Μια ξεχωριστή εμπειρία περίμενε όλους όσοι ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμα του προγράμματος «Το Λιμάνι ως θέατρο αλλαγής του κόσμου», που διοργανώνεται από την Αθήνα 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου και το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, και βρεθήκαμε την Κυριακή 14 Απριλίου το πρωί στον σταθμό του ΗΣΑΠ, στον Πειραιά.


Ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης μάς περίμενε για να κάνουμε μαζί το δρομολόγιο Πειραιάς – Κηφισιά με τον Ηλεκτρικό και να γνωρίσουμε καλύτερα την «Αθήνα της μιας διαδρομής», όπως αυτή περιγράφεται και στο ομώνυμο βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη.


Ο Μάρκαρης σχολιάζει στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου: «Η "Αθήνα της μιας διαδρομής" κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα γερμανικά το 2010, από τις εκδόσεις Χάνζερ.

 

Όταν σκέφτηκα να το εκδώσω και στα ελληνικά, ομολογώ ότι δίστασα στην αρχή. Δεν είναι αυτονόητο ότι ένα βιβλίο γραμμένο για ξένους παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τον Έλληνα αναγνώστη.


Αν πείστηκα τελικά, αυτό οφείλεται σε τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι η αγάπη μου για τον Ηλεκτρικό. Κανένα άλλο μέσο συγκοινωνίας στην Αθήνα δε μου δίνει τόση χαρά όσο μια διαδρομή με τον Ηλεκτρικό.

 

Πιστεύω μάλιστα ότι την αγάπη μου για τον Ηλεκτρικό τη μοιράζομαι με ένα μεγάλο μέρος των Αθηναίων.

 

Η Βικτώρια πήρε το όνομά της από την ομώνυμη πλατεία, και εκείνη από τη βασίλισσα Βικτωρία της Αγγλίας. Υπάρχει και άλλη εκδοχή, λίγο πιο αστεία: οι Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι να αντέγραψαν τη Victoria station του Λονδίνου.


Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτή η "μία διαδρομή", από τον Πειραιά στην Κηφισιά, δεν είναι μόνο ο πιο σύντομος δρόμος για να ανακαλύψει κανείς την Αθήνα αλλά και για να γνωρίσει την κοινωνική διαστρωμάτωσή της.

 

Από το λιμάνι του Πειραιά ως τις μεγαλοαστικές συνοικίες του Αμαρουσίου και της Κηφισιάς, ο επιβάτης του Ηλεκτρικού έχει τη δυνατότητα να ταξιδέψει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα που κατοικούν στην πρωτεύουσα.


Ο τρίτος λόγος είναι η σχέση μου με τον ήρωά μου, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Εδώ και πάνω από δεκαπέντε χρόνια περιγράφω την Αθήνα μέσα από το δικό του βλέμμα και τις διαδρομές του.

 

Σκέφτηκα, λοιπόν, να μπω σε μια κόντρα μαζί του και να περιγράψω την Αθήνα από τη δική μου οπτική και μέσα από τον Ηλεκτρικό που τόσο αγαπώ.

 

Αφήνω σε όσους αναγνώστες των μυθιστορημάτων μου διαβάσουν και αυτό το βιβλίο, να κρίνουν ποιος από τους δυο μας περιγράφει την Αθήνα καλύτερα!».

 

Φωτο: Ομάδα Αμπάριζα
Φωτο: Ομάδα Αμπάριζα


Αφού μπήκαμε στο πρώτο βαγόνι του συρμού, ο συγγραφέας άρχισε να αφηγείται την ιστορία του Ηλεκτρικού, το παρθενικό δρομολόγιο του οποίου –με ατμοκίνητο συρμό– ξεκίνησε στις 27 Φεβρουαρίου 1869, συνδέοντας το Θησείο με τον Πειραιά.

 

Λίγα χρόνια αργότερα θα εγκαινιαστεί το «Θηρίο», η γραμμή που ξεκινούσε από την Πλατεία Αττικής και έφτανε στην Κηφισιά. Το 1904 ο σιδηρόδρομος θα ηλεκτροδοτηθεί και θα βαφτιστεί «Ηλεκτρικός», όνομα που εξακολουθεί να διατηρεί, παρότι ενσωματώθηκε στο μετρό ως Γραμμή 1.


Είκοσι τέσσερις σταθμούς έχει πλέον ο Ηλεκτρικός αλλά η μοναδικότητά του «δε βρίσκεται στο μήκος του δικτύου του, ούτε στους σταθμούς του, αλλά στο γεγονός ότι διασχίζει όλη την Αθήνα και αποκαλύπτει την πλήρη διαστρωμάτωση της πόλης.

 

Αρχίζει από τις παλιές ναυτικές και εργατικές συνοικίες, φτάνει στο κέντρο της, που είναι η Ομόνοια, και από εκεί διασχίζει τις μικροαστικές συνοικίες, για να φτάσει στα ακριβά προάστια, στο Μαρούσι και την Κηφισιά».


Ο συρμός ξεκίνησε, και μαζί του ο Πέτρος Μάρκαρης άρχισε τη συναρπαστική αφήγησή του.

 

Ο Πειραιάς με την Τρούμπα, που ζούσε από τον Έκτο Αμερικάνικο Στόλο, με το Πασαλιμάνι και το Τουρκολίμανο, που απαρνήθηκαν τις οθωμανικές τους ονομασίες, με τον Σκυλίτση που «γκρέμισε ό,τι παλιό και γραφικό είχε ο Πειραιάς και τον έντυσε, όπως ντύνονταν παλιά οι μαθήτριες των παρθεναγωγείων, με μια ομοιόμορφη στολή».


Το Νέο Φάληρο, η συνοικία-δορυφόρος του μεγάλου λιμανιού, όπου «ζούσαν ως επί το πλείστον μηχανικοί πλοίων και απλοί ναυτικοί. H συνοικία που οριοθετείται από ψαροταβέρνες. Δυτικά συνορεύει με το Μικρολίμανο. Ανατολικά με τις Τζιτζιφιές».


Το Μοσχάτο, στο οποίο τελειώνει η ναυτική ζώνη, καθώς εδώ κατοικούσαν τεχνίτες, οικοδόμοι και μεροκαματιάρηδες. Ο Κηφισός που πλημμύριζε, ο «πολιτισμός της φτώχειας» με τις σιδερόβεργες που εξείχαν από τις στέγες, προδίδοντας το «όνειρο του δεύτερου ορόφου».


Η Καλλιθέα, «ίσως η μοναδική μεσοαστική συνοικία μεταξύ Πειραιά και Ομόνοιας», με μοναδικό ιστορικό κτίριο τη Σιβιτανίδειο, την πιο παλιά επαγγελματική σχολή της Ελλάδας – «ο μεσαίος χώρος δεν έχει τίποτα αξιοθέατο από τη φύση του», σημειώνει ο συγγραφέας.


Ο Ταύρος, που η είσοδός του είναι από την οδό Πειραιώς, και ήταν μια από τις εργατικές συνοικίες που ζούσαν από τις βιομηχανίες της κεντρικής αυτής αρτηρίας.

 

Συνέχεια του Ταύρου ήταν τα Κάτω Πετράλωνα, σε αντίθεση με τα Άνω που αποτελούν προέκταση του Θησείου. Ο Ηλεκτρικός ουσιαστικά λειτουργεί εδώ ως διαχωριστική γραμμή.


Το Θησείο, «η πιο διαφορετική συνοικία του κέντρου της Αθήνας». Ο Όθωνας ήταν αυτός που αποφάσισε να δημιουργηθεί εκεί το κέντρο της νέας Αθήνας, πάνω στην αρχαία.

 

Όταν η βασιλική οικογένεια θα εγκατασταθεί μόνιμα στα Νέα Ανάκτορα, στην Ηρώδου του Αττικού, η αστική τάξη θα μετακινηθεί στο Κολωνάκι και το Θησείο θα παρακμάσει.

 

Η Μελίνα Μερκούρη είναι εκείνη που θα σώσει τα βαυαρικά σπίτια, ενώ η αναβίωση της περιοχής θα ξεκινήσει όταν μικρές αθηναϊκές σκηνές θα αναζητήσουν στέγη εκεί.

 

Η μοναδικότητά του ηλεκτρικού «δε βρίσκεται στο μήκος του δικτύου του, ούτε στους σταθμούς του, αλλά στο γεγονός ότι διασχίζει όλη την Αθήνα και αποκαλύπτει την πλήρη διαστρωμάτωση της πόλης.
Η μοναδικότητά του ηλεκτρικού «δε βρίσκεται στο μήκος του δικτύου του, ούτε στους σταθμούς του, αλλά στο γεγονός ότι διασχίζει όλη την Αθήνα και αποκαλύπτει την πλήρη διαστρωμάτωση της πόλης.


Το Μοναστηράκι, η «πύλη» της Πλάκας, το πιο παλιό κομμάτι της νεότερης Αθήνας. «Η Πλάκα είναι μια συνοικία με πολλά πρόσωπα και πολλές περιπέτειες», που οφείλει τη σωτηρία της στον Αντώνη Τρίτση, ο οποίος κήρυξε την περιοχή διατηρητέα. Σήμερα η Πλάκα, αλλά και το Μοναστηράκι, «έχει αναδείξει εν μέρει το παλιό μεγαλείο της και έχει ισορροπήσει. Χάθηκαν, βέβαια, τα παλαιοβιβλιοπωλεία...».


Ένας από τους σταθμούς που διατηρούν κάτι από την παλιά τους γοητεία είναι η Ομόνοια. Η «Πλατεία των Ανακτόρων», όπως ήταν η αρχική της ονομασία, όταν τα σχέδια άλλαξαν πήρε εν τέλει το όνομά της από τον «όρκο ομονοίας» που είχαν δώσει τα αντιβασιλικά κόμματα το 1862, μετά την αναχώρηση του Όθωνα.

 

«Η περιοχή της πλατείας Ομονοίας είναι η πιο δαιδαλώδης περιοχή της Αθήνας, εκείνη με τις μεγαλύτερες αντιθέσεις, αλλά και η μοναδική πια με "ανατολίτικο" άρωμα».

 

Η Βικτώρια πήρε το όνομά της από την ομώνυμη πλατεία, και εκείνη από τη βασίλισσα Βικτωρία της Αγγλίας.

 

Υπάρχει και άλλη εκδοχή, λίγο πιο αστεία: οι Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι να αντέγραψαν τη Victoria station του Λονδίνου.

 

Η πλατεία Βικτωρίας «είναι μια μικρή πλατεία, αλλά με μεγάλη ακτίνα επιρροής», καθώς είναι η μόνη στην περιοχή «με ζαχαροπλαστεία και υπαίθρια τραπεζάκια».

 

Σήμερα, πολλοί από τους παλιούς της κατοίκους έχουν φύγει από την περιοχή και όσοι της έμειναν πιστοί «υποστηρίζουν ότι το όριο των ντόπιων κατοίκων τελειώνει τώρα στην οδό Αριστοτέλους».

 

Από την Αττική ξεκινούσε το «Θηρίο» που ένωνε την Αθήνα με την Κηφισιά. «Σήμερα η Αττική είναι η πύλη της Αθήνας προς τη φτώχεια. Η πύλη αυτή ανοίγει σε δυο μεγάλες λεωφόρους: τη λεωφόρο Ιωνίας και τη λεωφόρο Λιοσίων».

 

Ο συγγραφέας περιγράφει αυτό που έχει τραβήξει την προσοχή του στη λεωφόρο Ιωνίας – τη λεωφόρο της προσφυγιάς, όπως τη χαρακτηρίζει: τα απλωμένα σε σχοινιά και όχι σε απλώστρες ρούχα που στεγνώνουν στον ήλιο.


«Οι Γάλλοι αποκαλούσαν τους ευγενείς, μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ci-devant nobles, δηλαδή πρώην ευγενείς. Αν παραφράσουμε τον όρο, θα μπορούσαμε κι εμείς να ονομάσουμε τις συνοικίες, όπως η Αττική, ο Άγιος Νικόλαος, τα Κάτω Πατήσια και ο Άγιος Ελευθέριος, ci-devant bourgeoisies, δηλαδή πρώην αστικές συνοικίες».


Η Πατησίων «ήταν η κατεξοχήν περιοχή των μεσοαστικών και μικροαστικών συνοικιών της Αθήνας και τελειώνει στα Άνω Πατήσια, ένα σταθμό «"στον αέρα", κυριολεκτικά και μεταφορικά. Κυριολεκτικά, γιατί είναι υπερυψωμένος. Και μεταφορικά, γιατί δεν έχει ενδοχώρα».

 

Φωτο: Ομάδα Αμπάριζα
Φωτο: Ομάδα Αμπάριζα


«Συνοικίες, όπως ο Περισσός, τα Πευκάκια, το Ηράκλειο και το Μαρούσι, αλλά και η προσφυγική συνοικία της Νέας Ιωνίας, χρωστάνε ένα μεγάλο μέρος της αναβάθμισής τους στον Ηλεκτρικό. [...]

 

Το ενδιαφέρον στοιχείο στις συνοικίες που διαδέχονται τις παραδοσιακές αθηναϊκές συνοικίες, είναι η αντίθεση ανάμεσα στον τελικό προορισμό του Ηλεκτρικού, την Κηφισιά, και στους σταθμούς της διαδρομής του. Αν εξαιρέσεις το Μαρούσι, οι υπόλοιπες συνοικίες έχουν κάθε άλλο παρά τη μεγαλοαστική όψη και ιστορία της Κηφισιάς».


Το Μαρούσι είναι ένας από τους δώδεκα δήμους που είχε ιδρύσει ο Κέκροπας κατά την αρχαιότητα. Η ανάπτυξη της περιοχής ήταν αποτέλεσμα της προτίμησης των Ελλήνων βασιλέων για την Κηφισιά, η οποία είχε μετατραπεί σε «άτυπο πολιτικό κέντρο».

 

«Στο Μαρούσι δημιουργήθηκε με τα χρόνια ένας κύκλος, ο οποίος συγκροτήθηκε από μια δυναμική γενιά επιχειρηματιών, αλλά και επιστημόνων, αργότερα και στελεχών επιχειρήσεων, των οποίων η σχέση με τον κύκλο της Κηφισιάς σχέση διασύνδεσης με την εξουσία, αλλά πολύ περισσότερο σχέση προσβάσεων στην εξουσία».


«Φτάσαμε στο τέλος της διαδρομής και στο προάστιο που είχε καθοριστική επιρροή στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της νεότερης Ελλάδας, από την τελευταία τριακονταετία του 19ου αιώνα ως σήμερα. Κανένας άλλος σταθμός στη διαδρομή που κάναμε δεν είχε τη βαρύτητα, θετική ή αρνητική, που είχε η Κηφισιά στη ζωή της Ελλάδας», τονίζει ο Πέτρος Μάρκαρης.


Η επιλογή του Γεωργίου Α' να αγοράσει το Τατόι το 1872 είχε ως αποτέλεσμα η πολιτική και μεγαλοαστική τάξη να αρχίσει να παραθερίζει στην Κηφισιά. «Η προσήλωση αυτή των πολιτικών και των επιχειρηματιών στα ανάκτορα δημιούργησε τη διακριτή κηφισιώτικη κοινωνία...»


«Ένα σημαντικό κομμάτι της παλιάς Κηφισιάς διατηρείται ακόμα. Μόλις διασχίσει κανείς το κέντρο του προαστίου και προχωρήσει προς τα ενδότερα, θα βρει έναν σωρό εξοχικά σπίτια με φροντισμένους κήπους, πολλά από τα οποία είναι της πρώτης και της δεύτερης γενιάς.

 

Αυτή είναι η διαφορά της Κηφισιάς με τη δεύτερη μεγαλοαστική συνοικία της Αθήνας, που δεν είναι το Μαρούσι αλλά το Παλαιό Ψυχικό. Το Παλαιό Ψυχικό δίνει την αίσθηση μιας συνοικίας πλούσιων οικογενειών. Αντίθετα, η Κηφισιά διατηρεί, εκτός από τον πλούτο, τα στοιχεία της ιστορίας, της παράδοσης και της ισχύος, η οποία καθόριζε για μεγάλα διαστήματα τις τύχες του τόπου».


«Τερματικός σταθμός. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να αποβιβαστούν από τον συρμό».