X E N O S. Τέσσερα γράμματα να στέκονται τόσο ξένα και συνάμα τόσο οικεία, απειλητικά για οποιονδήποτε πασχίζει να αποκτήσει ταυτότητα: όνομα, θέση, αξίωμα, εξασφάλιση σε έναν σίγουρο κόσμο και ορίζοντα.

 

Προφανώς πλανάται οικτρά όποιος το πίστεψε γιατί δεν θυμάται πως πρώτα από όλα υπήρξε ένας ξένος. Αυτό δείχνει τουλάχιστον να έχει στο νου το ο Άκραμ Καν, ειδικά τώρα που ολοκληρώνει τον κύκλο του με αυτή την απαράμιλλη χορευτική ελεγεία-σπουδή πάνω στη διαμόρφωση ταυτότητας και την έννοια του ξένου.

 

Χωρίς υπερβολή η μικρή κόρη μιας φίλης που είδε την παράσταση-ναι, μόλις τεσσάρων ετών!-είπε ότι «ο άνθρωπος αυτός βλέπει το μέλλον» δείχνοντας με τον σοφά ασυνείδητο τρόπο της αυτόν τον παράδοξο, μικρόσωμο χορευτή που ξεδίπλωσε πάνω στη σκηνή της μικρής αλλά τεράστιας στους συμβολισμούς, Αθήνας ολόκληρη την τέχνη του.

 

Ο Άκραμ Καν ξεκινώντας την τελευταία, ίσως, σόλο παράσταση της ζωής του άναψε ένα κεράκι, ένα μικρό κεράκι, πάνω στη σκηνή σαν εκείνο το αξέχαστο κλείσιμο από τη Νοσταλγία του Ταρκόφσκι, όπου ο καλλιτέχνης μεταλαμπαδεύει με τη δύναμη της έκφρασης του, σαν άλλος Προμηθέας, τα μυστικά του στον κόσμο. Και αυτό ακριβώς έκανε.

 

Αν πρέπει κάτι να κρατήσουμε από αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη που είναι ο Άκραμ Καν είναι ότι τελικά δεν μπορείς να πας πουθενά ή να κάνεις σπουδαία τέχνη, αν δεν ξέρεις ότι όλα αυτά δεν είναι απλώς ένα ακόμα έργο αλλά η ζωή σου η ίδια.

 

Στήνοντας μια παράσταση για τον θάνατο-για την ακρίβεια για τη σφαγή των αγνώστων στρατιωτών στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου- έφτιαξε ένα εικαστικό, χορευτικό, σκηνοθετικό, θεατρικό αριστούργημα για το πως ορίζεται η φτιαγμένη από χώμα, συμβολισμούς, σώμα και αίμα τέχνη του μέλλοντος. «Τούτο έστι το σώμα μου» έμοιαζε να λέει σαν ένας άλλος μελλοντολογικός Ιησούς, ξένος και ταυτόχρονα αλλόκοτος, από τα βαθιά της Ανατολής ο οποίος παραδίδει, ολοκληρώνοντας τη θητεία του, τα φώτα του στον κόσμο μιλώντας για το μοναδικό πράγμα που ξέρει ένας μεγάλος δημιουργός όσο ζει: την τέχνη και τον θάνατο.

 

Φωτο: Jean Louis Fernandez
Φωτο: Jean Louis Fernandez

 

«Αυτό δεν είναι πόλεμος. Αυτό είναι το τέλος του κόσμου» είναι η αρχική φράση στην παράσταση, λόγια που αντηχούν σαν εκείνα τα πρώτα λόγια του Ομήρου για τον θυμό του Αχιλλέα που έβαλε τους Αχαιούς σε πολλούς μπελάδες σημαίνοντας όχι την αρχή αλλά το τέλος.

 

Μόνο θυμός απλώνεται, λοιπόν, στη σκηνή, ο θυμός και η εσωτερική πάλη ενός ανθρώπου που σκάβει απελπισμένα σαν αρχαίος ικέτης και δείχνει κρατάει στα χέρια του το μοναδικό πράγμα που του έμεινε: το χώμα (που καταλήγει σώμα).

 

Κι αυτό ακριβώς κάνει ο Άκραμ Καν αποχαιρετώντας (;) όπως ο ίδιος εξήγγειλε την καριέρα μέσα από μια καλοδουλεμένη εποποιία και με μοναδικό όπλο το σώμα του το οποίο 'εξιστορεί μια πρωτότυπη αφήγηση για το παράλογο του πολέμου.

 

Μόνο το σώμα υπάρχει όταν όλες οι ιδιότητες έχουν χαθεί, όταν πρέπει να μετρηθείς ως μονάδα στο ανώνυμο έπος του θανάτου θέτοντας στον εαυτό σου ταυτόχρονα τα ερωτήματα που αφορούν την ύπαρξη στου στον κόσμο:ξένος εγώ, ξένος πολύ· ένοιωθα κιόλα μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κ' είχα γελαστεί από το πάθος μου, και πάντα του ήμουν ξένος» δείχνει να του απαντάει εκεί από την άκρη της Ανατολής ως ιδανικός συνομιλητής ο Καβάφης.

 

Ο άγνωστος πρωταγωνιστής του Άκραμ Καν δεν παύει να είναι ξένος μέχρι τέλους, ένας γυμνός μόνος εαυτός που αναζητά μάταια την αλήθεια του: «Είμαι μόνος και είμαι ήδη νεκρός» φωνάζει σε κάποια στιγμή της παράστασης όντας ένας από τους αμέτρητους ξ έ ν ο υ ς που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή να μεταφέρουν κώδικες και μηνύματα ως ασυρματιστές κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Αυτή η επικοινωνία φαίνεται να ζωντανεύει τώρα μέσα από σκοινιά, σημείο σύνδεσης αλλά και εξόντωσης, σημείο ασφάλειας αλλά και ασφυξίας, σημείο επικοινωνίας αλλά και εκδίκησης. Το σκοινί που κρατάει τον ζωντανό νεκρό είναι το ίδιο που δείχνει σε άλλη σκηνή να έλκει όλα του τα υπάρχοντα, στο τεράστιο βούρκο του πολέμου ή στην κόλαση των χαρακωμάτων, όπως φαίνεται και υπό την υπόκρουση του Lacrimosa που ακούγεται στην παράσταση live.

 

Φωτο: Jean Louis Fernandez
Φωτο: Jean Louis Fernandez

 

Η «ημέρα της κρίσεως» -Dies Irae- όπως υπαγορεύουν σοφά οι στίχοι έφτασε επομένως για όλους: για τους χαμένους και τους νικητές, για όλους όσοι διατείνονται ότι κάνουν τέχνη χωρίς να έχουν ανακαλύψει που πάνε και ποιους αφήνουν πίσω.

 

Αυτό το μεταίχμιο παρελθόντος και μέλλοντος, Δύσης και Ανατολής, αναφαίνεται σε κάθε στιγμή του Xenos- από το ινδικό κατάκ μέχρι το σύγχρονο χορό ακόμα και στην υπέροχη μουσική που παίζεται ζωντανά από ορχήστρα: ο μπαρόκ-και απόλυτα δυτικός- ήχος του βιολοντσέλου ή του σαξοφώνου φαίνεται να ταιριάζει ιδανικά με την υπόκωφη μουσική από τα μοιρολόγια που διατρέχουν τη σωματική αφήγηση.

 

Το άρρητο δένει, άλλωστε, εδώ ιδανικά με κάθε ήχο-από αυτή των πολυβόλων έως των σκυλιών που ακούγονται από το αντίπαλο στρατόπεδο. Κάθε σύρσιμο, κάθε κραυγή, κάθε τράνταγμα έχει εδώ τη διάρκειά του

 

Αν πρέπει, όμως, κάτι να κρατήσουμε από αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη που είναι ο Άκραμ Καν ο οποίος κατέθεσε το πιο πολύτιμο κεφάλαιο της καριέρας του, ολοκληρώνοντας τη, στη σκηνή της Στέγης και στην καρδιά της Αθήνας είναι ότι τελικά δεν μπορείς να πας πουθενά ή να κάνεις σπουδαία τέχνη, αν δεν ξέρεις ότι όλα αυτά δεν είναι απλώς ένα ακόμα έργο αλλά η ζωή σου η ίδια: είναι αναζήτηση ταυτότητας, μια πλανητική διαδικασία διακινδύνευσης που απειλεί να ξεριζώσει κάθε άτομο από τον κόσμο του και από τους θεμελιακούς του δεσμούς και να τον εισαγάγει μαγικά και κάπως απότομα-όπως την πρώτη ακριβώς στιγμή της παράστασης-σε έναν άλλο κόσμο.

 

Αυτή είναι, άλλωστε και η δύναμη που ασκούν στον άνθρωπο ταυτόχρονα η τέχνη και ο πόλεμος. Τον ταρακουνούν και τον αλλάζουν. Είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας.

 

Η εμπνευσμένη τραχύτητα με την οποία ξεκινάει η παράσταση και διακηρύσσει το religio της τέχνης στο μεταίχμιο της Δύσης και της Ανατολής-με τον δερβίσικο χορό, στη συνέχεια, να δίνει κάποια στιγμή το τέμπο στην ίδια την ορχήστρα-δεν είναι άλλη από αυτή μιας τεράστιας τέχνης που σε πιάνει από τα μαλλιά, που δεν σε παρηγορεί αλλά σε ξεβολεύει, σε ξεκουνά.

 

Κάπου προς το τέλος το κατακρεουργημένο, θαρρείς, σώμα του ξένου που μένει κατάμονο στο υποβλητικό βαθύ πορτοκαλί σκηνικό φαντάζει σαν ματωμένο πρωινό τη στιγμή της μάχης, σαν τον πίνακα ο Χριστός αίρει τον Σταυρό του Μπρέγκελ-ένα αδυσώπητο, σκληρό αλλά αποκαλυπτικό στην αλήθεια του εικαστικό αριστούργημα. Σχεδόν σαν προσευχή.

 

Γι' αυτό και ο Άκραμ Καν δεν χαρίζεται, ούτε προσπαθεί να εξηγήσει γιατί ξέρει πως ο κύκλος-όπως και αυτός των Λαβδακιδών-για να ολοκληρωθεί πρέπει να είναι θανατηφόρος. Αν, λοιπόν, το Desh ήταν μια επιστροφή στην παιδική ηλικία και την εποχή της αθωότητας, ο Xenos είναι μια εισαγωγή στον νέο κόσμο της ωριμότητας-στον οποίο θέση ευθύνης οφείλουμε να αναλάβουμε εξίσου όλοι.

 

Αυτή δεν ήταν, επομένως, μια παράσταση αλλά φόρος τιμής. Το παρατεταμένο standing ovation που ακολούθησε στη Στέγη την ημέρα της πρεμιέρας-την οποία σίγουρα ο ίδιος ο Άκραμ Καν θα θυμάται για καιρό-το αποδεικνύει περίτρανα. Πραγματικά τον ευχαριστούμε.

 

www.sgt.gr

 

Φωτο: Nicol Vizioli
Φωτο: Nicol Vizioli