Όσα κατάφερε η Κιτσοπούλου στην προηγούμενη δουλειά της, να φέρει δηλαδή στο φως τον σουρεαλισμό της μπανάλ καθημερινότητάς μας, εδώ, στους Τυραννόσαυρους, εξανεμίζονται εν ριπή οφαλμού. Φωτό: Karol Jarek
Όσα κατάφερε η Κιτσοπούλου στην προηγούμενη δουλειά της, να φέρει δηλαδή στο φως τον σουρεαλισμό της μπανάλ καθημερινότητάς μας, εδώ, στους Τυραννόσαυρους, εξανεμίζονται εν ριπή οφαλμού. Φωτό: Karol Jarek

 

Μια μπαλαρίνα κάνει προθέρμανση μέσα σε μια άδεια τάξη χορού. Σταδιακά, εισέρχονται οι πρωταγωνιστές του «δράματος». Το «Μαρινάκι», μια μαυροφορεμένη γκόθικ φιγούρα χωρίς πρόσωπο –η καταρρακτώδης περούκα της καλύπτει τα πάντα–, κάθεται στα πλήκτρα. Οι «μαθητές», διαφόρων ηλικιών και σωματότυπων, σκορπίζονται στον χώρο. Και, τέλος, η «δασκάλα», μια εκκεντρική φυσιογνωμία με φλούο περούκα στο χρώμα του ροδιού, γεμάτη αυτοπεποίθηση και μπρίο, αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την αποστολή της. Ποια ακριβώς είναι αυτή δεν γνωρίζουμε, πάντως η διδασκαλία δείχνει να είναι το τελευταίο που την ενδιαφέρει. «Πιστεύω στην έννοια "κλασικό"» μας λέει. «Γιατί αρέσουν σε όλους τα νεοκλασικά κτίρια; Γιατί περιέχουν τη λέξη "κλασικό"!»... Κάπως έτσι αρχίζει να παρουσιάζει τον εαυτό της και την κοσμοθεωρία της σε μια διαδικασία που θα κρατήσει ώρα πολλή: «Μότο μου, η αλήθεια και κοινός στόχος; Τα Μπαλσόι».


Δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση η Κάτια Λε Ρουά. Καθόλου δεν ταιριάζει με το κλισέ της στυφής, ξερακιανής δασκάλας μπαλέτου, παθιασμένης με την πειθαρχία. Όχι, τούτη εδώ είναι κορίτσι έξω καρδιά. Άμα της έρθει, ρίχνει κι ένα τραγουδάκι την ώρα του μαθήματος: «Μπράβο, Λίνα / Μπράβο, Μίνα / Δώσε, Τίνα, στη Ματίνα κ.ο.κ.», με το κέφι να χτυπάει κόκκινο.


Έχει, βέβαια, τα θέματά της. Μια αποκαρδιωτική αίσθηση αποτυχίας τη σιγοτρώει κάτω από τη φαινομενική ευδιαθεσία της. Γι' αυτό, κάθε λίγο βγάζει ένα περίστροφο κι αυτοκτονεί. «Εγώ γιατί δεν έγινα;» αναρωτιέται καθισμένη στη λεκάνη της τουαλέτας. Οσονούπω, αφαιρεί την περούκα κι ορμά όλο λαχτάρα σε μια μαθήτριά της, μόνο και μόνο για να ανακαλύψει πως η τελευταία δεν επιθυμεί τον έρωτα αλλά μια χρυσή θέση στα Μπαλσόι. Αφού την πλακώσει στο ξύλο μέσα στην τουαλέτα, αρχίζουν να τραγουδούν το «Η αγάπη θέλει δύο» και τα πνεύματα ηρεμούν. Η Κάτια συνεχίζει το παραλήρημά της για τον κλασικό χορό, τις θυσίες που έκανε για χάρη του, τους έρωτες που στερήθηκε, τα ταπεινά πρώτα της βήματα ως «τρίτης πεταλίδας δεξιά» στο μιούζικαλ Octapus of Cavo Μallia, τη λαχτάρα της να γίνει το χταπόδι-πρωταγωνιστής του έργου, το τερατώδες κότσι που απέκτησε στην προσπάθεια κ.ο.κ.

 

Το «χύμα», όταν θεωρεί, ναρκισσευόμενο, πως δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα επειδή έχει αυθόρμητα και δικαιωματικά το πάνω χέρι, όχι μόνο δεν εντυπωσιάζει με την τόλμη του αλλά κινδυνεύει να φανεί εξίσου απωθητικό και ανόητο με τον χειρότερο εχθρό του: το «δήθεν».


Όλη η οργή της ενάντια στο κατεστημένο που την εξόρισε βρίσκει τελικά συγκεκριμένο στόχο: η Κάτια τα βάζει με τους καλλιτέχνες που κάθονται ατέλειωτες ώρες γυμνοί μέσα στα μουσεία και τις γκαλερί, υποκρινόμενοι πως παράγουν υψηλού επιπέδου τέχνη, ενώ στην πραγματικότητα κοροϊδεύουν τον κοσμάκη. «Να χαρακωθώ να σου πουλάω τέχνη! Πού 'ναι η δεξιοτεχνία, πού 'ναι η συγκίνηση, το ρίγος;...» φωνάζει. «Η Κάτια Λε Ρουά λύγισε από τις Αμπράμοβιτς αυτού του κόσμου. Ποδοπατήθηκα...» εξομολογείται πικραμένη. Με ένα τραγουδάκι από την καλτ τηλεοπτική σειρά «Fame», όμως, θα ανακτήσει αμέσως την ισορροπία της. Στην οθόνη εμφανίζεται η Ντέμπι Άλεν να προειδοποιεί τους μαθητές της στην Ακαδημία: «Υοu wanna become a dancer? You 're gonna have to work... Fame costs! And right here is where you start to burn!».


Κάπου εδώ τελειώνει το πρώτο, βασικό μέρος της παράστασης και θα ήταν πολύ καλύτερα για όλους μας αν τα πράγματα ολοκληρώνονταν εδώ. Θα μέναμε έτσι με την εντύπωση μιας παρωδίας που στέκεται στο χείλος της γελοιότητας και εκτοξεύει με χιούμορ τα βέλη της εναντίον της σοβαροφάνειας και του πληγωμένου ναρκισσισμού που θερίζει τον χώρο της τέχνης. Θα είχαμε απολαύσει τον Γιάννη Κότσιφα ως drag queen Κάτια με τα χίλια απωθημένα και το vintage ρεπερτόριο. Θα είχαμε γελάσει με την τρέλα του εγχειρήματος και θα είχαμε πάει σπίτι μας.

 

Αυτοσχεδιασμοί για πρωτοετείς φοιτητές δραματικών σχολών, μια δήθεν σοκαριστική σκηνή ομαδικής σκατοφαγίας και η ίδια η Κιτσοπούλου, καθισμένη μπροστά από μια λεκάνη τουαλέτας, να κοροϊδεύει, εν είδει παράβασης, τους σύγχρονους εικαστικούς που οδεύουν στα χνάρια της Αμπράμοβιτς. Φωτό: Karol Jarek
Αυτοσχεδιασμοί για πρωτοετείς φοιτητές δραματικών σχολών, μια δήθεν σοκαριστική σκηνή ομαδικής σκατοφαγίας και η ίδια η Κιτσοπούλου, καθισμένη μπροστά από μια λεκάνη τουαλέτας, να κοροϊδεύει, εν είδει παράβασης, τους σύγχρονους εικαστικούς που οδεύουν στα χνάρια της Αμπράμοβιτς. Φωτό: Karol Jarek


Τα επεισόδια που ακολουθούν, όμως, συνιστούν την αποθέωση της επιδερμικότητας. Αυτοσχεδιασμοί για πρωτοετείς φοιτητές δραματικών σχολών, μια δήθεν σοκαριστική σκηνή ομαδικής σκατοφαγίας και η ίδια η Κιτσοπούλου, καθισμένη μπροστά από μια λεκάνη τουαλέτας, να κοροϊδεύει, εν είδει παράβασης, τους σύγχρονους εικαστικούς που οδεύουν στα χνάρια της Αμπράμοβιτς: «Σταυροπόδι Καλλιτεχνικού Τύπου Πάνω σε Αριστερό Πόδι» βαφτίζεται το πρώτο έργο, στο πλαίσιο του οποίου η σκηνοθέτις σταυρώνει επιδεικτικά τα πόδια της. «Ρώγα Καλλιτεχνική Τρεμοπαίζει Μπροστά στο Κοινό» συνεχίζει, επιδεικνύοντας το στήθος της κ.ο.κ. Σηκώνει το τηλέφωνο: «Ναι; 166 εκεί; Μήπως μπορείτε να έρθετε γιατί έχω χάσει το μυαλό μου;». Τέλος επεισοδίου.


Η live ραδιοφωνική εκπομπή που ακολουθεί κινείται στο ίδιο μοτίβο, με τις ηθοποιούς να ειρωνεύονται τους πρόσφυγες, σε μια προσπάθεια επίθεσης κατά του ψεύτικου συναισθηματισμού και της ζαχαρένιας συμπόνοιας των Ελλήνων. «Όσο σκουρόχρωμος κι αν είναι ο άνθρωπος, υποφέρει κι αυτός από τη ζέστη» (χα χα χα χα, σκάνε στα γέλια), «Τρίψτε τους με μια ελαφρόπετρα, όπως κάνανε παλιά στα τζιν» (χα χα χα χα πάλι), «Και μην τους δίνετε ανεμιστήρες, γιατί μπορεί να κόψουν τα δαχτυλάκια τους και τότε πώς θα κολυμπήσουν χωρίς δαχτυλάκια μέχρι τη Σουηδία;» (αποκορύφωμα χαχανητών και μια ελληνική σημαία για να πιάσουμε πλήρως το «νόημα»).


Όσα κατάφερε η Κιτσοπούλου στην προηγούμενη δουλειά της, να φέρει δηλαδή στο φως τον σουρεαλισμό της μπανάλ καθημερινότητάς μας, εδώ, στους Τυραννόσαυρους, εξανεμίζονται εν ριπή οφαλμού. Αν το πρώτο μέρος έχει περάσει μια έστω υποτυπώδη επεξεργασία σκέψης και δραματοποίησης, τα υπόλοιπα σκετσάκια μοιάζουν φαιδρές, παιδιάστικες αποτυπώσεις ενός πρωτόλειου θυμού, όπως θα τον εκφράζαμε ένα βράδυ στην παρέα μας για να βρούμε το «δίκιο» μας. Με ατάκες επιθεωρησιακού τύπου, αφελή ή δήθεν προκλητικά ευρήματα και τραγούδια που μας «φτιάχνουν» δεν επιφέρουμε κανένα χτύπημα στο κατεστημένο, το οποίο υποτίθεται μας ενοχλεί με την υποκρισία του.


Το πρόβλημα δεν είναι τα ευτελή υλικά αλλά η ευτέλεια της προσέγγισης σε λεκτικό, νοητικό και καλλιτεχνικό επίπεδο. Όταν η αθυρόστομη Ισπανίδα Ανχέλικα Λίντελ κατακεραυνώνει τα κοινωνικά στερεότυπα, το κάνει με φράσεις που στάζουν ιδρώτα και ξεκλειδώνουν βαθιά κρυμμένες προκαταλήψεις μέσα μας. Η Κιτσοπούλου «ξεσπαθώνει» με εξυπνακίστικες ατάκες, υιοθετώντας την ίδια στρατηγική ευκολίας που υποτίθεται πως κατακρίνει. Το «χύμα», όταν θεωρεί, ναρκισσευόμενο, πως δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα επειδή έχει αυθόρμητα και δικαιωματικά το πάνω χέρι, όχι μόνο δεν εντυπωσιάζει με την τόλμη του αλλά κινδυνεύει να φανεί εξίσου απωθητικό και ανόητο με τον χειρότερο εχθρό του: το «δήθεν».

 

Αν το πρώτο μέρος έχει περάσει μια έστω υποτυπώδη επεξεργασία σκέψης και δραματοποίησης, τα υπόλοιπα σκετσάκια μοιάζουν φαιδρές, παιδιάστικες αποτυπώσεις ενός πρωτόλειου θυμού, όπως θα τον εκφράζαμε ένα βράδυ στην παρέα μας για να βρούμε το «δίκιο» μας. Φωτό: Karol Jarek
Αν το πρώτο μέρος έχει περάσει μια έστω υποτυπώδη επεξεργασία σκέψης και δραματοποίησης, τα υπόλοιπα σκετσάκια μοιάζουν φαιδρές, παιδιάστικες αποτυπώσεις ενός πρωτόλειου θυμού, όπως θα τον εκφράζαμε ένα βράδυ στην παρέα μας για να βρούμε το «δίκιο» μας. Φωτό: Karol Jarek