H παράσταση Bossa Nova του Κωνσταντίνου Ρήγου ξεκινά ανταποκρινόμενη εντελώς στις προσδοκίες που έχει δημιουργήσει η πολιτική προώθησής της (διαφημίσεις και σχετικά δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά). Προτού αρχίσει η «κανονική» σκηνική πράξη στη μεταμορφωμένη σε αίθουσα χορού σκηνή, το πάρτι έχει ήδη ξεκινήσει. Πίσω δεξιά η τετραμελής ορχήστρα παίζει τα πρώτα κομμάτια μπόσα νόβα και οι ηθοποιοί και οι χορευτές κατεβαίνουν στις θέσεις του κοινού καλώντας τους θεατές να πιούν ένα ποτό στη σκηνή. Κάποιοι ανταποκρίνονται, και ζευγάρια ηθοποιών ή χορευτών με θεατές σχηματίζονται, που συζητούν χαλαρά, πίνουν κοκτέιλ και χορεύουν, ή προσπαθούν να χορέψουν, μπόσα νόβα.

Η lounge ατμόσφαιρα, με τη βοήθεια της μουσικής και την ελκυστική εικόνα των ηθοποιών και των χορευτών (οι γυναίκες με κοντά κοκτέιλ φορέματα και πέδιλα ή γόβες με ψηλά τακούνια και οι άνδρες με κομψά κοστούμια που θυμίζουν αρχές του '60), και η προσωρινή κατάργηση των ορίων σκηνής-πλατείας δημιουργούν ένα αίσθημα ευφορίας και αναμονής του κυρίως πάρτι που, όπως σημειώνεται στο πρόγραμμα κάτω από τον τίτλο της παράστασης, «θα έπρεπε να είχε γίνει».

Δυστυχώς στην εξέλιξη της παράστασης εγκαταλείπεται η ιδέα του πάρτι -δηλαδή μιας φανταστικής παρένθεσης χαράς τόσο σκηνοθετημένης ώστε να αναδεικνύει την ψευδαίσθηση της προσδοκίας- για να επικεντρωθεί στη γνωστή νομοτέλεια του έρωτα, από την ακαταμάχητη γοητεία του φλερτ έως την εξάντληση, την εγκατάλειψη, το χωρισμό.

Αυτό στη σκηνική πράξη σημαίνει ότι μόνο τα περίπου 45 πρώτα λεπτά της παράστασης μας ταξιδεύουν στη Βραζιλία στα τέλη του '50, στην ευχάριστα χαλαρή συνθήκη της beach culture των εύπορων αστών, από την οποία προέκυψαν η μουσική (η μπόσα νόβα χρησιμοποίησε τη σάμπα μόνο όσο της χρειάστηκε για να κάνει ρυθμική και χορευτική την cool jazz) και τα εύκολα βήματα του ομώνυμου χορού.

Πλην όμως το πρώτο μέρος, όπου ηθοποιοί και χορευτές χορεύουν, φλερτάρουν, ζευγαρώνουν και μιλούν για τον έρωτά τους σε διαρκώς ανανεούμενους συνδυασμούς, ακολουθεί το δεύτερο μέρος, της αποδόμησης της ερωτικής ευτυχίας. Το κύμα της μπόσα νόβα σπάει στις σημερινές, σκληρές και μοναχικές, μουσικές συνθέσεις του Δημοσθένη Γρίβα, που θα χορέψουν με κίνηση οδύνης σόλο ή σε ντουέτα οι χορευτές της ομάδας. Εδώ ακόμη και η Σάρα Κέιν (απόσπασμα από το Λαχταρώ) βρίσκει τη θέση της, όπως και άλλες μικρές, αληθινές ιστορίες που έχουν αντληθεί από βιβλία ή από εμπειρίες των ανθρώπων που συμμετέχουν.

Η παράσταση θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν μεταφορά της αδύνατης ερωτικής αρμονίας, που αρχίζει σαν υπόσχεση αλλά με σίγουρα βήματα παίρνει την κατηφόρα, φθίνει. Ήταν όμως αυτό το ζητούμενο ή απλώς η δραματουργία δεν μπόρεσε να στηρίξει τη σκηνική πράξη, ως όφειλε;

Εξηγούμαι: τι θέση είχε στην παράσταση το βίντεο με τον λαϊκό τύπο που του αρέσουν οι γυναίκες, αλλά εκδίδεται με άνδρες; Είναι δείγμα κακής χρήσης του μέσου που δεν εξυπηρετεί σε κανένα επίπεδο την παράσταση. Τι εξυπηρετούσε η σκηνή με τον Κωνσταντίνο Ασπιώτη να φωνάζει «Θέλω να με δεις γυμνό» καθώς αφαιρεί ένα ένα τα ρούχα του; Πού κολλάει ο προβληματισμός για το καρχαριάκι που γεννήθηκε με «παρθενογένεση» ή για την επιχείρηση αυτοκτονίας χιλιάδων αντιλοπών (από το Πράσινα Μάτια της Ντυράς) πριν από 150 χρόνια στο Μαρόκο; Κι η εικονογραφική σκηνή με τον τεράστιο καρχαρία που σύρεται στη σκηνή και από το στόμα του οποίου βγαίνει ένας ματωμένος νέος με βραζιλιάνικο μαγιό; Και επειδή ο Έλβις Πρίσλεϊ στήριξε τη μόδα της μπόσα νόβα με την ταινία Fun in Acapulco, σημαίνει ότι έπρεπε απαραιτήτως να υπάρχει σχετική σκηνή;

Όλα ταιριάζουν, μπορεί να πει κανείς, κι ο Ρήγος έχει και άλλοτε δικαιολογήσει φλύαρα ή ακόμη και αυθαίρετα αθροίσματα. Οι ιδέες δεν υπηρετούν τη δραματουργία οργανικά και μένουν έκθετες από την αμείλικτη σκηνική αναγκαιότητα. Κατακλείδα τής κατά τη γνώμη μου βιαστικής δραματουργίας της παράστασης είναι το φινάλε, που είναι τόσο σύντομο ώστε να μην ολοκληρώνει κυκλικά ούτε την παράσταση ούτε και την ιδέα της αέναης επανάληψης στη φύση και στο ανθρώπινο βίωμα.

Τα υποκριτικά μέρη ήταν καλύτερα από τα χορευτικά (σόλο και ντουέτα). Από τις καλύτερες στιγμές είναι σίγουρα τα τέσσερα τραγούδια που ερμηνεύει έξοχα η Μαρία Ναυπλιώτου, ενώ η Θέμις Μπαζάκα ήταν πολύ μόνη σ' αυτή την παράσταση - χρειάζονταν οπωσδήποτε έναν παρτενέρ που να ταιριάζει με την ηλικία και την προσωπικότητά της.

Τελικά πιστεύω ότι αν η Bossa Nova περιοριζόταν στο συγκεκριμένο μουσικό trend και στις κοινωνικοπολιτισμικές αναφορές του, χωρίς να το συνδέσει με το «κλισέ θέμα» του έρωτα (γιατί με κλισέ θέμα δύσκολα αποφεύγεις την κλισέ διαχείριση) και φρόντιζε τη χρονική οικονομία της παράστασης ώστε να μην ξεπερνά μάξιμουμ τα 90 λεπτά, τότε οι εντυπώσεις θα ήταν σαφώς θετικές. Η μουσική, η παραλία, τα καλοντυμένα κορίτσια κι αγόρια που κουνιούνται στο χαλαρό ρυθμό της μπόσα νόβα φτάνουν για μια παράσταση-ψευδαίσθηση χαράς και αληθινού αισθήματος. Αλλά ο Ρήγος είναι πάντα βιαστικός και πολυδιασπασμένος. Δεν δίνει στις πλούσιες και πρωτότυπες ιδέες του το χρόνο που χρειάζονται όχι μόνο για να ανθίσουν, αλλά και για να δώσουν καρπό. Στη καλλιτεχνική δημιουργία, όμως, όποιος τρέχει για να προλάβει συνήθως χάνει το τρένο.