Δεν περιμένεις τρελές φιέστες και ενθουσιασμό για τους Tiger Lillies. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχονται στην Ελλάδα, δεν είναι και πολύ των δημοσίων σχέσεων, ούτε καν τα cd τους δεν μπορείς να βρεις, αν δεν είσαι φαν του Μπρεχτικού πανκ και του site τους, απ' όπου ρυθμίζουν μόνοι τους –χωρίς PR και δισκογραφικές στη μέση- τις πωλήσεις τους.

 

Τη δε Κυριακή βράδυ, οπότε και θα εμφανίζονταν στο θέατρο Βράχων, το πράγμα είχε πάρει να στραβώνει από νωρίς. Ψιχάλιζε συστηματικά από το μεσημέρι, ο ουρανός σκοτεινός, περιπαιχτικός, σαν το attitude τους, το πήγαινε για καταιγίδα, οπότε το σκεφτόσουν αν θα ανέβεις όλη αυτή τη ανηφόρα του Βύρωνα για τα παλικάρια με τα μουτζουρωμένα μάτια και τον τύπο με το ακορντεόν.

 

Και πλάκα – πλάκα, κυνικά και με κατάμαυρο χιούμορ έχουν μιλήσει για όλα εδώ και 30 χρόνια τα φρικιά από τη Βρετανία: για την κακοποίηση, το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε, τον Χριστό και τα ψεύτικα είδωλα, τη σεξουαλική απελευθέρωση και την ανηδονία, τους έρωτες που δεν υπάρχουν πια, τις αυτοκτονίες, όλα...

Όμως –και ενώ δεν υπήρχε καμία περί ακύρωσης ανακοίνωση μέχρι τις 21.00-, ο κόσμος ανέβαινε ακάθεκτος με ομπρέλες, αδιάβροχα, νιτσεράδες (!), με νάυλον σακούλες για την υγρασία, έβλεπε και τις αυτοσχέδιες τέντες κάτω από τις οποίες είχαν τοποθετηθεί προσεκτικά οι κονσόλες του ήχου και κάποια στιγμή διέκρινε αυτή τη μορφή, τον Έιντριαν Στάουτ με καρό κοστούμι, καπέλο και ελαφρά ανησυχία να τσεκάρει λεπτομέρειες και την τύχη του θέρεμιν.

 

Και σταμάτησε το ψιλόβροχο, με το που βγήκε ο Μάρτιν Ζακς στη σκηνή, έπιασε κι ένα ωραιότατο εφετζίδικο αεράκι που άφησε το φεγγάρι ακριβώς από πάνω του –τέτοιο τρικ ούτε να το είχε ευχηθεί- και ξεκίνησε με το μαλακό, με μπαλάντες, έτσι για ζέσταμα για μια φωνή κομπέρ που και άριες μπορεί να ερμηνεύσει (καστράτο, γαρ).

 

Στιλάτοι, αξιοπρεπείς, τηρουμένων των αναλογιών και του ρεπερτορίου τους κεφάτοι (ο Τζόνας Γκόλαντ πάντα θα μπορεί να παίξει ντραμς με οτιδήποτε και πάντα θα μπορεί να πει τα πάντα, χωρίς να λέει λέξη), τόσο όσο στο πάρε δώσε με το κοινό -που και γι' αυτό τους εκτιμάει και θα τους εκτιμάει ακόμη κι αν μείνουν μ' ένα δόντι στο στόμα- ήρθαν τίμια, έπαιξαν ωραία, έκλεισαν με πάθος.
Στιλάτοι, αξιοπρεπείς, τηρουμένων των αναλογιών και του ρεπερτορίου τους κεφάτοι (ο Τζόνας Γκόλαντ πάντα θα μπορεί να παίξει ντραμς με οτιδήποτε και πάντα θα μπορεί να πει τα πάντα, χωρίς να λέει λέξη), τόσο όσο στο πάρε δώσε με το κοινό -που και γι' αυτό τους εκτιμάει και θα τους εκτιμάει ακόμη κι αν μείνουν μ' ένα δόντι στο στόμα- ήρθαν τίμια, έπαιξαν ωραία, έκλεισαν με πάθος.

 

Οι ομπρέλες έκλεισαν, άναψαν τα πρώτα τσιγάρα, το θέατρο είχε τιγκάρει κι ακόμη κατέφθαναν αποσυνάγωγοι που στριμώχνονταν στις σκάλες, κοπανώντας ρυθμικά τα πόδια στο "Lobotomy'' και κάνοντας σαματά στο "Heroin and Cocaine" και στο "Crack Of Doom", σιγοτραγουδώντας στο "Danced All Night" και στο "Alone with the Moon". Κι εκεί που λες, λογικά θα έχει πήξει ο χώρος στους 40άρηδες (και βάλε), να βλέπεις φοιτηταριό πολύ μελετημένο και χαριτωμένα επιθετικό.

 

Λογικό. Ο Ζακς και η παρέα του δεν τα πάνε καλά με τον Τραμπ, τον Ζάκεμπεργκ, τον Κιμ Γιονγκ Ουν και τις τηλεπερσόνες, δεν έχουν σε μεγάλη εκτίμηση media και social media κι αυτό τους κάνει ένα τσικ πιο γοητευτικούς, πέρα από τη μουσική τους, μια ταύτιση υπάρχει. Και πλάκα – πλάκα, κυνικά και με κατάμαυρο χιούμορ έχουν μιλήσει για όλα εδώ και 30 χρόνια τα φρικιά από τη Βρετανία: για την κακοποίηση, το τέλος του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε, τον Χριστό και τα ψεύτικα είδωλα, τη σεξουαλική απελευθέρωση και την ανηδονία, τους έρωτες που δεν υπάρχουν πια, τις αυτοκτονίες, όλα... 

 

Στιλάτοι, αξιοπρεπείς, τηρουμένων των αναλογιών και του ρεπερτορίου τους κεφάτοι (ο Τζόνας Γκόλαντ πάντα θα μπορεί να παίξει ντραμς με οτιδήποτε και πάντα θα μπορεί να πει τα πάντα, χωρίς να λέει λέξη), τόσο όσο στο πάρε δώσε με το κοινό -που και γι' αυτό τους εκτιμάει και θα τους εκτιμάει ακόμη κι αν μείνουν μ' ένα δόντι στο στόμα- ήρθαν τίμια, έπαιξαν ωραία, έκλεισαν με πάθος. Καθόλου ελληνικό, γι' αυτό έπεσε τόσο χειροκρότημα στο φινάλε με το "Souvenirs".