Καθώς οι τεράστιες τροχαλίες πέφτουν αργά από την οροφή, βάρκες γεμάτες οικονομικούς μετανάστες με σωσίβια κάνουν την εμφάνισή τους στο κάτω μέρος της σκηνής. Ένας μουσικός παίζει σε πνευστά μια ιταλική καντσονέτα και το αγγελοπουλικό σκηνικό, δια χειρός Γιώργου Πάτσα, έχει στηθεί ήδη, εισάγοντας τον θεατή στον τόπο του δράματος.


Πρόκειται για Ιταλούς μετανάστες στις ΗΠΑ πολλών δεκαετιών πίσω, της δεκαετίας του 1950 συγκεκριμένα, τότε που ο Άρθουρ Μίλερ έγραφε το «Ψηλά από τη γέφυρα», ένα από τα μεγάλα έργα του, παιγμένο ουκ ολίγες φορές στη χώρα μας μέσα στα χρόνια.


Ένα έργο, επίσης, που σήμερα μοιάζει ολόφρεσκο και επίκαιρο, αν υποτεθεί πως καταπιάνεται με την εισροή αλλοδαπών σε έναν ξένο τόπο, με τις δυσκολίες ένταξής τους σε μία διαφορετικά οργανωμένη κοινωνία και, κυρίως, με το καταπιεσμένο ερωτικό ένστικτο ενός Αμερικανού υπηκόου - νοικοκύρη που αργά ή γρήγορα θα τον οδηγήσει στο να γίνει ένας μισητός χαφιές και στην πραγματικότητα ένας φασίστας.

 

Ο Κιμούλης, έτσι όπως υποδύεται τον Έντι, με μια αντρική «ματσίλα», το βαρύ περπάτημα και τις λέξεις επαναλαμβανόμενες, αποδίδει έναν τύπο σε φανερή σύγχυση, ανίκανο να διαχειριστεί την αγάπη των πιο δικών του ανθρώπων.


Ένα λιτό ντεκόρ είναι το σπιτικό του Έντι που τον βλέπουμε παντρεμένο με την Μπέατρις, μα παθιασμένα ερωτευμένο κατά βάθος με την Κάθριν, την ανιψιά της γυναίκας του, η οποία μεγάλωσε κοντά τους.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι το «Ψηλά από τη γέφυρα» ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το «Ψηλά από τη γέφυρα» ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου.


Η ήδη διαταραγμένη ισορροπία τους θα διαταραχτεί κι άλλο και θα αγγίξει τον εφιάλτη ή το απόλυτο δράμα, αφού την έφηβη Κάθριν θα διεκδικήσει ο Ροντόλφο, Ιταλός παράνομος μετανάστης στην Αμερική και συγγενής της Μπέατρις.


Ο Έντι θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει τη σεξουαλικότητα του Ροδόλφο και δεν θα διστάσει πάνω στον παροξυσμό του να τον φιλήσει στο στόμα για να τον υποβιβάσει στα μάτια της Κάθριν μια μέρα που τους έπιασε να κάνουν έρωτα μες το σπίτι του.

 

Όταν κι αυτή η γελοία προσπάθεια του θα καταστεί αδύναμη, η τελευταία λύση του για να βγάλει τον νεαρό Ιταλό από τη ζωή της Κάθριν θα είναι ένα απλό τηλεφώνημα στο τμήμα αλλοδαπών.


Η αμερικανική αστυνομία κάνει σκούπα στην περιοχή και, μεταξύ των μεταναστών, συλλαμβάνει τον Ροντόλφο λίγα 24ωρα πριν παντρευτεί την Κάθριν και πάρει την πολυπόθητη κάρτα παραμονής στις ΗΠΑ.


Η τιμωρία για τον Έντι θα έρθει από το ίδιο του το μαχαίρι σε μια συμπλοκή με τον Μάρκο, τον αδερφό του Ροντόλφο, και σε μία σκηνή μεσογειακού ταμπεραμέντου περί θανάτου και εκδικητικότητας που, την ίδια ακριβώς χρονιά με τον Μίλερ, έδειξε στην Ελλάδα, από τελείως άλλη οπτική βέβαια, ο Μιχάλης Κακογιάννης στη θρυλική «Στέλλα» του.


Αν, λοιπόν, ο συγγραφέας Καμπανέλλης το '55 στη «Στέλλα» σχολίαζε τα όρια ή μάλλον τα άκρα της γυναικείας ελευθεριότητας, ο Μίλερ στο «Ψηλά από τη γέφυρα» στηλίτευε στην ουσία το πιο σκληρό πρόσωπο μιας ολόκληρης Αμερικής που έμοιασε να χτίστηκε υλικά και πνευματικά κομμάτι - κομμάτι από τους ξένους πληθυσμούς της.


Και παράλληλα, αν λάβουμε υπ' όψιν την ταφόπλακα στην πολιτική σταδιοδρομία του Γερουσιαστή Μακάρθι που είχε μπει από τον Δεκέμβρη του '54, είναι σχεδόν βέβαιο πως ο χαρακτήρας του Έντι σχεδιάστηκε από τον Μίλερ κατά πολύ βασισμένος στην πιο επίφοβη και μισητή προσωπικότητα στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ.

 

Ένα λιτό ντεκόρ είναι το σπιτικό του Έντι που τον βλέπουμε παντρεμένο με την Μπέατρις, μα παθιασμένα ερωτευμένο κατά βάθος με την Κάθριν, την ανιψιά της γυναίκας του, η οποία μεγάλωσε κοντά τους.
Ένα λιτό ντεκόρ είναι το σπιτικό του Έντι που τον βλέπουμε παντρεμένο με την Μπέατρις, μα παθιασμένα ερωτευμένο κατά βάθος με την Κάθριν, την ανιψιά της γυναίκας του, η οποία μεγάλωσε κοντά τους.


Για να γυρίσουμε τώρα στην παράσταση που παρακολουθήσαμε για ένα δίωρο στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, θα έλεγα πως ο Γιώργος Κιμούλης έχει πάρει όλο το έργο πάνω του.


Σαφώς και δεν παρακάμπτω τους υπόλοιπους συντελεστές, από τη σκηνοθέτιδα Νικαίτη Κοντούρη, που συνυπέγραψε με τον Κιμούλη τη μετάφραση του κειμένου, μέχρι τη συνθέτρια Σοφία Καμαγιάννη (μου άρεσε ο εξπρεσιονίστικος χαρακτήρας των συνθέσεων της), σαφώς επίσης και δεν μπορώ να μην αναφερθώ στις υπόλοιπες δυνατές ερμηνείες, κυρίως από τη Μαρία Κεχαγιόγλου - Μπέατρις, τον Αλέξανδρο Μαυρόπουλο - Ροντόλφο, την Ηλιάνα Μαυρομάτη - Κάθριν και τον Νίκο Χατζόπουλο - Αλφιέρι, τον δικηγόρο που παίζει και ένα είδος αφηγητή των τεκταινόμενων με την αποστασιοποίηση ενός διανοούμενου τηλεπαρουσιαστή των χρόνων του '50.

 

Πιστεύω ωστόσο πως η ερμηνεία του Κιμούλη είναι αυτή που ενορχηστρώνει την παράσταση από το Α ως το Ω. Ο Κιμούλης, έτσι όπως υποδύεται τον Έντι, με μια αντρική «ματσίλα», το βαρύ περπάτημα και τις λέξεις επαναλαμβανόμενες, αποδίδει έναν τύπο σε φανερή σύγχυση, ανίκανο να διαχειριστεί την αγάπη των πιο δικών του ανθρώπων, ακόμη και της Κάθριν, αλλά και του Ροντόλφο, ο οποίος είναι έτοιμος να τον συγχωρέσει για τον χαφιεδισμό του.


Μήπως ξέρει και τι είναι αγάπη ο φουκαράς ο Έντι; Αιώνια δέσμιος της φάρας του και της μίζερης κοινωνικής του τάξης, Ιταλός μετανάστης κι αυτός κάποτε, μα πολιτογραφημένος πλέον Αμερικανός, έχει την αίσθηση πως του ανήκουν τα πάντα, μέχρι και οι άλλοι άνθρωποι, εξού και είναι πανέτοιμος να υπογράψει την καταδίκη τους το ίδιο αβασάνιστα με τη δική του.

 

Ο Κιμούλης γνωρίζει σε βάθος το κοινωνικό και ψυχολογικό υπόβαθρο του χαρακτήρα του, γι' αυτό και το παίξιμο του αγγίζει όχι τόσο το αρχαίο ελληνικό δράμα -γι' αυτό είναι υπεύθυνος περισσότερο ο συγγραφέας που τον δημιούργησε- όσο τη σαιξπηρική τραγωδία.

 

Ο Νίκος Χατζόπουλος στον ρόλο του Αλιφιέρι.
Ο Νίκος Χατζόπουλος στον ρόλο του Αλιφιέρι.

 

Αίσθησή μου είναι πως ο συγκεκριμένος ηθοποιός δεν μπορεί να λέει τα ίδια λόγια κάθε φορά, σίγουρα κάτι άλλο θα κάνει, δικό του 100%, χωρίς να προδίδει όμως το κείμενο ή τη σκηνοθεσία και, πάνω απ' όλα, σκεπτόμενος εν ριπή οφθαλμού κάθε φορά και την παραμικρή λέξη που βγαίνει απ' τα χείλη του.

 

Να το πω αλλιώς για να κλείνω με τον πρωταγωνιστή, ο Κιμούλης στην παράσταση αυτή παίζει μέχρι και με τα κορδόνια των παπουτσιών του.


Αξίζει να σημειωθεί ότι το «Ψηλά από τη γέφυρα» ανεβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου και θα χαρακτηριζόταν άκρως πετυχημένη επιλογή για ένα και μόνο λόγο:


Πρόκειται για καλό λαϊκό θέατρο, που δεν κομίζει καμία σκηνοθετική πρωτοπορία, δεν έχει τέτοια πρόθεση δηλαδή, και που κάνει τους θεατές στο ολιγόλεπτο διάλειμμα να τρέξουν πίσω στην αίθουσα για να μη χάσουν τη συνέχεια του δράματος.

 

Γνωρίζοντας πως σε άλλα έργα υπάρχουν κι εκείνοι οι θεατές, οι οποίοι την κάνουν με... ελαφρά στο διάλειμμα, αυτό δε συμβαίνει στο Εθνικό που δεν πέφτει καρφίτσα μέχρι το φινάλε και το παρατεταμένο χειροκρότημα, την τροφή του καλλιτέχνη.

 

Ίσως γιατί εκεί έξω, λίγο παραπέρα, στην Αγίου Κωνσταντίνου ή στη Σατωβριάνδου, υπάρχουν πολλοί οικονομικοί μετανάστες που όλο και κάποιος Έντι Καρμπόνε θα βρεθεί στο δρόμο τους για να καταστρέψει τη ζωή τους. Κι ας μην υποκινείται από κάποιο ανικανοποίητο ερωτικό πάθος, αλλά αποκλειστικά και μόνο από το φόβο που τρώει τα σωθικά του.

 

 

 

Info:

Ψηλά από τη γέφυρα, του Άρθουρ Μίλερ

Eθνικό Θέατρο - Κτίριο Τσίλλερ

Κεντρική Σκηνή

Μετάφραση: Γιώργος Κιμούλης – Νικαίτη Κοντούρη

Σκηνοθεσία-διασκευή: Νικαίτη Κοντούρη

Διανομή: Γιώργος Κιμούλης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Νίκος Χατζόπουλος, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Στάθης Παναγιωτίδης, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Κώστας Φαλελάκης, Πάρις Θωμόπουλος, Τάσος Πυργιέρης, Νικόλας Χανακούλας, Ίλια Αλγκάερ, Κώστας Κοράκης, Θάλεια Γρίβα, Γιώργος Ματζιάρης, Αναστάσης Συμεών Λαουλάκος