Αν σου λείπει αυτός, ψάξε στα πλοία που έχασες. Ψάξε σε όσα ξέχασες ή άφησες πίσω. Σε εκείνες τις όμορφες στιγμές που –παραδέξου το- ποτέ δεν θα μετανιώσεις. Αν πάλι σου λείπει εκείνη, ψάξε μέσα σου. Ο δρόμος είναι μεγάλος και τώρα την έχεις χάσει-το ξέρω. Μα ίσως να είναι για καλό. Ίσως εκείνη να ξέρει το δρόμο. Ίσως εκείνη να θυμάται. Προς το παρόν μάλλον θα κρύβεται σε κάποια σκοτεινή γωνία. Αλλά όταν πρέπει θα εμφανιστεί.Μπορεί να μην είναι η ίδια με τότε, όμως θα είναι αυτή που πραγματικά χρειάζεσαι.

 

Τα σύννεφα κάποτε κάλυψαν  τον ουρανό της, τον ουρανό σας.Και έμειναν εκεί για τόσο καιρό που άρχισε να τα συνηθίζει. Τόσο που έπεισε τον εαυτό της ότι της άρεσαν. Ξέχασε τον ήλιο και έμαθε να ζει μέσα στο ανεκτίμητο, όπως έλεγε, γκρίζο. Κάθε απόγευμα που η βροχή χτυπούσε το παράθυρό της, έπαιρνε μια κούπα καφέ στο χέρι και χάζευε τις σταγόνες. Κυλούσαν νωχελικά και εκείνη παρατηρούσε την πορεία τους. Ήταν πράγματι όμορφες μα κανείς δεν τις πρόσεχε.Είχε να το λέει. Εκείνο τον καιρό είχε αναπτύξει το ταλέντο να διακρίνει όσα οι γύρω της αγνοούσαν. Ο ήλιος δεν τις έκανε εντύπωση. Τα πεσμένα φύλλα όμως; Τα ξερά κλαδιά; Οι σχηματισμοί που έπαιρναν τα σύννεφα; Ναι όλα αυτά κοίταζε.Όσο περίμενε, τόσο παρατηρούσε. Εξάλλου δεν είχε άλλη εναλλακτική. Εκείνος είχε φύγει.

 

Και είχε πάει κάπου που όλα όσα άρεσαν σ'εκείνη ήταν καθημερινότητα. Ίσως γι'αυτό είχε αρχίσει και να τα προσέχει. Η πραγματικότητα του που ήταν τόσα μίλια μακριά από τη δική της, ερχόταν κατά κάποιο περίεργο τρόπο δίπλα της όταν έψαχνε όσα τον θύμιζαν. Και ήταν τόσο πολλά αυτά.Της φαινόντουσαν μελαγχολικά κι όμως δεν ήξερε το λόγο. Να ήταν έτσι πραγματικά ή απλά επειδή αντιπροσώπευαν εκείνον; Η αλήθεια είναι πως η κατάσταση αυτή την ενοχλούσε. Δεν είχε συνιθίσει τον εαυτό της έτσι και δεν της άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε. Αν εκείνος ποτέ δεν γυρνούσε, δεν ήξερε τι θα κάνει. Εκείνος κι εκείνος. Ξέρεις καμιά φορά αλλάζει πρόσωπα. Δεν είναι κάποιος συγκεκριμένος. Είναι αυτός που εκείνη θέλει κάθε φορά. Ένα πρόσωπο όμως μένει σταθερό. Τα προσωπεία, οι μάσκες χάνονται μέσα σε λίγες μέρες μα η δική του φιγούρα είναι η ίδια. Το απόλυτο απωθημένο. Η πρώτη άρνηση. Το πρώτο τραύμα.

 

Κι εγώ; Θα ρωτάς ποια είμαι εγώ. Είμαι η φωνή της. Τα μάτια της. Το άγγιγμα της. Κι αν εκείνη σταμάτησε να νιώθει, μια μέρα θα της τα μεταβιβάσω εγω. Όταν τη βρω θα σου τη δείξω. Δεν μπορώ να σου τη φέρω.Ξέρεις, δύσκολα μπορεί να την πιάσει κανείς. Μια λάθος κίνηση κι έχει πετάξει. Γιατί μια ζωή θα τον ψάχνει στο δικό τους ουρανό. Σε εκείνο που δημιούργησε μέσα στο κεφάλι της και δεν αφήνει κανέναν να μπει. Τους τυχόν εισβολείς δεν φοβάται να τους επιτεθεί, ακόμα και να τους σκοτώσει. Δεν την ξέρεις καλά.Μη φανταστείς, κι εγώ τώρα αρχίζω να τη μαθαίνω