αρχιμανδρίτης κι εφημέριος της ενορίας των Ταξιαρχών στο Ηράκλειο της Κρήτης.

 

Ερωτήσεις πολλές, απαντήσεις λιγότερες, αμέτρητα γράμματα και ταξίδια έγιναν η αφορμή μιας περίεργης σχέσης, που με οδήγησε ν' ασπαστώ, πως ο άνθρωπος μπορεί να καταλάβει έστω και για λίγο τι σημαίνει η φράση «θεία βούληση».

 

Ήταν το τρίτο κατά σειρά καλοκαίρι στην Κρήτη, σ' έναν τόπο που έβρισκα επιτέλους λίγη ηρεμία. Χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, η μέρα περνούσε με πρωϊνές βόλτες και βραδινές συζητήσεις, διώχνοντας μακριά τις κακές ιδέες του παρελθόντος. Μια απ' αυτές τις μέρες αποφάσισα να επισκεφτώ το μοναστήρι του Πανωσήφη στο νοτιότερο άκρο του νομού. Ο Μεθόδιος απόλυτος.

 

- Θα κουραστείς αλλά αξίζει τον κόπο.
Χρειάστηκαν σχεδόν τρεις ώρες μέχρι ν' αντικρύσω το άσπρο σημάδι στο βάθος του ορίζοντα, σημάδι πως σ' αυτόν τον άγονο τόπο υπήρχε ζωή. Κάποιες απομονωμένες ψυχές, μεταξύ του καφέ της γης και του γαλάζιου της θάλασσας.

 

Με δειλά βήματα πλησίασα την είσοδο. Μπήκα στην εκκλησία, άναψα ένα κερί και άρχισα να παρατηρώ τις μισοκατεστραμμένες αγιογραφίες. Η ώρα κόντευε 2. Σκέφτηκα πως οι ελάχιστοι μοναχοί θα βρίσκονταν στην τράπεζα και δεν τόλμησα να τους ενοχλήσω. Με αργά βήματα αναζήτησα προσωρινό καταφύγιο στο μικρό προαύλιο της εκκλησίας, αλλά η νικοτίνη με πίεζε ν΄απομακρυνθώ. Στάθηκα σε μια υπερυψωμένη πέτρα λίγο έξω από το μοναστήρι. Αριστερά τα χωράφια, δεξιά η θάλασσα, στο μέσο εγώ κι ο καρκίνος των τσιγάρων, που τη συγκεκριμένη στιγμή έγινε η καλύτερη συντροφιά.

 

Χαμένος στις σκέψεις μου, δεν αντιλήφθηκα άμεσα τη φιγούρα του καλόγερου που πλησίαζε απ΄το αριστερό μέρος της ματιάς μου. Εκείνος ατάραχος, εγώ ξαφνιασμένος, έσβησα απότομα το τσιγάρο κι αφέθηκα να τον παρατηρώ. Κορμί ψηλό, λιγνό, άλλοτε ίσως νευρικό, σήμερα κοκκαλιάρικο, με ώμους γυρτούς προς τα μπρος. Μαλλιά λυτά, κατάμαυρα, ριγμένα προς τα πίσω. Με βήμα σταθερό βρέθηκε λίγα μέτρα μακριά. Θα περνούσε αναγκαστικά από μπρος μου κι έτσι ασυναίσθητα σηκώθηκα απότομα από το βράχο. Τώρα μπορούσα να διακρίνω καλύτερα τα χαρακτηριστικά του. Η μύτη καμπυλωτή, το σαγόνι μυτερό, τα μάτια γαλάνα και σκληρά. Οι ματιές μας συναντήθηκαν αναγκαστικά και από τα χείλη του ξεπρόβαλλε ένα ψιθυριστό καλησπέρα.

 

- Την ευχή σου γέροντα, απάντησα, μα εκείνος είχε ήδη προχωρήσει.
Μου έκανε εντύπωση αυτή η παράξενη φιγούρα και το βλέμμα ασυναίσθητα την ακολούθησε. Λίγο πριν φτάσει στην είσοδο, η φωνή διέκοψε την πορεία του.
- Πώς σε λένε γέροντα;
Γύρισε απότομα προς το μέρος μου.
- Αντώνιο, μού απάντησε με φωνή βαθιά και κάπως ξερή.

 

Για ελάχιστα δευτερόλεπτα κοιταχτήκαμε ξανά. Ντράπηκα λίγο για την περιέργειά μου και ασυναίσθητα έσκυψα το κεφάλι. Όταν το ξανασήκωσα,εκείνος είχε εξαφανιστεί. Προς στιγμή σκέφτηκα να ξαναμπώ στο μοναστήρι, αλλά μια ενδεχόμενη δεύτερη γκάφα με έστρεψε προς το δρόμο της επιστροφής.
Αργά το απόγευμα έφτασα στο Ηράκλειο κατάκοπος και πεινασμένος. Ο Μεθόδιος προετοιμαζόταν για την εκκλησία για να τελειώσει κάποιες δουλειές, όπως είπε.

 

- Τελικά, πήγες στον Πανωσήφη; Με ρώτησε λίγο πριν φύγει.
- Πήγα. Είχες δίκιο είναι πολύ όμορφα εκεί.
Χαμογέλασε δίχως ν' απαντήσει.
- Γνώρισα έναν καλόγερο.
Τα μάτια του γέμισαν απορία.
- Ποιον, τον Παχώμιο; Μόνο αυτός εμφανίζεται. Οι άλλοι τρεις αποφεύγουν τον κόσμο.
- Όχι, τον Αντώνιο.
Το απορημένο βλέμμα του Μεθόδιου έγινε πιο έντονο αυτή τη φορά.
- Δεν υπάρχει μοναχός Αντώνιος στον Πανωσήφη.
- Μα πώς; Αφού Αντώνιος μου είπε . Το θυμάμαι πολύ καλά και άρχισα να τον περιγράφω.
Με διέκοψε απότομα μ' ένα αχνό χαμόγελο και ένα φιλικό χτύπημα στον ώμο.
- Δεν υπάρχει γενικά μοναχός με το όνομα Αντώνιος. Είναι ένας άτυπος νόμος, να μη δίδεται αυτό το όνομα προς τιμήν του Μεγάλου Αντωνίου, του ιδρυτού του μοναχισμού. Λάθος άκουσες παιδί μου.
Τα μάτια μου σκοτείνιασαν, το χείλι μου έπαιξε κάπως σε σπασμό θυμού.
- Μα πώς; Αντώνιος μου είπε.
Ο Μεθόδιος βρισκόταν ήδη στην πόρτα, όταν μου ξανάπε με στωϊκό ύφος.
- Λάθος άκουσες. Θα τα πούμε το βράδυ.

 

Είναι οι στιγμές αυτές που αρχίζεις ν' αμφιβάλλεις για πολλά. Πίστεψα πως έκανα λάθος, πως τα επιχειρήματα του Μεθόδιου σάρωσαν την ακοή μου.

Οι μέρες κύλησαν δίχως να σκεφτώ ξανά τη φιγούρα του μονάχου. Έτσι κύλησαν και τα χρόνια της αναζήτησης.

Υποσχέσεις, ελπίδες, απογοητεύσεις.

 

Μ' αυτό το τρίπτυχο συντροφιά συνέχισα να ψάχνω τους πραγματικούς μου γονείς. Εννέα χρόνια χρειάστηκαν, μέχρι να δεχτώ το τηλεφώνημα που θα μου αποκάλυπτε πως ένας φάκελος σε κάποιο γραφείο γνώριζε περισσότερα από εμένα για μένα. Η απόσταση που με χώριζε από την αλήθεια ήταν 500.000 χιλιάδες δραχμές. Τόσο πουλιόταν η «δήθεν» απόκρυφη πλευρά του νόμου. Δύο χέρια αντάλλαξαν επίθυμίες. Το ένα έδωσε, το άλλο πήρε και γω σαν αποστασιοποιημένος παρατηρητής αποσύρθηκα με αγωνία στο χώρο που μου παραχώρησε ο ιδιωτικός ερευνητής...

 

ΠΡΑΞΙΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ

 

Η καρδιά μου χτύπησε αγωνιακά στην ελάχιστη προσμονή. Τα δάκρυα στα μάτια θόλωσαν την εικόνα. Είκοσι δευτερόλεπτα, σχεδόν τίποτα μέσα στο χρόνο, μέχρι το κάτω μέρος της σελίδας.

 

Γονείς του άρρενος τέκνου ήτο οι: Κυριάκος Δελής του Αντωνίου, εκ Τρικάλων ορμώμενος, πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού και Lora-Maria Pinonti του Mauro εκ Σικελίας ορμώμενη, αρχιτέκτων...
Αυτοί ήταν λοιπόν. Για πρώτη φορά μάθαινα τα ονόματά τους.

Άξαφνα όμως τα δάχτυλα έσφιξαν το χαρτί.
Κυριάκος Δελής του Αντωνίου, επανέλαβα δυνατά. Το μυαλό συνειρμικά μεταπήδησε σε άλλες εικόνες. Ο πατέρας Κυριάκος, ο παππούς Αντώνης. Αν με είχαν μεγαλώσει αυτοί, μάλλον θα είχα το όνομα του παππού μου. Αντώνιος.

Εννέα χρόνια πίσω. Στον Πανωσήφη. Σε κείνον τον καλόγερο που πίστεψα πως είδα, που πίστεψα πως άκουσα λάθος τ' όνομα του, που μού μίλησε τελικά για την αλήθεια της ζωής μου.

 

Υ. Γ Αφιερωμένο σε όλα τα υιοθετημένα παιδιά με την παρότρυνση να μην αναζητήσουν ποτέ το γιατί.