O Oλιβιέ Πι είναι ένα ολικό πλάσμα της θεατρικής τέχνης: σκηνοθέτης, συγγραφέας, ηθοποιός. Στα 48 του έχει καταφέρει ήδη πολλά: από διευθυντής στο Centre Dramatique National d' Orléans για μια δεκαετία, ανέλαβε το 2007 το Théâtre de l' Odéon που θα αφήσει (σε «ειδυλλιακή», όπως ο ίδιος λέει, κατάσταση) σε λίγους μήνες, για χάρη του Φεστιβάλ Αβινιόν 2014.

 

Θα μπορούσε να φανταστεί αυτή την εξέλιξη όταν σπούδαζε φιλολογία και θεολογία, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του τη σκέψη να γίνει μουσικός; Προφανώς, οι αναζητήσεις του δεν ήταν εξαρχής σε άμεση ανταπόκριση με τις επιθυμίες του, αφού τελικά επέλεξε να σπουδάσει και ν' ασχοληθεί συστηματικά με το θέατρο. Κρίσιμη χρονιά στην πορεία του ήταν το 1995, όταν στο Φεστιβάλ της Αβινιόν παρουσίασε το έργο La Servante, όπου εμμέσως πλην σαφώς δήλωσε αφοσιωμένος θεράπων της τέχνης του θεάτρου. Ήταν, άλλωστε, ήδη γνωστός για την εντελή εμπλοκή του με τη σκηνή από τα έργα που είχε γράψει και σκηνοθετήσει.

 

Ο καθολικισμός από τη μία και η ομοφυλοφιλία από την άλλη παραμένουν δύο πεδία που τον απασχολούν επίμονα όχι μόνο ως προς το καλλιτεχνικό έργο του αλλά και στη δημόσια σφαίρα. Ανοιχτά ομοφυλόφιλος, συμμετέχει όποτε του ζητηθεί στον δημόσιο διάλογο και τοποθετείται για σχετικά ζητήματα που προκύπτουν και, βέβαια, κατά της ομοφοβίας στις διάφορες μορφές της – όπως συνέβη τελευταία, όταν συζητούνταν στη Γαλλία ο νόμος για τον γάμο των ομοφυλοφίλων.

 

Η τέχνη, η πολιτική, ο έρωτας, ο Θεός, η πίστη, το Καλό και το Κακό, ο θάνατος, η σημασία της τελετουργίας, να οι έννοιες-κλειδιά του κόσμου του. Θέλει να κάνει θέατρο τέχνης και στοχασμού (αλλά όχι για λίγους), γενναιόδωρο και ποιητικό, ενίοτε προβοκατόρικο. Λέει πως αγαπά ό,τι περιλαμβάνει ο Ζαν Βιλάρ στο «δόγμα» του: «τη νύχτα, τους ανθρώπους, το κείμενο, τη γιορτή».

 

Και γράφει: «Προετοιμάζουμε μια γενιά σκλάβων. Αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια αυτών των τελευταίων ετών είναι πιο τρομακτικό από τις γενοκτονίες. Αμφισβήτησαν, και μάλιστα οριστικά, την αξία του Λόγου, υποτίμησαν τις συμβολικές δυνάμεις, κατέστρεψαν την οικονομία της εικόνας που είχε εγκαθιδρύσει ο χριστιανισμός, έπνιξαν την ισχύ της μεταφοράς μέσα σε μια ανώφελη σημειολογία, δημιούργησαν μια καινούργια μορφή πολιτιστικής ρήξης που παραπέμπει μόνο στον εαυτό της.

 

Επινόησαν αυτό που κανένας πολιτισμός δεν είχε τολμήσει να επινοήσει, το απόλυτο πολεμικό όπλο, το σύμβολο που δεν συμβολίζει τίποτα» (Επιστολή στους νέους ηθοποιούς, εκδ. Νεφέλη, 2008).

 

Η θέση του είναι σαφής και αξίζει να απασχολήσει όσο τίποτε άλλο το σύγχρονο θέατρο: πρέπει να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη στον Λόγο και στο Νόημα. Ο Πι έχει διαβάσει πολύ και το θέατρό του δεν κρύβει τις χάρες που οφείλει στη μεγάλη λογοτεχνία – επιμένοντας πως οι απόψεις και οι πρακτικές που επιχαίρουν για το σημείο μηδέν της γραφής και του συγγραφέα είναι επικίνδυνες.

 

Η σκηνοθετική του ευφυΐα αναμετρήθηκε και με το λυρικό θέατρο, και ειδικά με τα μουσικά δράματα του Βάγκνερ. Έχει ήδη σκηνοθετήσει με επιτυχία κάποια από αυτά στη Γενεύη και στο Παρίσι, αλλά θα επιστρέψει εκ νέου στην όπερα, είπε, μόνο αν είναι να σκηνοθετήσει το «Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν» και τον «Πάρσιφαλ».

 

Eν τω μεταξύ, ας είναι καλά το καμπαρέ, ένας χώρος κι ένα (σκηνικό) είδος που τον έλκει από παλιά. Για την ακρίβεια, έκανε το ντεμπούτο του στο μεικτό είδος του καμπαρέ (όπου τα μικρά κείμενα, η παρωδία, οι μεταμφιέσεις και τα τραγούδια εξασφαλίζουν ένα ζωντανό, προκλητικό όσο κι ευχάριστο θέαμα) το 1996 στην Αβινιόν με τη μουσική παράσταση Miss Knife's Cabaret.

 

Έκτοτε επανήλθε αρκετές φορές στη θηλυκή, ντυμένη με στρας, πούλιες και φτερά περσόνα του. Η τελευταία εκδοχή έχει τίτλο Miss Knife chante Olivier Py (Η δεσποινίς Knife τραγουδάει Ολιβιέ Πι) και αφορά ένα καμπαρέ βερολινέζικου ύφους, συμβατού με την παρακμιακή ατμόσφαιρα ενός κόσμου σε κρίση, με σαφείς αναφορές στο μπρεχτικό θέατρο. Ως Μiss Knife ο Πι θα ξαναβρεί το παλιό του όνειρο (να ασχοληθεί με τη μουσική), ερμηνεύοντας τρυφερές, θλιμμένες, καυστικές μπαλάντες του για έρωτες, ήττες και απώλειες, όνειρα κι επιθυμίες που δεν πραγματοποιήθηκαν. Ο ίδιος χαρακτηρίζει την παράστασή του «σατιρική κωμωδία πάνω στο σύνολο του έργου».