Πολλοί ενδιαφέρθηκαν για τα κουταβάκια, σχεδόν κανένας για τη μάνα. Μετά όμως ήρθε μία απ' τις πολύ ωραίες ειδήσεις των τελευταίων ημερών που πληροφορηθήκαμε απ' τον Φιλοζωϊκό Σύλλογο Χανίων

 

«Η γνωστή δημοσιογράφος, σεναριογράφος και συγγραφέας Έλενα Ακρίτα υιοθέτησε τη μικρόσωμη σκυλίτσα που εγκατέλειψαν στη Χρυσή Ακτή -ένα από τα γνωστότερα σημεία εγκατάλειψης αδέσποτων στα Χανιά- μαζί με τα κουτάβια της, τα οποία κάποιος πέταξε μέσα σε κάδο σκουπιδιών. 

 

Υπενθυμίζουμε ότι η σκυλίτσα τράβηξε την προσοχή μέλους μας καθώς προσπαθούσε μάταια να σκαρφαλώσει στον κάδο για να σώσει τα κουτάβια της.

 

Η αφοσίωσή της και το μητρικό της ένστικτο συγκίνησε πολύ κόσμο και δεχτήκαμε πολλά τηλεφωνήματα για την υιοθεσία των κουταβιών, αλλά απειροελάχιστα για την υιοθεσία της γενναίας μανούλας.

 

Η κα Ακρίτα ενημερώθηκε από το διαδίκτυο για την υπέροχη αυτή ιστορία και αρχικά επικοινώνησε μαζί μας για να υιοθετήσει ένα από τα κουταβάκια.

 

Όταν έμαθε όμως ότι υπήρχε πολύς κόσμος που επιθυμούσε να τα υιοθετήσει, θέλησε να υιοθετήσει τη μανούλα και να την εντάξει στην ήδη πολυμελή οικογένεια της που περιλαμβάνει δύο πρώην αδέσποτα κουτάβια-τον Άρη και την Εύα- καθώς και δύο πρώην αδέσποτες γατούλες.»

 

 

 

Και η είδηση συνέχιζε: «Η σκυλίτσα και τα λιλιπούτια κουτάβια έχουν επισκεφτεί τον κτηνίατρο και είναι υγιέστατα,τα μωρά δε, είναι μεγαλύτερα του μήνα, όπως είχαμε γράψει αρχικά, αλλά λόγω του μεγέθους τους,φαινόταν μικρότερα.

 

Η σκυλίτσα -για την οποία η κα Ακρίτα και η οικογένειά της επέλεξαν το όνομα Λίλλη- είναι περίπου 2 ετών και σε λίγες μέρες θα ταξιδέψει για τη νέα της οικογένεια.

 

Ψάχνουμε συνοδό για τη μικρή για να μεταφερθεί στην Αθήνα, αφού πλέον έχει «Ραντεβού με την Έλενα» και την περιμένει μια άλλη ζωή, όλο αγάπη και φροντίδα.

 

Το ένα κουταβάκι έχει ήδη πάει στην καινούρια του οικογένεια στα Χανιά και τις προσεχείς ημέρες θα ολοκληρωθεί η υιοθεσία του και των άλλων δύο.»

 

♦♦♦

 

Πέρασαν δέκα μέρες από τότε.

Βρέθηκε λοιπόν κάποιος, και μετέφερε τη Λίλλη στην Αθήνα, και όποιος, όπως εγώ, αναρωτήθηκε τι συνέβη μετά, μπορεί να διαβάσει την αφήγηση που η Λίλλη -δια χειρός Έλενας φυσικά- έγραψε αποκλειστικά για το LIFO.gr... 

 

'Δυο ξανθιές στην ίδια πόλη'

 

Δεν πάει καλά ο κόσμος. Τράβηξα των παθών μου τον τάραχο να σώσω τα κουτάβια μου που μου τα πέταξαν σε κάδο σκουπιδιών. Καλά που ήρθε η φίλη μου η Ηρώ Λαβεντζάκη από την Φιλοζωική Χανίων και -με τη βοήθεια της Έφης Τσεκμεζόγλου - μας έσωσε οικογενειακώς, μας περιμάζεψε, μας περιέθαλψε, μας πήγαινε κάθε πρωί μπάνιο στην θάλασσα και κάθε απόγευμα βολτίτσα την εξοχή. Μια χαρά περνούσα στην Ηρώ, δεν καταλαβαίνω γιατί βρέθηκα στα καλά καθούμενα στην Αθήνα.

 

Η οικογένεια του κυρίου Αντώνη που με μετέφερε με το πλοίο ήταν γλυκύτατη, αλλά αυτή η ξανθιά που με περίμενε στο τέλος της διαδρομής, καθόλου δε μου γέμισε το μάτι. Κι όταν κατάλαβα θα με έπαιρνε σπίτι της, όπα λέω, την κάτσαμε τη βάρκα. Ξανθιά εγώ, ξανθιά αυτή συνεννόηση μπουζούκι. Θα θέλω να κατουρήσω και θα μου βάζει φαγητό. Θα θέλω φαγητό και θα με πηγαίνει βόλτα. Κι επειδή είμαι φυσιογνωμίστρια, την έκοψα για πολύ αναξιόπιστο άτομο την ξανθιά που με πήρε αγκαλιά. Δεν πάει καλά ο κόσμος.

 

Τέλος πάντων, αποχαιρέτισα την οικογένεια που με έφερε και μπήκα σε ένα αυτοκίνητο. Μπροστά ένας γελαστός χωρίς μαλλιά οδηγούσε και πίσω εμείς οι δυο ξανθιές. Εκείνη κι εγώ. Ο γελαστός έσκυψε πάνω μου και με ρωτούσε αηδίες. “Τι είναι βρε, τι είναι, ε, τι τι κούκλα μου, τι, τι είναι βρε;” Τι να είναι, να εδώ. Βρε. Συγγνώμη αλλά δεν την μπορώ αυτή την ερώτηση, τι είναι βρε και τι είναι βρε. Λες και θα τους απαντήσω. Έχε χάρη που έπεσα στην ανάγκη σας, το στανιό μου χαράματα.

 

Ξεκινήσαμε. Κι εκεί που νόμιζα ότι τελειώσαμε με τις ηλίθιες ερωτήσεις, η ξανθιά το τερμάτισε. Έχωσε το πρόσωπο της στη μουσούδα μου “τι κορίτσι είναι αυτό, μα τι όμορφο κορίτσι, ε, ε;” Σιγά το νέο. Το ξέρω πως είμαι μια θεά δεν περίμενα αυτή να μου το πει. Τέλος πάντων, με πήρε αγκαλιά κι άνοιξε λίγο το παράθυρο για να με φυσάει. Καθώς διασχίζαμε κάτι χάλια πολυκατοικίες, καλά δεν έχω λόγια. Αυτή είναι η Αθήνα; Με πήραν απ’ τα μαγευτικά Χανιά και με φέραν σε αυτό το σίχαμα; Ιου. Δεν πάει καλά ο κόσμος.

 

Τώρα έχουν περάσει λίγες μερούλες. Δυστυχώς οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν, ο γελαστός είναι χαζοχαρούμενος κι η ξανθιά ηλίθια. Μόνο η 'Μαμά' του πάνω ορόφου είναι μια σοβαρή περίπτωση να βασιστείς, να κλάψεις στον ώμο της.

 

Ύστερα από λίγο, μπήκαμε σε ένα δρόμο πιο της προκοπής. Πράσινο με κάτι δέντρα. Ο γελαστός με ρώταγε συνέχεια ‘τι είναι βρε τι ε, τι τι;’, η ξανθιά ‘τι κορίτσι είναι αυτό ε, τι, τι, τι;'. Και μετά η ξανθιά είπε στον γελαστό ‘μήπως είμαστε πολύ παρεμβατικοί και τη ζαλίζουμε;” Κι ο γελαστός είπε στην ξανθιά “ναι, είμαστε πολύ παρεμβατικοί”. Κι έγινε μια παύση δυο δευτερόλεπτα ούτε. Και μετά ο γελαστός είπε ‘τι είναι βρε τι ε, τι τι;', η ξανθιά ‘τι κορίτσι είναι αυτό ε, τι, τι, τι;'. Εμένα στο μεταξύ τα νεύρα μου σκουπάκια. Κοίταζα μακριά κι αγέρωχα, μην τους δώσω πολλά θάρρητα, λίγο θέλει ο άνθρωπος να σου ανέβει στο σβέρκο;

 

Μπήκαμε σε ένα σπίτι που είχε αυτό τώρα: Λουράκια για σκύλους. Κολάρα για σκύλους. Πιατάκια για φάι και νερό για σκύλους και γάτες. Βούρτσες για γάτες. Παιχνίδια για σκύλους. Παιχνίδια για γάτες. Τροφή για σκύλους. Τροφή για γάτες. Σκύλους και γάτες. Α και μια καρέκλα να κάθονται. Τις γάτες δεν τις είδα, κρυφές να δεις τις έχουνε. Τα σκυλιά ήταν λέει από την πίσω μεριά - για να μου δώσει η ξανθιά το χρόνο να ηρεμήσω και να εξοικειωθώ με τον χώρο. Κι όλο με χάιδευε, με χάιδευε, κόντευε να με κατσιάσει. Νταξ’, δεν’ κακιά μωρέ, χαζή είναι, θα τη στρώσω.

 

Από τον πάνω όροφο κατέβηκε μια άλλη κυρία που αν και η ξανθιά την είπε ‘μαμά’, αυτή χαζή δεν ήταν. Αυτή η ‘Μαμά’ πολύ μου άρεσε γιατί δεν με ρώταγε βλακείες τι είναι και τι είναι τι ε τι τι κορίτσι είναι αυτό ε, τι, τι, τι. Με χάιδεψε ήρεμα κι όσο να πεις μια ανάσα την πήρα γιατί ήταν το μόνο αξιόπιστο άτομο εκεί μέσα, να συνεννοηθείς, να πεις μια κουβέντα βρε αδελφέ. Επίσης κατάλαβα – καθότι αστέρι έκτος από κούκλα – ότι τα σκυλάκια τα λένε Άρη και Εύα και τις γατούλες Ήρα και Λίζα. Κι εμένα με λένε Λίλλη. Έτσι μου είπανε. Όλα τελευταία τα μαθαίνω πχια. Και δε μ’ αρέσει το Λίλλη. Τζέραλντιν, προτιμούσα, ή έστω Νεφελάκι αλλά άντε να συνεννοηθείς με τους κρετίνους.

 

Έτσι πέρασε η πρώτη μου μέρα στην καινούργια μου οικογένεια. Με την Εύα τα πήγαμε μια χαρά, από την πρώτη στιγμή. Παίζαμε, χοροπηδάγαμε, φάγαμε τις γκρενά μπαλαρίνες της ξανθιάς, τέλεια τι να λέμε. Αυτός ο Άρης πάλι με κοίταζε σαν να μπήκα να τους κλέψω τ’ ασημικά. Άντρες πεταμένα λεφτά. Δεν πάει καλά ο κόσμος. Το βράδυ κοιμήθηκα με την ξανθιά που αναλόγως δεν έκανε πολλές αηδίες. Με άφησε στην ησυχία μου να συνηθίσω το νέο μου περιβάλλον. Μου έστρωσε μια μαλακιά πετσετούλα πορτοκαλί. Το οποίο πορτοκαλί δεν μου πάει, δεν με φωτίζει αγάπη μου, αλλά καθόλου όμως, σιγά μην είχε η ξανθιά στοιχειώδες γούστο.

 

Τώρα έχουν περάσει λίγες μερούλες. Δυστυχώς οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν, ο γελαστός είναι χαζοχαρούμενος κι η ξανθιά ηλίθια. Μόνο η ‘Μαμά’ του πάνω ορόφου είναι μια σοβαρή περίπτωση να βασιστείς, να κλάψεις στον ώμο της. Στη αρχή ήθελα να φύγω, αλλά τώρα κάπως αντέχεται η όλη κατάσταση. Δεν τους δίνω πολλές ελπίδες, θα δείξει. Δυο ξανθιές στην ίδια πόλη το λες και οριακό.

 

Απλά αντί να με φροντίσει εκείνη, θα την φροντίσω εγώ. Θα την φροντίσω και σε λίγο καιρό πού θα πάει – θα στην στρώσω μια χαρά. Θα της ρίχνω μπαλάκι και θα το πιάνει στον αέρα. Είμαι η Λίλλη κι επιτέλους είμαι σπίτι μου. Και θα μείνω εδώ την υπόλοιπη ζωή μου. Γιατί, μπορεί να μην πάει καλά ο κόσμος. Αλλά εγώ θα τον κάνω καλύτερο.

 

―Λίλλη και Έλενα