Μια κατήφεια, πρόσωπα και βλέμματα θλιμμένα μέσα στο μετρό, στον δρόμο για Κεραμεικό, επηρέασε τη διάθεσή μου. Κι ας βγήκα στο Γκάζι (σε μια περιοχή που έχει χαρακτήρα «πάρκου ψυχαγωγίας» με τόσα μαγαζιά γύρω τριγύρω), με κατεύθυνση το θέατρο Ροές – που πια δεν είναι εκείνη η κρύα, με ελάχιστες παρεμβάσεις αποθήκη (ή βιοτεχνία;) που άλλοτε φιλοξενούσε παραστάσεις, αλλά ένας ανακαινισμένος, κανονικός πια θεατρικός χώρος. Καμία σχέση, δηλαδή, με τις περιοχές πέριξ της πλατείας Ομονοίας και της πλατείας Καραϊσκάκη, που για να πας στα θέατρα περνάς από δρόμους όπου άνθρωποι έχουν απλώσει χαρτόνια και κουβέρτες σε απάνεμες γωνιές και κοιμούνται όπως-όπως. «Κι εσύ πας θέατρο...» σκέφτομαι, βλέποντάς τους, αλλά μήπως αυτό αποτελεί ένδειξη ευ ζην ή πηγή χαράς; Το αντίθετο – το θέατρο αγαπά περισσότερο το δράμα από την κωμωδία και «συστηματικοί» θεατές όπως εγώ δέχονται μεγάλη ψυχολογική πίεση από τα ανθρώπινα δεινά που γίνονται σκηνικές αφηγήσεις κάθε τύπου. Και αν μεν η παράσταση είναι καλή, τότε, όσο σκοτεινό κι αν είναι το θέμα, στο τέλος νιώθεις πιο ελαφρύς και, βγαίνοντας από το θέατρο, πιο δυνατός να αντιμετωπίσεις τη ρημαγμένη χώρα. Τις περισσότερες φορές δεν είναι. Γράφει ο Σεφέρης για τον Τ.Σ. Έλιοτ: «Είπανε εναντίον του πως αφήνει τον αναγνώστη μέσα στη στεγνή, στέρφα και άνυδρη Έρημη Χώρα, μόνο, χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Αυτό θα ήταν αλήθεια αν ο Έλιοτ δεν είχε δημιουργήσει ποίηση. Και η ποίηση, όσο απελπισμένη κι αν είναι, μας σώζει πάντα, με κάποιον τρόπο, από την ταραχή των παθών». Aλλά πόσοι, στους τόσο πολλούς που κάνουν θέατρο στην Αθήνα, «δημιουργούν ποίηση»;


Τα τελευταία χρόνια, της εν εξελίξει κρίσης, οι παραστάσεις δεν μειώθηκαν – το αντίθετο. Αφενός γιατί οι τιμές ενοικίασης χώρων έπεσαν, αφετέρου γιατί οι καλλιτέχνες του θεάτρου δέχονται να δουλεύουν και να πληρώνονται σύμφωνα με τις εισπράξεις. Το ανιδιοτελές κίνητρο δικαιολογεί ως έναν βαθμό την ευκολία με την οποία κάνουν θέατρο – επιπλέον, λόγω και πάλι της κρίσης, ποιος έχει απαίτηση να δει παράσταση με κανονικό σκηνικό; Αν υπάρχει σκηνογραφία, τόσο το καλύτερο. Αλλά, αν δεν υπάρχει, η γενναιοδωρία είναι κι αυτή μια μορφή (άσκησης) εξουσίας: μια καλή ερμηνεία, ακόμη και στον άδειο χώρο, μπορεί να είναι μια συγκλονιστική, λυτρωτική εμπειρία. Ο Μολιέρος θα συμφωνούσε, ο Πίτερ Μπρουκ έχει γράψει ολόκληρο βιβλίο για τον «άδειο χώρο». Ας ξεπεράσουμε, λοιπόν, ως μη σημαντικό το γεγονός των πολλών παραστάσεων χωρίς σκηνικό ή με σκηνικά αντικείμενα από τα παλιατζίδικα ή τις αποθήκες των συντελεστών. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη άποψη που υποστηρίζει ότι η ψυχική/διανοητική επένδυση είναι άυλη ενέργεια, και ως τέτοια δεν μπορεί να «μετρηθεί» ακριβώς. Το (υλικό) κόστος μιας παράστασης προϋποθέτει μια επένδυση πραγματική, μια εμπλοκή που δεν σηκώνει αστεία, ούτε την ενασχόληση με το θέατρο-ως-χόμπι. Τι αντιτείνει κανείς σ' αυτό, στην πόλη των δεκάδων παραστάσεων που δεν έχουν να προτείνουν τίποτα πέραν της ευγενούς φιλοδοξίας των ανθρώπων που τις παρουσιάζουν;

 

Πρόκειται για ιδιαιτέρως προβληματικό φαινόμενο: τα δελτία Τύπου, που την εποχή των διαδικτυακών ΜΜΕ αναπαράγονται αυτούσια (και άκριτα), συνοδευόμενα συχνά με θαυμάσιο, καλλιτεχνικών απαιτήσεων, φωτογραφικό υλικό, «υπόσχονται» μοναδικές θεατρικές εμπειρίες, αυξάνοντας τις προσδοκίες των πιστών.


[Παρεμπιπτόντως, είδα την Κραυγή του Τενεσί Ουίλιαμς στο Faust, σε σκηνοθεσία Έλλης Παπακωνσταντίνου, και αναρωτήθηκα ποιο σκεπτικό οδήγησε στο ανέβασμα αυτού του φλύαρου έργου, που δεν έχει ευτυχήσει στα θέατρα του κόσμου γιατί δεν έχει να πει κάτι στο κοινό – το μόνο που δίνει είναι την ευκαιρία σε δύο ηθοποιούς να κάνουν επίδειξη υποκριτικής δεξιοτεχνίας. Η (σπουδαία) Μάνια Παπαδημητρίου και ο Αλέκος Συσσοβίτης, που και καλά δένουν και καλά ερμηνεύουν τους ρόλους τους, ξοδεύουν τις δυνάμεις τους. Το σκηνικό και τα κοστούμια του Τέλη Καρανάνου και της Αλεξάνδρας Σιάφκου αποτελεί παράδειγμα της ζημιάς που κάνει στην ποιότητα των παραστάσεων ο μηδενικός προϋπολογισμός].


Το πλήθος των παραστάσεων αυξάνει τον «ανταγωνισμό», έστω κι αν το διακύβευμα είναι ένα ελάχιστο μέρος της πίτας (δεν αναφέρομαι στα εμπορικά θέατρα, των οποίων η λειτουργία είναι διαφορετική). Χρειάζονται «επιχειρήματα» και «ευρήματα» για να μπορέσουν οι παραστάσεις να ξεχωρίσουν μέσα από συμβατικά και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, ώστε να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον του κοινού. Πρόκειται για ιδιαιτέρως προβληματικό φαινόμενο: τα δελτία Τύπου, που την εποχή των διαδικτυακών ΜΜΕ αναπαράγονται αυτούσια (και άκριτα), συνοδευόμενα συχνά με θαυμάσιο, καλλιτεχνικών απαιτήσεων, φωτογραφικό υλικό, «υπόσχονται» μοναδικές θεατρικές εμπειρίες, αυξάνοντας τις προσδοκίες των πιστών. Μετά βλέπεις τις παραστάσεις και απογοητεύεσαι: μα, πού είναι όλες αυτές οι ωραίες ιδέες που, υποτίθεται, τις ενέπνευσαν, τις καθόρισαν ή τις περιγράφουν; Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη που εξυπηρετεί η εν λόγω τακτική, αλλά αντιδρώ όταν η ποιότητα της προβολής είναι ανώτερη της πράξης στην οποία αναφέρεται – γιατί τότε οι διατυπώσεις αποδεικνύονται κούφιες, αν όχι και αλαζονικές.

 

Το παράδοξο είναι ότι όσο απογυμνώνεται η σκηνική πράξη από τον λόγο, επειδή «ο λόγος είναι ατελές μέσο έκφρασης και επικοινωνίας», ενώ «το σώμα δεν μπορεί να πει ψέματα», τόσο περισσότερο οι καλλιτέχνες εξηγούν διά του λόγου τις προθέσεις τους και τόσο η επικοινωνιακή πρακτική ποντάρει σε προσεγμένα, συχνά ενδιαφέροντα κείμενα που –τι κρίμα!– δεν έχουν σχέση μ' αυτό που βλέπεις επί σκηνής.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα; Το υπ' αριθμόν 2 κείμενο στο πρόγραμμα της παράστασης Τα ωραία χέρια μας στο θέατρο Ροές: «Το έργο επικεντρώνεται στη σύνθεση μιας σειράς εικόνων που ανασύρουν από τη μνήμη τους έξι πρόσωπα κατά τη μυσταγωγική και καθαρτήρια συνάντησή τους. Μέσω της τυπολογίας ενός ταφικού τελετουργικού, των ιδιόμορφων κανόνων συμπεριφοράς που αυτό επιβάλλει, ξεδιπλώνεται η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην ατομική εμπειρία και το ιερό στοιχείο της ύπαρξης»(!)


Επιπλέον «η Έφη Μπίρμπα και οι συνεργάτες της πλάθουν αλληλουχίες σημασιών-εικόνων», δράσεις, πράξεις και σπαράγματα λόγου που είναι λέει «ατόφιες λεκτικές πράξεις». Αυτό που είδα εγώ είναι κάτι άλλο: η σκηνή έχει τη μορφή ενός λευκού Π, στο βάθος του οποίου υπάρχει ένα σκοτεινό ορθογώνιο άνοιγμα, πόρτα στο επέκεινα ή φέρετρο. Έξι μαυροφορέμενοι άνθρωποι κινούνται εντός του. Πέφτουν κάτω, χωρίζονται σε μικρότερα σύνολα, πέφτει ένας και τον πιάνουν δύο, κάποια στιγμή ρίχνουν πάνω στη σκηνή σπόρους σιταριού (αναφορά στην πανσπερμία των αρχαίων Ελλήνων και στη σχέση του θεού του Κάτω Κόσμου, του Πλούτωνα, με τον πλούτο της γης;), που στη συνέχεια ρίχνουν πάνω τους. Ακούγεται κάτι για χέρια που βγαίνουν από τη γη, για το μάρμαρο που είναι μονωτικό υλικό, άλλες νεκρόφιλες λεκτικές εικόνες, που λίγο να μην είσαι καλά, δεν τη γλιτώνεις την κατάθλιψη. Έπρεπε να δω «έξοδο-αποχωρισμό, διάβαση και είσοδο-ένταξη σε μια συμποσιακή κοινωνία», αλλά είδα μια στεγνή και ανέμπνευστη κινησιολογία, με σαφή επιρροή από παραστάσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου μείον τη γοητεία τους. Θα μπορούσα να υποκύψω στον πειρασμό του κριτικού λόγου για κείμενα που είναι πιο ενδιαφέροντα από τις παραστάσεις στις οποίες αναφέρονται (ναι, άλλο αξιοσημείωτο φαινόμενο αυτό), να συσχετίσω τα Ωραία χέρια μας με τους κώδικες της περφόρμανς ή να αναφερθώ στη σημασία του «σώματος» του ηθοποιού ως μέσου νοήματος στη θεατρική τελετή. Ή να διακρίνω στη φιλοδοξία της Έφης Μπίρμπα, των συνεργατών της (ανάμεσά τους ο Ευθύμης Φιλίππου, που υπογράφει το κείμενο) και των ερμηνευτών (Ιπποκράτης Δελβερούδης, Νίκος Καμόντος, Ελένη Μολέσκη, Ευαγγελία Ράντου, Άρης Σερβετάλης και Αχιλλέας Χαρίσκος) την πρόθεση ν' ακολουθήσουν την υπόδειξη του Γκροτόφσκι: «Ο ηθοποιός δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει το σώμα του για να εικονογραφήσει μια κίνηση της ψυχής – πρέπει να εκπληρώσει αυτή την κίνηση με το σώμα του». Λυπάμαι, το σώμα έμεινε βουβό. Το σώμα πέθανε.

 

«Κραυγή»

του Τενεσί Ουίλιαμς

Σκην.: Έλλη Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεύουν: Αλ. Συσσοβίτης, Μ. Παπαδημητρίου

Faust

Αθηναΐδος 12 & Καλαμιώτου 11, κέντρο, 210 3234095

 

«Τα ωραία χέρια μας»
του Ευθύμη Φιλίππου

Σκην.: Έφη Μπίρμπα
Ερμηνεύουν: Νίκος Καμόντος, Ευαγγελία Ράντου, Άρης Σερβετάλης

Θέατρο Ροές

Ιάκχου 16, Γκάζι,
210 3474312