Ναι, τη θυμάμαι! Αυτή ήταν η καρέκλα της. Μια ξύλινη, σπαστή καρέκλα, που με το χρόνο είχε αλλάξει το χρώμα της, είχε ξασπρίσει το ξύλο της. Αρχικά πρέπει να είχε ένα μελί χρώμα, που είχε πια γίνει ανοιχτό, ξεθωριασμένο, παλαιικό μπεζ. Την άφηνε συχνά έξω στην αυλή της και την ξάσπριζε ο ήλιος και η βροχή. Είχε επίσης τραυματιστεί σε διάφορα σημεία, καθώς διέκρινες σ' αυτήν χτυπήματα, γρατζουνιές και δαγκώματα από το σκυλάκι της, που όταν ήταν μικρό, φανερά ακόνιζε τα δοντάκια του στα λεπτά πόδια της σπαστής αυτής καρέκλας.


Η κυρία Ειρήνη, όπως την προσφωνούσα εγώ, όταν την έβλεπα στον κηπάκο της εκκλησίας όπου έβγαζα βόλτα το σκύλο μου, ανελλιπώς έπαιρνε το καρεκλάκι της και πήγαινε στην εκκλησία. Κουραζόταν να ψάχνει κενή θέση, όπως μου είχε εξηγήσει, ειδικά για τη λειτουργία του εσπερινού, στο γραφικό εκκλησάκι δίπλα στο σπίτι της. Ήταν μικρό και συγκέντρωνε αρκετό κόσμο, ως επί το πλείστον κυρίες στην ηλικία της κυρά Ρήνης, όπως την έλεγαν οι άλλες.


Καθώς είχε μεγαλώσει και ελαφρώς καμπουριάσει, άλλαξε το βάδισμά της, μειώθηκε η ευστάθειά της και αυξήθηκε η αβεβαιότητά της όταν κυκλοφορούσε εκτός σπιτιού, κάτι σπάνιο βέβαια εκτός από τις εντελώς υποχρεωτικές μετακινήσεις της. Μια εξ' αυτών ήταν κι ο εκκλησιασμός. Έτσι χωρίς να αλλάξει πεζοδρόμιο, έβγαινε από τη μικρή της αυλή έκανε ακριβώς ογδόντα βήματα και καθόταν με το καρεκλάκι της κοντά στην είσοδο της εκκλησίας. Εκεί ένιωθε ασφαλής.


Το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου είναι βυζαντινό, πολύ παλιό και κάποτε ήταν ετοιμόρροπο, ώσπου μια πιστή και πλουσία κυρία έκανε μια γενναία δωρεά για τη μνήμη του άντρα της, του συγχωρεμένου του Δημήτρη της και βέβαια κινητοποίησε το Υπουργείο Πολιτισμού και την Αρχιεπισκοπή για τη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έτσι το εκκλησάκι αναπαλαιώθηκε πλήρως, βάσει μελέτης. Για το διάστημα αυτό που γινόταν εργασίες στο εκκλησάκι, κάπου ένα χρόνο δηλαδή, η κυρά Ρήνη για να εκκλησιαστεί αναγκαζόταν να ανέβει μια μικρή ανηφόρα μπροστά ακριβώς από το σπίτι της και να κάνει άλλα διακόσια βήματα για να μπει στη μεγαλύτερη εκκλησία της ενορίας, αυτή του Αγίου Νικολάου. Έστηνε πάντα το καρεκλάκι της δίπλα στην πόρτα της εκκλησίας, κοντά στην είσοδο, εκκλησιαζόταν κανονικά, και επέστρεφε προσεχτικά από την κατηφόρα, ζαλωμένη πάντα με το κάθισμά της, έτσι σαν τη χελώνα, που κουβαλάει το καβούκι της, το σπίτι της. Ομοίως εκείνη κουβάλαγε, το καρεκλάκι, σαν μια πέτρα για να καθίσει, έχοντάς το μαζί της πάντα για ασφάλεια στην περίπτωση που δε θα αισθανθεί καλά είτε στο δρόμο, είτε στην εκκλησία, το μόνο μέρος για το οποίο έβγαινε από το σπίτι της.


Εγώ την είχα συναντήσει πολλές φορές στο παρκάκι, στον κήπο της μικρής αυτής εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου. Με έβλεπε με τον Γκαστόν, τον σκύλο μου, και πάντα έβρισκε μια αφορμή για να μου μιλήσει. Μου είπε ότι είχε κι εκείνη ένα σκυλάκι που το έλεγε Μπουμπού. Ένα κανίς στο μέγεθος περίπου του δικού μου που είναι γκριφόν ημίαιμο. Ο άντρας της την αγαπούσε πολύ την Μπουμπού, αλλά και εκείνη το ίδιο. Όταν πέθανε ο άντρας της, μετά από λίγο η θλιμμένη σκυλίτσα του τον ακολούθησε στο στερνό αυτό ταξίδι.
«Τι σου είναι τα ζώα; Όλα τα καταλαβαίνουν!» έλεγε με εκείνη τη γερασμένη της φωνή. « Τον αναζητούσε στο σπίτι, καθόταν στην καρέκλα του, κοιμόταν στο μέρος που κοιμόταν ο Θοδωρής μου. Τι να σου πω παιδί μου!»


Εγώ βέβαια συμφωνούσα μαζί της και συμπλήρωνα πάντα ότι οι άνθρωποι είναι οι χειρότεροι στη φύση. Αυτοί επιβουλεύονται, αυτοί καταστρέφουν, αυτοί κάνουν πόλεμο, αυτοί σκοτώνουν αναίτια, αυτοί δια της βίας επιβάλλουν με τρόμο τις απόψεις τους. Τι μπορεί να σου κάνει ένας σκύλος; Το πολύ πολύ να ζηλέψει διεκδικώντας αποκλειστικά για κείνον την αγάπη σου. Ο άνθρωπος όμως;
«Δίκιο έχεις!» έλεγε εκείνη. «Όμως όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι! Εγώ δεν θα έκανα κακό ποτέ!»


Ούτε κι εγώ κυρία Ειρήνη, όμως στο παρκάκι, που τώρα κάνω βόλτα το σκυλάκι μου έχουν βάλει παλιότερα φόλες και έχουν πεθάνει ένα σωρό γάτες. Μπορεί ένας σκύλος να τραυματίσει μια γάτα αν την πιάσει, αν και ούτε αυτό είναι βέβαιο. Εγώ γνωρίζω σκυλιά που αγαπούν τις γάτες, ο άνθρωπος όμως πετά ένα φάρμακο και εξολοθρεύει μαζικά και αναίτια! Α! Όχι αναίτια, ίσως γιατί τον ενοχλεί που η γάτα κάνει την ανάγκη της στον κήπο του και μυρίζει ή ενοχλείται καθώς λέει πως η γάτα δεν πιάνεται φίλος αναμασώντας άκριτα στερεότυπα και προκαταλήψεις.


Την στενοχώρησα εκείνη τη φορά και είπα να το μαζέψω.


«Έχετε δίκιο!» της είπα. «Κάποιοι άνθρωποι γίνονται βίαιοι απέναντι σε κάποιους άλλους, αλλά αφού εμείς δεν είμαστε τέτοιοι και υπάρχουν πολλοί σαν και μας και αφού ο Θεός μας έπλασε κατ΄εικόνα και καθ' ομοίωση και Αυτός ήταν η Απόλυτη Καλοσύνη και αφού εμείς κάνουμε έναν αγώνα καθημερινό να Του μοιάσουμε, τότε ναι, υπάρχει ελπίδα.»


Ηρέμησε η γυναικούλα και πήγε ήσυχα να εκκλησιαστεί. Πάντα καλοβαλμένη, με την κολόνια της να ευωδιάζει κάνοντας αργά και προσεκτικά βήματα κατέβαινε εκείνα τα τρία σκαλιά για να οδηγηθεί τελικά στο ναό. Αυτό ήταν το αποκούμπι της, η σταθερή συναναστροφή της και αυτό που έδινε νόημα στη ζωή της. Έβλεπε τις άλλες κυρίες, αντάλλασσαν καμιά κουβέντα και μετά απευθείας στο σπίτι της. Και το πρωί πάλι εκεί. Δε θυμάμαι ακριβώς πώς ξεκινήσαμε να μιλάμε και για άλλα θέματα. Σίγουρα η πρώτη αφορμή ήταν ο Γκαστόν. Μετά νομίζω ότι με προσέγγιζε εκείνη γιατί της είχε κάνει εντύπωση που θυμόμουν από την πρώτη φορά το όνομά της και της απευθύνθηκα με αυτό. «Καλημέρα κυρία Ειρήνη!»


«Θυμάστε το όνομά μου;» μου είχε πει.


«Αλίμονο! Προχθές σας είδα, αλλά έχω και μια θεία με το ίδιο όνομα και έτσι το συνδύασα.»


Από εκείνη τη φορά και μετά μιλάγαμε κάθε φορά που συναντιόμασταν στο παρκάκι της εκκλησίας, σταθερός προορισμός για εμένα και τον Γκαστόν. Έβρισκε πάνω μου πάντα κάτι να την ευχαριστεί, τα ρούχα μου, την εμφάνισή μου και πάντα με κέρναγε τον καλό της λόγο. Με έβλεπε να μαζεύω με το ειδικό σακουλάκι τα περιττώματα του Γκαστόν αλλά συχνά και άλλων τετράποδων που οι κάτοχοί τους αμελούσαν να περισυλλέξουν, κάτι που αποτελούσε αιτία προβληματισμού και συζήτησης περί καθαριότητας, υγιεινής, αξιοπρέπειας και σεβασμού. Μικρές, σύντομες κουβέντες, μιας και εκείνη πήγαινε να συναντήσει το υπόλοιπο εκκλησίασμα και εγώ μετά τη βόλτα έπρεπε να ετοιμαστώ για να πάω στη δουλειά μου. Μου έδειξε πού έμενε ακριβώς και με προσκάλεσε για καφέ. Ήταν ένα παλιό σπίτι πέτρινο, από τα λίγα εναπομείναντα στην περιοχή, με στενή μπροστινή αυλή, που είχε μπροστά όμως μια μουριά, που το καλοκαίρι της πρόσφερε μια καταπληκτική σκιά. Για να χαρώ αυτή τη σκιά με είχε προσκαλέσει πολλές φορές να πιούμε καφέ, αλλά εγώ χαμένη στις υποχρεώσεις μου, δεν πήγα ποτέ.


Ζούσε μόνη με μια καλή σύνταξη του άντρα της ο οποίος ήταν διευθυντής στον ΟΤΕ. Είχαν μια κόρη που ζούσε στην Αγγλία και μια εγγονή επτά ετών, την Ειρηνούλα, που την φώναζαν Αϊρίν στην Αγγλία. Καμιά φορά στη βόλτα με τον Γκαστόν, όταν λίγο ξεμακραίναμε προς εκείνη την πλευρά του σπιτιού της και περνούσαμε απέξω, πάντα μου μίλαγε και με καλούσε μέσα στην αυλή της. Περαστική έμπαινα, δίνοντάς μου αμέσως νερό παγωμένο για μένα και νεράκι για τον σκύλο μου το οποίο έβαζε μάλλον στο δοχείο της Μπουμπούς.


Υποφέρουν τα καψερά με τη ζέστη! Δεν έχεις χρόνο να καθίσεις λίγο;


Αχ κυρία Ειρήνη μου, θέλω πάρα πολύ, αλλά αυτός ο χρόνος όλο με πιέζει.


Εκείνη επέμενε: «Μα τώρα έχουν τελειώσει τα σχολεία! Δεν κάνεις ακόμα διακοπές;»


Της είχα πει ότι κάνω μαθήματα γαλλικών στο σχολείο και εκείνη μου έλεγε για την εγγόνα της που κι αυτή μαθαίνει γαλλικά καθώς η μητέρα της, παρόλο που παντρεύτηκε και ζει στο Λονδίνο, όταν ήταν μικρή έτρεχε στο Γαλλικό Ινστιτούτο και έτσι έμαθε να μιλά πολύ καλά γαλλικά. Μου έλεγε κιόλας ότι όταν έρθει η Ειρηνούλα με τη μαμά της κάποιο καλοκαίρι, θα ήταν υπέροχο αν μπορούσα να της κάνω μερικά μαθήματα. Ευχαριστιόμουν κι εγώ που το άκουγα αυτό. Έβλεπα και εκείνη την περιποιημένη αυλή με την σπαστή καρέκλα, δίπλα στην πόρτα, σαν να είναι η τσάντα της που την περιμένει να την πάρει για να φύγουν. Το σεμεδάκι στο τραπέζι του κήπου, μπροστά από την πολυθρόνα, όπου καθόταν, το καθαρό της πρόσωπο που ακτινοβολούσε. Ένιωθα συγχρόνως όμως την απεραντοσύνη της μοναξιάς της και την άβυσσο στην οποία την είχε οδηγήσει η προσωπική της παραίτηση. Έφευγα με τη μελαγχολία να μου σφίγγει την καρδιά. Την κόρη της δεν την είδα ποτέ, ούτε την εγγόνα της, ούτε κάποιον άλλον. Μόνη της, εκεί στο σπίτι της, με εκείνες τις τακτικές, τυποποιημένες κινήσεις της, την κανονικότητα της κάθε μέρας. Ήταν ευτυχής που ήταν όρθια και υπερθεματίζαμε και οι δυο ότι μένουμε στην καλύτερη γειτονιά, γιατί ό, τι θέλουμε βρίσκεται δίπλα μας στα δυο βήματα. Ο χασάπης, ο μανάβης, το ζαχαροπλαστείο, το φαρμακείο, η εκκλησία με το παρκάκι της. Όλα δίπλα, στα δυο βήματα. Το λέγαμε και σαν να σταματούσε ο χρόνος για εμένα τότε. Σα να με ρούφαγε μια μαύρη τρύπα. Κάτι δεν πήγαινε καλά τότε. Ο νόμος της σχετικότητας είναι εδώ πλήρως εφαρμόσιμος. Τόσο κοντά όλα και συνάμα τόσο μακριά. Τι είναι αυτό που καθορίζει την απόσταση; Πώς ενώ κάποιος υπερβαίνει κάθε εμπόδιο για να φτάσει στο πιο ακραίο σημείο να συναντήσει αυτόν που θέλει, δε διανύει τα δυο αυτά βήματα; Το ίδιο ερώτημα τίθεται για πολλά στη ζωή μου. Δεν είναι μόνο αυτά τα δύο βήματα, είναι και τα άλλα τέσσερα, ή τα δέκα ή τα δεκαοκτώ. Διάφοροι παράμετροι. Αμέλεια, κούραση, απαξίωση, κακές μνήμες, ο χρόνος που πραγματικά επελαύνει και δεν αντιλαμβανόμαστε ότι έτσι έφυγε τελικά μια ολόκληρη ζωή. Με μουδιασμένα άκρα και σκυφτό κεφάλι επέστρεφα στο σπίτι κάνοντας σκέψεις για όλα όσα δεν πρόλαβα να κάνω, για όλα όσα δεν πρόλαβα να πω, αλλά κιόλας για όλα όσα δεν πρόλαβα να λάβω ή ν'ακούσω. Κενό. Δεν έχω κανένα αίσθημα. Κενό. Κρίμα. Τόση σπατάλη, ή τόση λάθος εκτίμηση ή λάθος προτεραιότητες, ή διάσπαση προσοχής με αποτέλεσμα η ζωή να ρέει μέσα από τις σχισμές των δακτύλων σαν το νερό. Στενοχώρια.


Από την επομένη της τελευταίας μας συνάντησης άρχισα τις ετοιμασίες για τις διακοπές. Οι διακοπές ξεπλένουν τις πικρές σκέψεις και οπωσδήποτε η θάλασσα μπορεί να ιάνει όλες τις πληγές, ο ήλιος μπορεί να τις ξεράνει και να επουλωθούν γρήγορα. Όντως, διακοπές πλάι στη θάλασσα. Δεν υπάρχει καλύτερο! Όλοι χαλαροί, με τα βιβλία μας, με τις βόλτες, τις βουτιές, το ατένισμα του πελάγου, καλές αποσκευές για τον δύσκολο χειμώνα που έρχεται, σκέφτηκα. Γιατί όμως ; Ζω τελικά λίγες μόνο στιγμές, ενώ τις υπόλοιπες λες και πέφτω σε ένα είδος χειμερίας νάρκης από την ανάποδη. Δεν το κάνω μόνο εγώ. Δυστυχώς είναι μια μεγάλη αλήθεια για όλους. Τρέχουν όλοι να προλάβουν και να ανταποκριθούν σε υποχρεώσεις και εργασίες, που τους απομακρύνουν από την πραγματική ζωή ή ακόμα χειρότερα έχουν πεισθεί ότι αυτή είναι η πραγματική ζωή, αυτή είναι η ζωή τους, η επιλογή τους. Διανύουν χιλιόμετρα, ενώ όσα επιθυμούν μπορεί να είναι μπροστά τους, δίπλα τους. Έχουμε ίσως με όλα αυτά ξεχάσει τι επιθυμούμε.


Τέρμα αποφάσισα τότε στις διακοπές εκείνες ότι θα ξεκινήσω από τα μικρά, θα επισκεφτώ την κυρία Ειρήνη. Θα πιούμε μαζί καφέ κάτω από τη μουριά της, ο Γκαστόν θα πίνει νερό από το δοχείο της Μπουμπούς, θα μου μιλήσει για τη ζωή της, τον άντρα της, την κόρη της, πράγματα που μάλλον μου έχει πει εν συντομία στο παρκάκι ή στο δρόμο. Θα μου τα ξαναπεί και εγώ θα την ακούω σα να τα ακούω για πρώτη φορά. Έπειτα θα κάνω λίγα βήματα μέχρι το σπίτι της μητέρας μου, για να μου πει κι εκείνη τα ίδια τα δικά της και θα κάνω ότι τα ακούω για πρώτη φορά, θα συναντήσω τη θεία που αμελώ και την άλλη που νοσταλγώ και τη φίλη μου την Α, που όλο της τάζω να τα πούμε και δεν τα λέμε ποτέ και τον φίλο μου τον Γ. που όλο του υπόσχομαι και την άλλη και την άλλη και τον άλλο και όλους.


Με την επιστροφή στη βάση μας. Η μελαγχολία της επανεγκατάστασης και η δυσκολία της τακτοποίησης πήρε όλο το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, οπότε κοιμηθήκαμε όλοι κουρασμένοι ξέροντας ότι ξεκινά μια νέα περίοδος από την άλλη μέρα με νέες αποφάσεις.


Στην πρωινή βόλτα με τον Γκαστόν στο παρκάκι με καλωσόρισε ακουμπισμένη δίπλα στον κάδο της ανακύκλωσης η καρέκλα της κυρίας Ειρήνης, έτσι ξεθωριασμένη με τις δαγκωματιές της Μπουμπούς στα πόδια και πιο δίπλα είδα και το δοχείο νερού της. Αναζήτησα αμέσως με τα μάτια μου την κυρία Ειρήνη, σκέφτηκα μήπως την άφησε και πήγε κάπου ή μήπως έπεσε. Πήγα στο εκκλησάκι αλλά η πόρτα ήταν κλειστή. Τη φώναξα με το όνομά της, δεν πήρα απάντηση. Άρχισα να σκέφτομαι μήπως πήρε άλλο καρεκλάκι και έκανε εκκαθάριση και πήγα προς το σπίτι της, εξάλλου θα πίναμε επιτέλους εκείνον τον καφέ. Φτάνοντας εκεί, η πόρτα της αυλής ήταν σφαλισμένη, το ίδιο και η άλλη του σπιτιού. Δεν ήταν κανείς στην αυλή παρά μόνο η μοναξιά που διάχυτη γέμιζε το χώρο. Ήταν προφανές ότι δε θα πίναμε αυτόν τον καφέ. Το απευκταίο είχε δυστυχώς συμβεί. Πιο δίπλα είδα την πινακίδα ότι το οικόπεδο δίνεται αντιπαροχή. Δεν είχες χρόνο να έρθεις, σκέφτηκα για κείνον που νοιάστηκε για την μετέπειτα τύχη του ακινήτου, όμως αντιπαροχή έσπευσες να το βάλεις. Όποιος και να μείνει εδώ σκέφτηκα θα είναι στοιχειωμένος από την ατελείωτη μοναξιά, από την ατέρμονη προσμονή, από το χάσιμο μιας ζωής , που δεν ήρθε να πιει καφέ, να ανταλλάξει δυο κουβέντες, να μοιραστεί. Όσο και να προσευχηθεί κανείς να βρει τους αγαπημένους του, αυτό δε γίνεται παρά μόνο με απόφαση και δράση. «Όλο σε σκέφτομαι! Σε έχω στο μυαλό μου» θα πει ότι δε σε έχω στη ζωή μου!


Γυρνώντας προς το σπίτι ξαναπερνώντας από το παρκάκι με τα σκουπίδια ήταν κι άλλα πράγματα εκεί. Φωτογραφίες, κάρτες, ένας ξύλινος σταυρός, με μια άσπρη κορδέλα, ζωγραφιές της Ειρηνούλας για την γιαγιά της με αφιέρωση «Στην καλύτερη γιαγιά του κόσμου, με αγάπη Ειρηνούλα». Η ζωή ολόκληρη δόθηκε αντιπαροχή και οι μνήμες μπήκαν ενέχυρο σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο, πάντως όλα συναντήθηκαν τυχαία στο παρκάκι, δίπλα στο κάδο της ανακύκλωσης. Εις ανάμνηση πήρα την πολυκαιρισμένη σπαστή καρέκλα, ίσως μου χρειαστεί να την κουβαλώ κι εγώ μετά από χρόνια μαζί με τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις μου από μια ζωή που τράπηκε σε φυγή στα ξένα. Πήρα και το δοχείο της Μπουμπούς να πίνει ο Γκαστόν και να θυμάται και τη Μπουμπού που δε γνώρισε και τη κυρά Ρήνη, που γνώρισε, αλλά που δεν ήπιε ποτέ καφέ μαζί της.


Η Μαρία Μαρή είναι Καθηγήτρια Γαλλικών - Θεατρολόγος