Ο Σιμόν Μποκκανέγκρα είναι μια χορταστική παραγωγή όχι μόνο για τους παλιούς αλλά και και για τους όψιμους εραστές της Όπερας. «Τα σκηνικά μπορούν να γίνουν τόσο όμορφα σ' αυτό τον Σιμόνε!» έγραφε ο Βέρντι που ονειρευόταν την αναπαράσταση της αγαπημένης του Γένοβας επί σκηνής.

 

Ο Michael Yeargan με τα σκηνικά του δίνει τη δική του λιτή εκδοχή της Γένοβας, μια αφαιρετική αίσθηση της Via Garibaldi. Οι φωτισμοί του John Harrison γίνονται μέρος της αφήγησης. Τα κοστούμια του Peter J. Hall μυρίζουν εποχή Βέρντι και θυμίζουν πίνακες του Francesco Hayez. Η σκηνοθεσία του Elijah Moshinsky αποδεικνύει πως όταν έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις οι ακροβασίες και οι μοντερνισμοί δεν είναι παρά αχρείαστη υπέρ-προβολή του Εγώ.


Το λυρικό τραγούδι στον Σιμόν Μποκκανέγκρα είναι σαν να σ' το σερβίρουν σε μεγάλες ασημένιες χειροποίητες κούπες του 19ου αιώνα για να σε ξεδιψάσει. Ο Δημήτρης Πλατανιάς (ως στιβαρός Σιμόν με εκφραστική δύναμη και άνεση), ο Χριστόφορος Σταμπόγλης (ως ογκόλιθος Φιέσκο με τη βαθιά πλούσια φωνή του) και η Τσέλια Κοστέα (ως γλυκός καταλύτης Αμέλια με κρυστάλλινη φωνή) δημιουργούν ένα υπέροχο τρίο.

 

Το έργο μιλάει για μια εποχή που η τιμή της γυναίκας ξεσήκωνε ζήλιες, πάθη και γινόταν τρόπαιο πολέμου. Μια εποχή που οι άντρες προτιμούσαν να ζήσουν ή να πεθάνουν για τον έρωτά τους.


Το έργο διαδραματίζεται στη Γένοβα τον 14ο αιώνα και έχει πολιτική χροιά καθώς ο Βέρντι ονειρεύεται μια Ιταλία ενωμένη. Χρησιμοποιεί το έργο του προκειμένου να επικρίνει τους συμπατριώτες για τοπικισμό και να τους μιλήσει για την αγάπη και την ειρήνη.

 

Προηγουμένως έχει κρατήσει μπροστά τους τον καθρέφτη των ελαττωμάτων της ζήλιας, της αλαζονείας και της βίας στα οποία υποκύπτουν οι περισσότεροι άντρες. Είναι μια ευτυχής στιγμή όπου η Τέχνη, αν και διδακτική, δεν χάνει τίποτα από την ομορφιά της.

 

Ο Σιμόν Μποκκανέγκρα είναι μια ρωμαλέα τρίωρη όπερα, που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή από την αρχή ως το τέλος. Η μουσική αυστηρή, μελαγχολική, σκοτεινή σε κάποια σημεία, σε μαγεύει και σε καθηλώνει. Μπορεί να μην έχει γνωστές άριες αλλά διαθέτει εξαίσια ντουέτα, τρίο και μοναδικά χορωδιακά μέρη (που εδώ ερμηνεύει έξοχα η χορωδία της Λυρικής).

 

Φωτό: Δ. Σακαλάκης
Φωτό: Δ. Σακαλάκης


Στο έργο παρακολουθούμε ουσιαστικά δυο ιστορίες, μια ερωτική και μια πολιτική, που εκτυλίσσονται ταυτόχρονα και η δράση της μιας επηρεάζει την εξέλιξη της άλλης. Ο Σιμόν Μποκκανέγκρα, πρώην κουρσάρος, αγαπάει τη Μαρία, κόρη του πατρίκιου Φιέσκο. Από την ένωση της Μαρίας με τον αγαπημένο της έχει γεννηθεί ένα παιδί που ο Σιμόν το έχει εμπιστευτεί σε μια τροφό έξω από τα όρια της πόλης. Ο Φιέσκο παρά την ύπαρξη του παιδιού αρνείται να επιτρέψει τον γάμο της κόρης του με κάποιον κατώτερό της και κλειδώνει την κόρη του στο παλάτσο του.

 

Το έργο ξεκινάει με έναν πρόλογο και διαδραματίζεται σε τρεις πράξεις. Στον πρόλογο ο αδίστακτος, ιντριγκαδόρος, Πάολο (ένας ατελέστερος αλλά εξ' ίσου απεχθής Ιάγος) πείθει με δόλο τον Σιμόν, χρησιμοποιώντας τον έρωτά του για την κόρη του Φιέσκο, να βάλει υποψηφιότητα για Δόγης. Στο τέλος της σκηνής, ενώ το πλήθος αλαλάζει επευφημώντας τον Σιμόν για τη νίκη του, ο ίδιος ανακαλύπτει ότι η αγαπημένη του Μαρία έχει αυτοκτονήσει. Η κόρη του επίσης έχει εξαφανιστεί.

 

Η νίκη τον βρίσκει συντετριμμένο. Εκεί που ο Πάολο θριαμβολογεί για τον θρόνο, ο Σιμόν θρηνεί γιατί αντικρίζει έναν τάφο και συνειδητοποιεί, όπως γράφει εύστοχα ο Δημήτρις Βεργέτης στο σημείωμά του, ότι «ο Έρωτας και ο Θάνατος δίνουν ραντεβού πίσω από τις πλάτες των ανθρώπων που φαντασιώνονται μέσα στη μέθη των σχεδιασμών τους ότι είναι κύριοι του παιχνιδιού».


Η πρώτη πράξη ξεκινάει 25 χρόνια μετά. Η κόρη του Σιμόν και της Μαρίας έχει υιοθετηθεί και ανατραφεί ως Αμέλια Γκριμάλντι. Ο Φιέσκο συνωμοτεί με άλλους ευγενείς με στόχο την ανατροπή του Δόγη Σιμόν και εμφανίζεται ως προστάτης της Αμέλια με το ψευδώνυμο Αντρέα. Η Αμέλια είναι ερωτευμένη με τον Γκαμπριέλε Αντόρνο επίσης εχθρό του Σιμόν. Όταν ο Δόγης επισκέπτεται την Αμέλεια για να την παντρέψει με τον Πάολο εκείνη του λέει ότι δεν είναι μια Γκριμάλντι. Την ανατριχίλα του πατέρα που ξαφνικά αντιλαμβάνεται ότι μπροστά του έχει τη χαμένη του κόρη τη νιώθουμε από τη γλύκα στη φωνή και την έξοχη ερμηνεία της Τσέλια Κοστέα.

 

Δημήτρης Πλατανιάς και Τσέλια Κοστέα. Φωτό: Δ. Σακαλάκης
Δημήτρης Πλατανιάς και Τσέλια Κοστέα. Φωτό: Δ. Σακαλάκης


Το έργο μιλάει για μια εποχή που η τιμή της γυναίκας ξεσήκωνε ζήλιες, πάθη και γινόταν τρόπαιο πολέμου. Μια εποχή που οι άντρες προτιμούσαν να ζήσουν ή να πεθάνουν για τον έρωτά τους. Μιλάει επίσης για τη γυναίκα ως σύμβολο ζωής και συμφιλίωσης. Η γυναίκα εδώ ενσαρκώνει το στοιχείο της ομορφιάς που απαλύνει και ανακουφίζει τον άντρα που βασανίζεται, έρμαιο των ενστίκτων του.


Ο Φιέσκο και ο Γκαμπριέλε μισούν τον Σιμόν, ο Πάολο μισεί τους πάντες και ο Σιμόν βρίσκεται στην ίδια δύσκολη θέση που κάποτε βρέθηκε ο παραλίγο πεθερός του, να πρέπει δηλαδή να δώσει το χέρι της κόρης του σε έναν ορκισμένο εχθρό. Όμως ο Δόγης δεν θα θελήσει να γίνει Φιέσκο, δεν θέλει να τροφοδοτεί εσαεί την έριδα και το μίσος. Οι λέξεις που επαναλαμβάνει σε όλο το έργο σαν προσωπικό μάντρα είναι Ειρήνη και Αγάπη. Για χάρη τους ανακαλύπτει τη δύναμη της συγγνώμης και δίνει τελικά τη συγκατάθεσή του για το γάμο.


Στην πολιτική, ωστόσο, όταν συνάπτεις ανάξιες συμμαχίες με άθλιους και ανήθικους συντρόφους προκειμένου να κερδίσεις την εξουσία, θα έρθει αργά ή γρήγορα η στιγμή που θα πληρώσεις γι' αυτό.

 

Ο Πάολο που θεωρεί ότι ο Σιμόν χρωστάει το θρόνο του σ' εκείνον, θολωμένος από μίσος και ζήλια επειδή ο Δόγης του αρνήθηκε το χέρι της κόρης του, στο τέλος τον δηλητηριάζει. Όταν ο Πλατανιάς στην τελευταία σκηνή σωριάζεται νεκρός είναι τόσο αληθοφανής ο θάνατός του που μια τρομαγμένη κραυγή βγαίνει από τα χείλη των θεατών.

 

Η αυλαία πέφτει και τα τελευταία λόγια μένουν να αιωρούνται στον αέρα. «Πόσο γρήγορα πέρασαν οι ευτυχισμένες μέρες. Κάθε αγαλλίαση στη γη είναι ένα παραμύθι. Πηγή δακρύων είναι η ανθρώπινη καρδιά».

 

Δημήτρης Πλατανιάς και Χριστόφορος Σταμπόγλης. Φωτό: Δ. Σακαλάκης
Δημήτρης Πλατανιάς και Χριστόφορος Σταμπόγλης. Φωτό: Δ. Σακαλάκης

 

Ο Δημήτρης Πλατανιάς ως στιβαρός Σιμόν. Φωτό: Δ. Σακαλάκης
Ο Δημήτρης Πλατανιάς ως στιβαρός Σιμόν. Φωτό: Δ. Σακαλάκης

 

 

 

Info

Τζουζέππε Βέρντι - Σιμόν Μποκκανέγκρα

 

Μουσική διεύθυνση: Ζωή Τσόκανου - Στάθης Σούλης

Σκηνοθεσία: Ελάιτζα Μοσίνσκυ

Αναβίωση σκηνοθεσίας: Ρόρυ Φαζάν

Σκηνικά: Μάικλ Γήργκαν

Κοστούμια: Πήτερ Τζ. Χωλ

Φωτισμοί: Τζων Χάρρισον

Επιμέλεια φωτισμών: Μάθιου Μάλμπερρυ

Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος

Κινησιολόγος ξιφομαχιών: Φίλιπ ντ' Ορλεάν

 

Διανομή

Σιμόν Μποκκανέγκρα: Δημήτρης Πλατανιάς - Τάσης Χριστογιαννόπουλος

Μαρία Μποκκανέγκρα (Αμέλια): Τσέλια Κοστέα - Άννα Στυλιανάκη

Γιάκοπο Φιέσκο: Χριστόφορος Σταμπόγλης - Πέτρος Μαγουλάς

Γκαμπριέλε Αντόρνο: Ραμόν Βάργκας - Δημήτρης Πακσόγλου

Πάολο Αλμπιάνι: Γιάννης Σελητσανιώτης - Κύρος Πατσαλίδης

Πιέτρο: Διονύσης Τσαντίνης - Αλέξανδρος Λούτας

Λοχαγός των τοξοβόλων: Γιάννης Καλύβας - Διονύσης Μελογιαννίδης

Ακόλουθος της Αμέλιας: Βασιλική Πετρόγιαννη - Αναστασία Κότσαλη

 

Εθνική Λυρική Σκηνή, Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος

Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

22, 23, 25, 26 και 27 Ιανουαρίου

Ώρα έναρξης: 20.00 (Κυριακές 18.30)

 

* Η Λίνα Στεφάνου είναι διευθύντρια στο περιοδικό NOMAS