Ζητώ από δημοσιογράφους που εκτιμώ να μου γράψουν για συνεντεύξεις που τους έμειναν αξέχαστες και που αν μπορούσαν θα ήθελαν να ξαναζήσουν.
Σήμερα, θυμάται η Χριστίνα Γαλανοπούλου.

 

 

Η πιο Ενδιαφέρουσα Συνέντευξη που Πήρα Ποτέ ήταν από την Αγγελική Σωτηροπούλου

 

Αγγελική Σωτηροπούλου: Η γυναίκα που άφησε τα ΜΜΕ γυμνά

 

Ποτέ δεν τα πήγα καλά με τις εξ αποστάσεως συνεντεύξεις. Αυτές που γίνονται μέσω e-mail, τηλεφωνικά, παλιότερα με fax και αριθμημένα «σεντόνια» θερμικού χαρτιού που λίγο καιρό μετά ξεθώριαζε.

 

Αν δεν συντρέχει λόγος, το «εξ αποστάσεως» πρακτικά «ξαναβαφτίζει» αυτό που κάνεις: δεν είναι συνέντευξη. Είναι διεκπεραίωση.

 

Με την Αγγελική Σωτηροπούλου δεν ήταν αυτό.

 

Το 2003, με το φροντισμένα εντυπωσιακό «μπαμ» της «17Ν», τις γιάφκες να εντοπίζονται «μαγικά», τις απανωτές συλλήψεις, το... καμάρι των Ολυμπιακών Αγώνων να καραδοκεί, το άγχος να «συμμαζευτούν» όλα, να μπει στο φαράσι και το τελευταίο σπασμένο γυαλάκι και μετά να σκουπιστούν όλα κάτω από το χαλί, δεν υπήρχε τρόπος – και χρόνος – για να μιλήσει κάποιος αλλιώς με τη σύντροφο του Δημήτρη Κουφοντίνα.

 

Οι διαδικαστικές συνεννοήσεις γίνονταν αναγκαστικά με τη δικηγόρο της Σωτηροπούλου, Ιωάννα Κούρτοβικ: με τη δίκη της «17Ν» σε εξέλιξη, με απίθανα πράγματα να τσαμπουνιώνται και να γράφονται παντού, χωρίς ίχνος δεοντολογίας και πολύ περισσότερο τσίπας, με ακρότητες, δημοσιογραφικές τσιρκολανιές και τους γνωστούς συνήθεις υπόπτους καναλάρχες και εκδοτάδες στα «κάγκελα».

 

Η συνέντευξη που παραχωρήθηκε τότε στο περιοδικό “Nemecis” (τευχ.36, Απρίλιος 2003) ήταν από τις πρώτες που είχε δώσει τότε, μία από τις γυναίκες που το όνομα της έμελε να γραφτεί στα πρακτικά μιας ιστορίας – φιέστας, τρόπαιου συγκεκριμένων, απολύτως συγκεκριμένων, συνθηκών.

 

Η πιο Ενδιαφέρουσα Συνέντευξη που Πήρα Ποτέ ήταν από την Αγγελική Σωτηροπούλου

 

Από το «τότε» κρατάω πολλά. Από αυτή τη συνέντευξη τα περισσότερα. Την είδα σαν μάθημα.  Έκτοτε μίλησα με πολλούς και διάφορους, μεγάλους, μικρομέγαλους, διασημότητες στην ασημαντότητα τους, και ενδεχομένως θα μπορούσα να κρατήσω κάτι από αυτούς, από το καλο-αμπαλαρισμένο ψέμα, τις έξοχες δημόσιες σχέσεις, τα γλυκερά κλισέ που συγκινούν πολύ κόσμο, η αλήθεια είναι.

 

Ωστόσο, εκτίμησα την προσπάθεια αυτής της γυναίκας να μείνει όρθια, την ώρα που γκρεμιζόταν το – προσωπικό της – σύμπαν. Να είναι διαυγής, ενώ έβλεπε τη ζωή της ολόκληρη να «σπάει» σε τεμάχια και να σερβίρεται, ζεστή ή κρύα, ωστόσο πάντα με «σάλτσες», να αντέχει να αναμετριέται με την καταμέτρηση της φυλακής, τη στιγμή που στραβοτιμονιές απόγνωσης και πανικού θα εκτιμούνταν αναλόγως.

 

«Πώς να περιγράψω ένα αφόρητα μονότονο, άδειο και γκρίζο 24ωρο, ίδιο και απαράλλαχτο με το χθεσινό και το αυριανό! Ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα δεν υπάρχει καμία διαφορά. Είτε είσαι μέσα είτε είσαι έξω από το κελί, τα μάτια βλέπουν μόνο και πάντα τοίχο. Αν και άνοιξε η πόρτα του κελιού μετά την απεργία πείνας που έκανα, συνεχίζω να ζω δυόμιση μέτρα κάτω από τη γη, σ’ έναν διάδρομο ένα επί οκτώ, χωρίς ήλιο και αέρα, με τεχνητό φως νύχτα μέρα...» (για το πώς περνούν οι μέρες μέσα στη φυλακή)

 

«...Από την αρχή αυτής της ιστορίας, δεν πέρασε στιγμή που να μην ήταν στραμμένα επάνω μου τα ΜΜΕ. Αναλυτές, ανεκδιήγητοι φυσιογνωμιστές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, θεωρούσαν ότι είχαν δικαίωμα να με διασύρουν, να ευτελίζουν και να ποδοπατούν την προσωπική και οικογενειακή μου ζωή χωρίς κόστος. Με κυνήγησαν μέρα και νύχτα, κλέβοντας εικόνες του παιδιού μου και στη συνέχεια με κατηγόρησαν ότι το χρησιμοποίησα... Αυτά είναι τραύματα που δεν θα ξεπεράσω ποτέ στη ζωή μου. Επικρίθηκα ακόμη και γιατί δεν ήξερα να “αντιμετωπίσω” τα μέσα ενημέρωσης , θαρρείς και ήμουν υποχρεωμένη να ξέρω πώς πρέπει να σταθώ “απέναντι” τους» (για την κανίβαλλη στάση των ΜΜΕ εκείνη την εποχή)

 

«Η ζωή μας ανατράπηκε, τίποτε δεν θα είναι ξανά το ίδιο. Δεν μπορώ να κάνω όνειρα, ιδίως μέσα στη φυλακή. Αν για ‘μένα είναι δύσκολο να αντιμετωπίσω την κατάσταση, για το παιδί είναι δυσβάσταχτο. Μετά από αυτά που πέρασε το καλοκαίρι, και ενώ από την ημέρα που με προφυλάκισαν έμεινε ολομόναχο, κάποιοι θεώρησαν καλό να του στερήσουν και την ελάχιστη επαφή μαζί μου. Λίγοι είδαν την εικόνα ενός παιδιού που δίνει γροθιές για να σπάσει το αλεξίσφαιρο τζάμι. Για να τιμωρήσουν εμένα, διέλυσαν το παιδί. Αργότερα, επέτρεψαν να το αγγίξω για 10 λεπτά και μετά από δικαστική απόφαση να το βλέπω ελεύθερα για μισή ώρα την εβδομάδα..... Δεν ξέρω αν υπάρχει αύριο για εμάς. Αυτό που προσπαθώ είναι να τον βοηθήσω να μη χάσει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους». (για το παιδί της και τις αντιδράσεις του σε όσα συνέβαιναν)

 

Η πιο Ενδιαφέρουσα Συνέντευξη που Πήρα Ποτέ ήταν από την Αγγελική Σωτηροπούλου

 

Αυτά από τη συνέντευξη. Η οποία πήγε «πακέτο» με όσα ζούσαμε εκείνη την εποχή μέσα και έξω από την Ευελπίδων. Λόγου χάριν, δεν ξεχνάω έναν από τους... πνευματικούς ανθρώπους του τόπου. Δυστυχώς, η επόμενη συνέντευξη που είχα προγραμματίσει, ήταν μαζί του. Πάνω στην κουβέντα και λίγο πριν πατήσω το REC άρχισε να με ρωτάει για τα όσα έβλεπα στη δίκη, για τη συνέντευξη με τη Σωτηροπούλου, για το πόσο... ερωτεύσιμες ήταν οι γυναίκες της «17Ν», για το αν οσμίστηκα «έρωτα, αρσενικό και παλιά δαντέλα» (sic) στην όλη διαδικασία... Ο τύπος συγκέντρωνε υλικό για το επόμενο έργο (τέχνης) του.

 

Και προτιμούσε να το πάρει ντελίβερι από κάποιον που κάλυπτε το θέμα, από το να πάει να κάνει μια έρευνα της προκοπής και μετά να μεγαλουργήσει τελοσπάντων με τον τρόπο που είχε σκοπό να κάνει, (αλλά τελικώς, δεν..)..

 

Κι ύστερα το κλίμα της δίκης, τα βλέμματα συγκεκριμένων ανθρώπων του Τύπου, η μυρωδιά αρένας – πιο έντονη κάποιες φορές, πιο εξασθενημένη κάποιες άλλες, ωστόσο πάντα παρούσα-, από την αρχή έως το τέλος, τις μέρες εκείνες που επί της ουσίας το μεγάλο show είχε τελειώσει και είχε κάπως αποσυμφορηθεί η αίθουσα.

 

Α, και οι ερωτήσεις. Οι ηλίθιες ερωτήσεις. Συναδέλφων, κυρίως. «Ρε συ, γιατί δεν ρώταγες κι εκείνο και τ’ άλλο και το παράλλο (όλα άσχετα, εξόχως προσβλητικά, εκτός θέματος)». Όλη εκείνη η καταιγίδα βλακείας και θράσους, παρόμοια με αυτά που επέτρεψαν τη δημοσιοποίηση της φωτογραφίας του Ασλάνη, ενδεικτικά του ψυχισμού και της μηδενικής (συναισθηματικής) νοημοσύνης ανθρώπων που κρατάνε μικρόφωνο και χειρίζονται πληκτρολόγιο.

 

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Και η Σωτηροπούλου απ’ ό,τι μαθαίνω γερή και στα πόδια της.