Ο Αμερικανός καλλιτέχνης που έχει για τα καλά εντάξει την Ελλάδα στον συναυλιακό του χάρτη, εμφανίστηκε το βράδυ του Σαββάτου στο Fuzz, στον απόηχο μιας παγκόσμιας επιτυχίας και με έναν νέο δίσκο που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες.


Ο συνδυασμός αυτός θα μπορούσε να αποβεί μοιραίος για μια ζωντανή εμφάνιση.


Αφενός, το Katchi, ή μάλλον το remix του, σύστησε τον Γουότερχαουζ σε νέα ακροατήρια πέρα από τους λάτρεις του rhythm and blues, της soul και του rock 'n' roll. Αφετέρου, η παρουσίαση υλικού που οριακά έχει γίνει γνωστό πάντα ενέχει τον κίνδυνο να αφήσει μουδιασμένους ακόμα και παλιούς ακροατές.


Τίποτα από αυτά όμως δεν συνέβη το βράδυ του Σαββάτου στο Fuzz.


Ο Γουότερχαουζ μπόρεσε να κερδίσει το κοινό του ήδη από τα πρώτα κομμάτια, ρίχνοντάς το αμέσως στα βαθιά με νέες συνθέσεις.

 

Με ραφιναρισμένα κομμάτια, ξεκάθαρο μουσικό και γενικότερα αισθητικό στίγμα και άρτιο ήχο o Νικ Γουότερχαουζ, βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του.


Έτσι λοιπόν, από την τέταρτη δισκογραφική δουλειά του Γουότερχαουζ που φέρει το όνομά του και για την οποία δήλωσε «αυτός ο δίσκος είναι εγώ» στον Γιώργο Μουχταρίδη, ακούστηκε πρώτο το Which Was Writ και ακολούθησε το Song For Winners.


Η αντίδραση του κοινού σε αυτή τη σύνθεση, που δείχνει την άνεση με την οποία ο Γουότερχαουζ συνομιλεί και με τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ένα μουσικό απόθεμα το οποίο δεν έχει αξιοποιήσει ακόμα, ήταν άμεση.


Με τον δίσκο να είναι sold out ήδη από τις πρώτες εβδομάδες κυκλοφορίας, το κοινό αναγνώρισε το κομμάτι από τα πρώτα ακόρντα και άρχισε να το τραγουδά.


Το Song For Winners φαίνεται να καθόρισε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στους μουσικούς και το κοινό καθ' όλη τη διάρκεια της συναυλίας.

 

 

Nick Waterhouse - Song For Winners


Ο Γουότερχάουζ εμφανίστηκε στο Fuzz πλαισιωμένος από ένα εκπληκτικό σχήμα που παρουσίαζε στο ακροατήριο με κάθε ευκαιρία. Τα τύμπανα και το μπάσο ήταν άρρηκτα δεμένα αφήνοντας χώρο στα υπόλοιπα όργανα να αναπτυχθούν.


Είναι εντυπωσιακό πώς το βαρύτονο σαξόφωνό γέμιζε ακόμα και τα λίγα κενά στον συμπαγή και καθαρό ήχο του σχήματος, αλλά και το πώς τα πλήκτρα και τα δεύτερα φωνητικά ζέσταιναν ακόμα περισσότερο το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.


Για τις ικανότητες του Γουότερχαουζ στην κιθάρα δεν χρειάζεται να γίνει οποιοδήποτε σχόλιο.


Ο Γουότερχαουζ φαινόταν να απολαμβάνει την αλληλεπίδραση με το κοινό, να τον τροφοδοτεί το ρυθμικό χειροκρότημα, το τραγούδι και οι ιαχές.

 

 


«Feels good», εξομολογήθηκε όταν το κοινό ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του για χειροκροτεί ρυθμικά στο Say I Wanna Know ενώ έφτανε να πει ένα «Athens, please», για να τραγουδήσει όλο το κοινό το ρεφρέν του κομματιού.


Κατά τη συναυλία, που πρέπει να διήρκεσε περισσότερο από εκείνη που έδωσε ο καλλιτέχνης πριν από λίγες μέρες στο Παρίσι, ο Γουότερχαουζ ξεδίπλωσε όλες τις πτυχές της δισκογραφίας του.


Ακούστηκαν, φυσικά, τα I Had Some Money (But I Spent It), This Is A Game, If You Want Trouble, Dead Room, ενώ απέτισε φόρο τιμής τόσο στο παρελθόν, διασκευάζοντας το It's your Voodoo Working του Τσαρλς Σέφιελντ, όσο και στους σύγχρονούς του Allah-las, διασκευάζοντας το Don't You Forget It.


Για το ανκόρ ωστόσο ο Γουότερχαουζ κράτησε δύο δικά του κομμάτια, το Raina και το L.A. Turnaround.


Ο προσεγγίσιμος Νικ Γουότερχαουζ έχει κατοχυρωθεί ως ο μουσικός που κατάφερε να συστήσει εκ νέου το rhythm and blues, τη soul και το rock 'n' roll σε ευρύτερα ακροατήρια, ξεπερνώντας άγονους πολιτισμικούς σεχταρισμούς.


Πέρα από αυτά όμως, φαίνεται να πατάει πιο πολύ από ποτέ στα πόδια του.


Με ραφιναρισμένα κομμάτια, ξεκάθαρο μουσικό και γενικότερα αισθητικό στίγμα και άρτιο ήχο o Νικ Γουότερχαουζ, βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του.