Πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούσαν πραγματικούς χαρακτήρες και γεγονότα στα έργα τους, βάζοντας όμως πάντα ψευδώνυμα. Τι θα γινόταν, σκέφτηκε ο Τρούμαν Καπότε, αν αντί για ψευδώνυμα αποκάλυπτε όλα τα πραγματικά στοιχεία; Από τη μία, κόλαση. Από την άλλη, ένα από τα πιο ζουμερά μεταθανάτια μυθιστορήματα.


Εκείνο το πρωινό του 1975 που το περιοδικό Esquire κυκλοφόρησε με την προδημοσίευση ενός κεφαλαίου από το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημά του Answered Prayers (Όταν οι Προσευχές Εισακούονται) η κλειστή κοινωνία των πλουσίων και διασήμων έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Και η αλήθεια είναι ότι στα '70ς αυτό δε συνέβαινε και πολύ συχνά.
Συγγραφέας μυθιστορημάτων με εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία όπως το Εν ψυχρώ και το Πρόγευμα στο Τίφανις, ο Καπότε ζούσε για την αναγνώριση, την κοσμική ζωή και τα πάρτι. Άλλωστε το 1966 είχε διοργανώσει το γνωστότερο πάρτι όλων των εποχών, τον ασπρόμαυρο χορό μεταμφιεσμένων στο Plaza της Ν. Υόρκης, καλώντας 500 «από τους καλύτερους του φίλους».

 

Πώς να χάσετε όλους σας τους φίλους σε ένα πρωινό!
Mε τη Μέριλιν σε πάρτι

 

Ξαφνικά τους έχασε όλους.

 

Γράφοντας για τον μικρό και κλειστό κύκλο των Αμερικανών και Ευρωπαίων ζάπλουτων, δεκαετίες πριν να γεμίσει τις σελίδες του ο Μπρετ Ίστον Έλλις με ονόματα υπαρκτών celebrities, ο Καπότε έκανε το κουτσομπολιό τέχνη, την αδιακρισία αφήγηση. Ο κεντρικός του ήρωας είναι μια ωραιοποιημένη έκδοση του εαυτού του. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι είναι τελείως αληθινοί.

 

Έντρομες δεκάδες διασημότητες (καλλιτέχνες, σύζυγοι γερουσιαστών, κοσμικοί του Παρισιού και της Ν. Υόρκης, μέλη βασιλικών οικογενειών) είδαν τα άπλυτά τους να βγαίνουν στη φόρα. Με την κοσμική πορνογραφία του Answered Prayers ο Καπότε δάγκωσε το χέρι που τον τάιζε και χτύπησε την υποκρισία του πλούτου, χτυπώντας ταυτόχρονα και το κεφάλι του στον τοίχο. Περιέγραψε με κάθε πικάντικη λεπτομέρεια την αριστοκρατική παρακμή, «μια ατμόσφαιρα πολυτέλειας και εξάντλησης, κάτι σαν ένα ωριμασμένο ρόδο που έχανε σιγά σιγά τα πέταλά του».

 

Οι φίλοι του τον αντιμετώπισαν ως μαρτυριάρη, ως το καρφί της τάξης και δεν του ξαναμίλησαν. «Τι νομίσαν δηλαδή, ότι βρίσκομαι μαζί τους μόνο για να τους διασκεδάζω;» απάντησε. Λόγω όμως της γενικής κατακραυγής δεν ολοκλήρωσε ποτέ το «μυθιστόρημα», το οποίο τελικά εκδόθηκε ημιτελές το 1987, τρία χρόνια μετά το θάνατό του.
Πολλές από τις κακίες που γράφονται στο βιβλίο δεν είναι άμεσα δικές του, αλλά ατάκες από συζητήσεις αστέρων που ο ίδιος κρυφάκουσε. Αυτά τα κουτσομπολιά είναι και τα πιο φαρμακερά.


Αυτούς που ο Καπότε συμπαθεί πραγματικά, τους καλύπτει, όπως τον «μεγαλύτερο θεατρικό συγγραφέα του 20ου αιώνα» που τον αποκαλεί «κύριο Ουάλας» (από τα λίγα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούνται) και ο οποίος έχει διάφορες τραγελαφικές περιπέτειες με ζιγκολό.

 

Αυτούς όμως που ο Καπότε δεν συμπαθεί τους σφαγιάζει. 

 

 

 

Όταν διάβασα το βιβλίο κράτησα σημειώσεις...

 

  

Για την Τζακι Κένεντι: εξεζητημένη, όχι και τόσο πραγματική γυναίκα, δινει την εντύπωση πετυχημένης drag queen που υποδύεται την Τζακι Κένεντι.


Για τους αρσενικούς Κένεντι: απίστευτοι γυναικάδες, σαν τα σκυλιά που όπου βλέπουν δέντρο πρέπει να το κατουρήσουν.


Για την Γκρέτα Γκάρμπο: έχει πλέον κάτι το μαραμένο , το ξεραμένο, επειδή πέρασε τη ζωή της αγαπώντας μόνο τον εαυτό της, κι αυτόν όχι πολύ.

 

Για τον Μοντγκόμερι Κλιφτ: μεταφορά διαλόγου της συγγραφέως Ντόροθι Πάρκερ με την ηθοποιό Ταλούλα Μπανκχεντ: «Ο ωραιότερος άντρας που έχω δει ποτέ μου. Τι κρίμα που είναι ψωλορουφήχτρας. Δεν είναι έτσι Ταλούλα;» «Τι να σου πω κούκλα μου; Τη δικιά μου πάντως την ψωλή δεν την έχει ρουφήξει».

 

Για τους Ζαν Πολ Σαρτρ και Σιμόν Ντε Μποβουάρ: Ο μονόφθαλμος κιτρινιάρης Σαρτρ με το τσιμπούκι στο στόμα και η γεροντοκόρη ερωμένη του, η Ντε Μποβουάρ, στο πλάι του, ήταν συνήθως καθισμένοι σε μια γωνιά σαν παρατημένες κούκλες κάποιου εγγαστρίμυθου.

 

Για τον τότε Πρίγκηπα Παύλο της Ελλάδας: Πριν ανέβει στο θρόνο τα είχε με τον Ντένι, περιπλανώμενο ζιγκολό και έκαναν μαζί το ίδιο τατουάζ στη Βιέννη, ένα μικρό γαλάζιο σύμβολο.


Για τον παρουσιαστή Τζόνι Κάρσον: νυχτερινός TV κλόουν, σαδιστής.


Για το συγγραφέα J. D. Salinger: μάλλον κλαίει πολύ εύκολα, ταυτόχρονα ιδιοφυής αλλά και απλώς βλάκας.


Για τους πλούσιους Έλληνες: ατάκα της «Μαύρης Δούκισσας»: Έχουν σκοτεινά μυαλά. Μοιάζουν στους υπόλοιπους ανθρώπους όσο και τα κογιότ στους σκύλους. Μοιάζουν αλλά δεν είναι.


Για τον Ζαν Κοκτώ: μια κινητή ακτίνα λέιζερ, δεν μπορεί να βασίζεται κανείς απόλυτα στα λεγόμενά του.


Για τον συνθέτη Κόουλ Πόρτερ: είχε ξεμωραθεί τα τελευταία χρόνια...έδιωξε έναν επιβήτορα σερβιτόρο που του ζητούσε 2000 δολάρια για μια πίπα.


Για τον Αλμπέρ Καμύ: άτολμος, με μια σφυριχτή φωνή αλλά και έτοιμος να ακούσει ό,τι έχεις να του πεις, ένα ευπροσήγορο άτομο.

 

Για τον Τζ. Εντγκαρ Χούβερ: φαρμακοκώλης, κίναιδος με φρεόν στις φλέβες του για να του κρατάει παγωμένο το αίμα.

 

Για την συλλέκτρια Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ: έχει τη συνήθεια να κροταλίζει τις ψεύτικες μασέλες της, είναι ίδια ο Μπερτ Λαρ με μακρύ μαλλί.

 

Πάλι για την Γκρέτα Γκάρμπο: (από συνομιλία της με τον φωτογράφο Σεσίλ Μπίτον)

Μπίτον: «Το χειρότερο πράγμα για μένα όσο γερνάω είναι ότι βλέπω τα τέτοια μου να μαζεύουν.» 

Γκάρμπο: (μετά από μια πένθιμη παύση) «Τι καλά που θα' ταν να μπορούσα να πω κι εγώ το ίδιο».

 

 

=== 

 

 

Μετά την προδημοσίευση του Answered Prayers, ένας από τους ελάχιστους που κράτησαν επαφή με τον Καπότε ήταν ο στενός του φίλος Andy Warhol (μάλλον επειδή δεν έτυχε να τον κράξει ο Καπότε στο βιβλίο του).

 

Για την τρικυμιώδη φιλία τους, έγραψα ένα ξεχωριστό ποστ, και είναι εδώ: Οι 15 πιο φαρμακερές κακίες του Andy Warhol για τον Truman Capote