Ο Γκοσποντίνοφ συγκαταλέγεται στους πιο τολμηρούς λογοτέχνες που αναδύθηκαν από τη Βουλγαρία μετά το 1989
Ο Γκοσποντίνοφ συγκαταλέγεται στους πιο τολμηρούς λογοτέχνες που αναδύθηκαν από τη Βουλγαρία μετά το 1989

 

Έργο υβριδικό, ανάμεσα στην μυθοπλασία και την αυτοβιογραφία, το «Περί φυσικής της μελαγχολίας» αποδίδει αποσπασματικά την πορεία ενηλικίωσης ενός άντρα από την γέννησή του το 1968 ως τις μέρες μας, λοξοδρομώντας κάθε τόσο σε φευγαλέες εικόνες από τα περασμένα, σε ειδήσεις από τα ψιλά των εφημερίδων ή σε λίστες με αντικείμενα που σηματοδοτούν ήθη, συνήθειες και καταναγκασμούς.

 

Με κεντρικό σημείο αναφοράς τον μύθο του Μινώταυρου - όπως τον μάθαμε στο σχολείο αλλά και σε ευφάνταστες, σύγχρονες παραλλαγές- ο Γκοσποντίνοφ πλέκει έναν πολυπρισματικό λαβύρινθο από ιστορίες εξερευνώντας τη νοοτροπία, τις ματαιώσεις και τ' αδιέξοδα των γειτόνων μας, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ.

 

Ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής του βιβλίου υποτίθεται πως πάσχει από παθολογική ενσυναίσθηση, μια ασθένια πάρα πολύ σπάνια και ανίατη που σημειώνει έξαρση μόνο στην παιδική ηλικία. «Με τα χρόνια», διαβάζουμε, «τα επεισόδια γίνονται ευκολότερα ελέγξιμα, οι έντονες εκδηλώσεις τους χάνονται, χωρίς να εξαφανίζονται εντελώς. Όπως και στην επιληψία, ποτέ δεν ξέρουμε πού περιπλανιέται ένας άνθρωπος την ώρα που βιώνει μια κρίση»...

 

Το «Περί φυσικής της μελαγχολίας» πρωτοδημοσιεύτηκε το 2011, ως περιπαιχτική απάντηση του Γκοσποντίνοφ σ' εκείνο το άρθρο του Economist, και πέρα από το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος στη Βουλγαρία, απέσπασε θερμές κριτικές και διακρίσεις όπου κι αν μεταφράστηκε

 

Το alter ego του Γκοσποντίνοφ, παρά τη θέλησή του, μεταφέρεται κάθε τόσο σε ξένα σώματα, κι όπως ομολογεί, ειδικά στις ιστορίες των κοντινών του ανθρώπων, «υπήρχε πάντα κάποια σκοτεινή περιοχή, μια στιγμιαία ρωγμή, ένα αδύνατο σημείο, ένα ακατανόητο πένθος, μια νοσταλγία για κάτι χαμένο ή ουδέποτε πραγματοποιημένο που με τραβούσε μέσα του...»

 

Χάρη στο παραπάνω εύρημα, ζούμε κι εμείς επεισόδια από την ζωή των προγόνων του ήρωα στην εμπόλεμη ή την κομμουνιστική Βουλγαρία, εναλλάξ με στιγμιότυπα της δικής του διαδρομής, στη γειτονιά, το σχολείο, το στρατό.

 

Τον παρακολουθούμε παιδάκι, τη δεκαετία του ΄70, στο μικροσκοπικό ημιυπόγειο όπου στριμώχονταν οικογενειακώς κι άκουγαν το «Ράδιο Ελεύθερη Ευρώπη» στα κρυφά από ένα «κολλημένο με σελοτέιπ ραδιόφωνο μάρκας Σελένα», τον βλέπουμε να πολεμάει την πλήξη και την μοναξιά του καταβροχθίζοντας με βουλιμία βιβλία που τον ταξιδεύουν αλλού, να περνάει τις καλοκαιρινές διακοπές του στο χωριό πίνοντας γάλα από την κατσίκα και τρώγοντας ωμά αυγά, να διασχίζει την εφηβεία του όσο οι γενικοί γραμματείς του κόμματος πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλο λες και έχει πέσει επιδημία, ή ν' αναπολεί με πίκρα την «πιο ζωντανή, την πιο όμορφη δεκαετία», τη δεκαετία του ΄90, τότε που «ήμασταν νέοι για τελευταία φορά» κι όλα έμοιαζαν εφικτά...

 

Στην πορεία, καθώς διαπιστώνει ότι η ικανότητα της ενσυναίσθησης φθίνει μέσα του, επαγγελματίας συγγραφέας πλέον, καταλήγει να ...εξαγοράζει ιστορίες –για εγκαταλείψεις, για άπιστες συζύγους, για ξενιτεμένους που επιστρέφουν με ψαλιδισμένα φτερά ή για γυναίκες που διασχίζουν τα σύνορα με την Ελλάδα για να πουλήσουν τα παιδιά που εγκυμονούν.

 

Όπως γίνεται σιγά σιγά αντιληπτό, ο ίδιος, μολονότι καταξιωμένος στη δουλειά του, έχει μάλλον αποτύχει στην προσωπική του ζωή, σε αντιστοιχία με τη χώρα του η οποία, μολονότι απελευθερωμένη από τα δεσμά του υπαρκτού σοσιαλισμού, παραμένει φτωχή κι εσωστρεφής, μ' ένα μέλλον αβέβαιο. Και νάτος τώρα, ώριμος, κλεισμένος και πάλι ως άλλος Μινώταυρος σ' ένα υπόγειο διαμέρισμα, να καταγράφει τις εμπειρίες του και ν' ανακαλεί τα μικρά και τα ασήμαντα που τον έκαναν κάποτε ευτυχισμένο.

 

Το «Περί φυσικής της μελαγχολίας» πρωτοδημοσιεύτηκε το 2011, ως περιπαιχτική απάντηση του Γκοσποντίνοφ σ' εκείνο το άρθρο του Economist, και πέρα από το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος στη Βουλγαρία, απέσπασε θερμές κριτικές και διακρίσεις όπου κι αν μεταφράστηκε.