Ήταν ένα γκρίζο μεσημέρι του Φλεβάρη κάπου στη βόρεια Ευρώπη. Έσκεπε τον πεπλατυσμένο τοπο ένας γκρίζος ουρανός κι έκανε κρύο. Ένα μπουλούκι ανθρώπων, τους οποίους ένωνε μία επί ετών καθημερνή συνύπαρξη, έμπαιναν σ'ένα εστιατόριο με γκρί τοίχους που έστεκε στην όχθη μιας γκρίζας λίμνης. Πήγαιναν κάτι να γιορτάσουν. Όλοι μαζί.


Καθώς η μία πλευρά του εστιατορίου αντί τοίχου είχε μία τεράστια τζαμαρία, όλο το αποθεωτικά γκρί αυτό τοπίο εισέβαλλε στο χώρο και γινόταν ένα με το εσωτερικό του εστιατορίου. Να μην ξεχάσω σας πω επίσης, ότι ο χώρος είχε κλειστεί πριβέ, ειδικά για εκείνη την περίσταση. Και ποιά ήταν λοιπόν αυτή η περίσταση ; Ένας συλλογικός συναδελφικός αποχαιρετισμός σε ένα μέλος της ομάδας του οποίου η θητεία έφτανε, μετά από 35 χρόνια, στο τέλος της. Δεν μπορώ να σας «προδώσω» πολλά, για ευνόητους λόγους, μα θα σας πω μόνο ετούτο: πως την απόδοση αυτής της τιμής έκανε ακόμη πιο σημαίνουσα, πιο εύθραυστη και συγκινητική η θέση εκείνης που αποχωρούσε στην ιεραρχία. Ήταν μία θέση εργασίας όχι τόσο «ευγενούς» σε σχέση με τους υπολοίπους, ήταν, ας το πούμε έτσι, μία από τις «εργάτριες» της ομάδας.


Βρέθηκα λοιπόν κι εγώ κάπου εκεί, ανάμεσα στο αμήχανο μπουλούκι, μαζί με άλλα όψιμα αλλά και γηραιότερα μέλη του. Σε πρώτη φάση, γυρόφερνουσα, χαχανίζουσα και καλημερίζουσα όσους είχα καιρό να δω, όπως λίγο-πολύ έκαναν όλοι, ανάμεσα σε καναπεδάκια καπνιστού σολωμού και περιφερόμενους δίσκους με ποτηράκια σαμπάνιας. Όταν όμως κάποιος χτύπησε ένα κουταλάκι τρις πάνω σ'ένα ποτηράκι σαμπάνιας, κατάλαβα πώς εισερχόμουν σε μια περίεργα ιδιαίτερη στιγμή.


Πώς λένε οι άνθρωποι λοιπόν αντίο στους ανθρώπους; Πώς τους περιποιούν την τιμή ενός τύποις αποχαιρετισμού μετά από έτη καθημερνής συνύπαρξης; Τέσσερις από τους αρχαιότερους θα αναλάμβαναν εκείνο το «καθήκον». Είχαν συνυπάρξει όλοι μαζί με την τιμώμενη Ζακλίν από 30 έως 35 χρόνια.


Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο πρώτος «χαιρετισμός» θα διαβαζόταν...δι'αντιπροσώπου, παρόλο που η συντάκτριά του ήταν εκεί. Δεν μπορούσε, θα δικαιολογούνταν μετά, να αντέξει την συναισθηματική φόρτιση...δικαιολογία πιο γκρίζα κι από ψέμα. Η δεύτερη, θα έπαιρνε αμήχανα τον λόγο και θα πλησίαζε δειλά την Ζακλίν κρατώντας μία σακκούλα δώρου. Η φωνή της έμοιαζε να αντιπαλεύει την βεβιαμένη αυτοεπιβολή μίας συγκίνησης που δεν ήθελε να νιώσει: «Πόσα χρόνια δουλέψαμε μαζί, Ζακλίν. Πολλά χρόνια...». Εστίασα τα μάτια μου εξεταστικά πάνω της, γιατί καθώς έλεγε αυτή τη φράση, κοιτούσε το κοινό, και όχι εκείνην στην οποία υποτίθεται την απηύθυνε. Και αυτό όμως το κοίταγμα στους άλλους, διαπερνούσε ακόμη και εκείνους, κι έφευγε...χανόταν μέσα στο μυαλό της, στον ίδιο της τον εαυτό, μή δυνάμενο να απευθυνθεί εν τέλει σε κανέναν. Σαν ες αεί ενοχή. Σαν να έψαυε μέσα της εκείνην την μη-απευθυντέα συγκίνηση που την έφερνε πίσω σ'εκείνα τα χρόνια...που ήταν πολλά, και οι αλήθειες τους όπως και το ψέμα τους, θα λεγε κανείς, πως βάραιναν εξαιρετικά όχι λόγω – μα επ'αφορμή – της στιγμής. Τί κρίμα, σκέφτηκα. Γίνονταν θαρρείς, εκείνη η μη κατορθωμένη συγκίνηση σχεδόν ανυπόφορη για τους πρωταγωνιστές εκείνων των χρόνων...τους έβρισκε, τους στόχευε και τους τόξευε σ'εκείνη την ανύποπτη στιγμή τιμής, που γινόταν αναπότρεπτα και στιγμή ανάδυσης μνήμης. Όπως για εκείνην την κυρία. Είπε άλλες δυο-τρεις λέξεις και ξεφορτώθηκε στα χέρια της Ζακλίν την σακκουλίτσα με την ορχιδέα, το δώρο της. Τέλος, ο τρίτος στη σειρά, ψέλλισε τα λόγια του μόνο για εκείνον. Έβλεπες στα χείλη του ότι κάτι έλεγε, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Άφησε κι εκείνος μία σακκουλίτσα στα χέρια της Ζακλίν, που στεκόταν εκεί...ακόμη...και που είχε γίνει ξαφνικά μια αφορμή για κάτι...που μας αφορούσε όλους, και που δεν είχε ευθεία σχέση με τον αποχαιρετισμό της.


Τέλος, ο τέταρτος στη σειρά. Ίσως το γηραιότερο μέλος του γραφείου, που αρνείται πεισματικά εδώ και χρόνια να εγκαταλείψει το χώρο, παρότι η ηλικία του τού το επιτρέπει. Έστησε το κορμί τόσο «στεντόρεια» απέναντί της, σαν απέναντι στον ίδιο τον χρόνο. Τόσο πολύ και ηθελημένο έμοιαζε το σθένος που με προσπάθεια απέπνεε το γέρικο κορμί του, που σε συγκινούσε βαθειά, και σε καλούσε να πιστέψεις στο ακόμη ανείπωτο, στο επικείμενο. Τα χέρια του κρατούσαν ένα μικρό χαρτάκι...να μην ξεχάσει. Είχε σημασία για εκείνον να μην ξεχάσει. Έτσι γίνεται άλλωστε πάντα, μ'αυτή την έγνοια ζει εκείνος που συν-αισθάνεται το συμβολικό βάρος των στιγμών – όχι ως γράμμα κενό και τύπο – αλλά ως ουσία των πραγμάτων, σκέφτηκα. Μία ουσία που αισθανόμαστε ότι οφείλουμε να την απευθύνουμε στο πρόσωπο – και πέρα από εκείνο. Σαν μία πίστη που στοχεύει και αποτίει τιμή στην παρουσία των ανθρώπων. Στο ότι ήταν εκεί. Υπήρξαν εκεί. Στάθηκαν εκεί. Λίγο πιο δίπλα μας, λίγο πιο μακριά μας. Για χρόνια. Σε μια συνύπαρξη που μακροημέρευσε ανάμεσα σε γκρίζους τοίχους, πρωινές σιωπές, κλειστές πόρτες, διαδρόμους, λόγια και αιτήματα.


Ευτυχώς είχε μιλήσει. Αισθάνθηκα κάτι σαν ανακούφιση...σαν να «ετάφη επιτέλους ο νεκρός». Σαν να έγινε η τιμή. Τα μάτια της Ζακλίν ήταν για πρώτη φορά έτοιμα να δακρύσουν. Αυτό ήταν για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι αυτό που ένιωσα λίγα δευτερόλεπτα πριν ανταποκρινόταν πάλι σε αυτό το κάτι. Στο κάτι παραπάνω...στο υπερβατολογικό δέον των ουσιαστικών συμβολισμών.
Βιαστικά μετά, μαζέψαμε τις σακκουλίτσες, τις ορχιδέες, το γκρι της στιγμής και περάσαμε στο τραπέζι...εύθυμοι, κι έχοντας αφήσει πίσω αυτό το πρόσκαιρο «άνοιγμα» της πληγής του παρελθόντος. Καθήσαμε όλοι μαζί. Τον τόνο της κατακλείδας θα έδινε η στιχομυθία δύο συναδέλφων που θαύμαζαν το τοπίο από την τζαμαρία, στην οποία εγώ, καθήμενη απένταντί τους στο τραπέζι, είχα γυρισμένη την πλάτη:
«Κοίτα, Κριστόφ, μα δεν είναι μανιφίκ (υπέροχο)...»
«Ω, μα ναι, Αρνό...είναι όντως μανιφίκ».


Γύρισα το σώμα μου, να δω μήπως είχε μεσολαβήσει κάτι κοσμοιστορικά όμορφο. Είδα ό,τι ακριβώς είχε προκαλέσει την θλίψη των ματιών μου στην αρχή. Μια γκρίζα λίμνη, ένας γκρίζος ουρανός, ένα ακόμη πιο γκρίζο δάσος...κι ομίχλη, ομίχλη, ομίχλη. Για δέκατα του δευτερολέπτου, και με τις άκρες των ματιών μου να τους κοιτάζουν ακόμη καθώς εξακολουθούσαν να ατενίζουν εκστασιασμένοι το γκρι, αναρωτήθηκα αν σοβαρολογούσαν, ή αν απλά σπαταλούσαν τις ανάσες των ματιών τους ζεσταίνοντας λίγο την αμηχανία της συνύπαρξής τους γύρω από ένα άβολο συναδελφικό τραπέζι.


Μετέωρη ανάμεσα στον αινιγματικό – σχεδόν εξωτικό για μένα – ρητό θαυμασμό τους και στο απόλυτο γκρι που θάμπωνε ακόμη της άκρη του βλέμματός μου, προσπάθησα με όλη μου την δύναμη να απαντήσω στην διερώτησή μου, προσπάθησα να νιώσω στον αέρα που μας χώριζε τους αδιόρατους «σπασμούς» των σκέψεων τους, εκείνων πού ήλπιζα πως έσκαγαν σαν κύματα στο μέσα μέρος από το στέρνο τους. Ήλπιζα στον παφλασμό αυτών των κυμάτων...στην υποψία – στην ελπίδα – παλινωδίας που εκείνα ενσαρκώνουν για τους ανθρώπους και τις ψυχές τους...μα δεν μπόρεσα να διαβλεψω, δεν μπόρεσα να «δω» στα σίγουρα αν κάτι όντως πάφλαζε...όσο κι αν αφουγκράστηκα. Δεν θα το μάθω μάλλον ποτέ...ίσως όμως και κάποτε...ποιός ξέρει ; Ας μην σφραγίσουμε το τέλος μ'ένα -ακόμη- ποτέ. Ίσως λοιπόν...Ίσως...κάποτε!
Αντίο, Ζακλίν.