Έχεις αναρωτηθεί γιατί σε ανεβάζει η μελαγχολική μουσική; Γιατί μπορεί να σε εμπνέουν οι βροχερές ημέρες; Γιατί συγκινείσαι όταν κοιτάζεις παλιές φωτογραφίες; Τι είναι η μελαγχολία; Μπορείς να μετατρέψεις τη μελαγχολία και τη θλίψη σε δημιουργικότητα, ομορφιά και αγάπη;

 

Το βιβλίο Αγκάλιασε τη μελαγχολία σου της Susan Cain που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Key Books δείχνει τον δρόμο για να αλλάξουμε τον τρόπο, με τον οποίο βλέπουμε τη ζωή μας και τον κόσμο.

 

Γιατί η Susan Cain μέσα από μια συναρπαστική της αφήγηση υποστηρίζει ότι η μελαγχολία μπορεί να αποτελέσει μια ήρεμη και καθοριστική δύναμη. Μια εσωτερική δύναμη που συνυφαίνει την ψυχολογία και την πνευματικότητα με το προσωπικό βίωμα και τη σύγχρονη κουλτούρα. Προτείνει να υπερβούμε τον προσωπικό και συλλογικό μας πόνο - είτε πρόκειται για απώλεια ή χωρισμό, είτε για εθισμό ή ασθένεια – για να στραφούμε ο ένας προς τον άλλον και να χτίσουμε πιο ουσιαστικές σχέσεις.

 

Ας αγκαλιάσουμε λοιπόν την μελαγχολία μας. 

 

Διαβάστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο πριν κυκλοφορήσει:

Μια κομψή Ιταλίδα, έμπειρη, εκλεπτυσμένη, η Φραντζέσκα, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συναντά και παντρεύεται έναν Αμερικανό στρατιώτη, μετακομίζει μαζί του στο μικρό του αγρόκτημα στην Αϊόβα, όπου οι ευγενικοί κάτοικοι πηγαίνουν κέικ καρότου στους γείτονές τους, φροντίζουν τους ηλικιωμένους, εξοστρακίζουν όσους συμπεριφέρονται άσχημα· παραδείγματος χάρη, όσους διαπράττουν μοιχεία. Ο σύζυγός της, ευγενικός, αφοσιωμένος και απλός, αγαπά τα παιδιά της.

 

Μια μέρα η οικογένειά της φεύγει εκτός πόλης για μία εβδομάδα, για να δείξουν τα γουρούνια τους σε ένα πανηγύρι. Μένει μόνη στο αγρόκτημα, για πρώτη φορά στον έγγαμο βίο της. Της αρέσει πολύ αυτή η μοναξιά. Μέχρι να της χτυπήσει την πόρτα ένας φωτογράφος από το National Geographic, ο οποίος θέλει να μάθει πώς θα πάει σε ένα κοντινό αξιοθέατο... και ξεκινούν μια παθιασμένη σχέση τεσσάρων ημερών. Την παρακαλεί να το σκάσει μαζί του. Με χαρά εκείνη ετοιμάζει τις βαλίτσες της.

 

Μέχρι που, το τελευταίο λεπτό, τις αδειάζει. Εν μέρει, επειδή είναι παντρεμένη, έχει παιδιά και τα μάτια όλης της πόλης είναι πάνω τους. Αλλά και επειδή ξέρει ότι εκείνη και ο φωτογράφος έχουν ήδη πάει μαζί στον ιδανικό και όμορφο κόσμο. Και τώρα είναι η ώρα να γυρίσουν στον πραγματικό κόσμο. Αν προσπαθήσουν να ζήσουν για πάντα σε εκείνο τον άλλο κόσμο, αυτός θα απομακρυνθεί, θα είναι σαν να μην τον επισκέφτηκαν ποτέ. Τον αποχαιρετά και λαχταρούν ο ένας τον άλλο για την υπόλοιπη ζωή τους.

 

Κι όμως, η συνάντησή τους είναι κάτι που σιωπηλά δίνει ζωή στη Φραντζέσκα και ανανεώνει δημιουργικά τον φωτογράφο. Από το νεκροκρέβατό του, ύστερα από χρόνια, της στέλνει ένα βιβλίο με τις φωτογραφίες του, στις οποίες τιμά τις τέσσερις μέρες που πέρασαν μαζί.

 

Αν αυτή η ιστορία σάς μοιάζει οικεία, είναι επειδή προέρχεται από ένα μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Τζέιμς Ουόλερ, το οποίο γράφτηκε το 1992, έχει τίτλο Οι γέφυρες του Μάντισον, πούλη σε πάνω από 12 εκατομμύρια αντίτυπα και έγινε το 1995 ταινία, με τζίρο 182 εκατομμύρια δολάρια και πρωταγωνιστές τη Μέριλ Στριπ και τον Κλιντ Ίστγουντ. Ο τύπος απέδωσε τη δημοφιλία του στις αναρίθμητες γυναίκες που ήταν παγιδευμένες σε δυστυχισμένους γάμους και λαχταρούσαν να γνωρίσουν κι εκείνες έναν όμορφο φωτογράφο.

 

Αλλά η ουσία της ιστορίας δεν ήταν αυτή.

*

Μέσα στον χαμό που δημιουργήθηκε όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, υπήρχαν δύο στρατόπεδα: ένα που λάτρευε το βιβλίο επειδή η αγάπη του ζευγαριού ήταν αγνή και έμεινε ζωντανή μέσα στον χρόνο. Το άλλο στρατόπεδο το έβλεπε αυτό σαν υπεκφυγή, θεωρούσε ότι η πραγματική αγάπη είναι αυτή όπου δύο άνθρωποι παλεύουν με τις προκλήσεις μιας πραγματικής σχέσης.

 

Ποιοι είχαν δίκιο; Πρέπει να μάθουμε πώς θα ξεχάσουμε το όνειρο μιας παραμυθένιας αγάπης και να αγκαλιάσουμε με όλο μας το είναι τις αγάπες που ξέρουμε, με τα ελαττώματά τους; Ή πρέπει να πιστέψουμε τον Αριστοφάνη από το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ότι δηλαδή κάποτε ήμασταν όλοι ενωμένες ψυχές, δύο άνθρωποι σε ένα σώμα, τόσο εκστατικοί και δυνατοί από την ένωσή μας, που τρομάξαμε τους Τιτάνες, οι οποίοι έβαλαν τον Δία να μας χωρίσει· και τώρα, φυσικά, περνάμε τη ζωή μας, όπως γράφει η συγγραφέας Ζαν Χιούστον, λαχταρώντας το άλλο μας μισό;

 

Ως πολίτης του σύγχρονου κόσμου της πρακτικότητας, ξέρετε τη σωστή απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήσεις: φυσικά, δεν υπάρχει άλλο μισό. Δεν υπάρχουν αδελφές ψυχές. Δεν υπάρχει ένας μόνο άνθρωπος που θα ικανοποιήσει όλες σας τις ανάγκες.

 

Η επιθυμία για ικανοποίηση δίχως όρια, δίχως κόπο, δίχως τέλος, όχι μόνο προκαλεί απογοήτευση, αλλά είναι και νευρωτική, ανώριμη. Πρέπει να ωριμάσετε, να ξεπεράσετε αυτή την ιδέα.

 

Αλλά επί αιώνες υπάρχει και μια άλλη οπτική, η οποία δεν ακούγεται συχνά. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η λαχτάρα μας για την «ιδανική» αγάπη είναι φυσιολογική και θεμιτή, η επιθυμία μας να ενωθούμε με τον αγαπημένο της ψυχής είναι η βαθύτερη επιθυμία της ανθρώπινης καρδιάς, η λαχτάρα είναι ο δρόμος προς την αίσθηση του ανήκειν. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για την ερωτική αγάπη: την ίδια επιθυμία νιώθουμε όταν ακούμε την Ωδή στη Χαρά, όταν βλέπουμε τους Καταρράκτες της Βικτώρια ή όταν γονατίζουμε σε ένα χαλάκι προσευχής.

 

Και, συνεπώς, η σωστή στάση απέναντι στα μυθιστορήματα που μας περιγράφουν τετραήμερες ρομαντικές ιστορίες με φωτογράφους από το National Geographic που αλλάζουν τον άνθρωπο δεν είναι να τα αγνοούμε θεωρώντας τα συναισθηματικές ανοησίες, αλλά να τα βλέπουμε ως αυτό που πραγματικά είναι: ισότιμα, όμοια με τη μουσική, τους καταρράκτες και την προσευχή. Η ίδια η λαχτάρα είναι μια δημιουργική και πνευματική κατάσταση.

 

Κι όμως, το επιχείρημα που αποκηρύσσει τον Πλάτωνα είναι πολύ ισχυρό.

 

Το 2016 ο μορφωμένος και πολυγραφότατος Ελβετός συγγραφέας και φιλόσοφος Αλέν ντε Μποτόν δημοσίευσε ένα δοκίμιο στους The New York Times, με τίτλο «Γιατί θα παντρευτείς τον λάθος άνθρωπο». Ήταν το άρθρο γνώμης που διαβάστηκε περισσότερο εκείνη τη χρονιά και υποστήριζε ότι οι άνθρωποι, και οι γάμοι μας, θα ήταν καλύτεροι αν εγκαταλείπαμε την ιδέα του Ρομαντισμού, σύμφωνα με την οποία, όπως λέει ο Ντε Μποτόν, «υπάρχει ένα τέλειο πλάσμα, το οποίο μπορεί να καλύψει όλες μας τις ανάγκες και να ικανοποιήσει κάθε μας επιθυμία».

 

Ο Ντε Μποτόν συνέχισε αυτό το άρθρο με μια σειρά από σεμινάρια τα οποία διοργάνωνε ο οργανισμός του, The School of Life, που έχει την έδρα του σε ένα ισόγειο στο Λονδίνο και λειτουργεί σε ολόκληρο τον κόσμο, από το Σίδνεϊ έως το Λος Άντζελες, όπου βρίσκομαι αυτή τη στιγμή στο Ebell Theater με άλλους 300 συμμαθητές. Το μάθημα του Ντε Μποτόν στηρίζεται στην ιδέα ότι «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κάνουμε στις σχέσεις είναι ότι θεωρούμε πως δεν είναι κάτι μέσα από το οποίο μπορούμε να γίνουμε σοφότεροι ή καλύτεροι». Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πάψουμε να επιθυμούμε την αγάπη δίχως όρους που θα μας προσφέρει το άλλο μας μισό, να συμφιλιωθούμε με τις ατέλειες του συντρόφου μας και να εστιάζουμε την προσοχή μας στη βελτίωση του εαυτού μας.

 

Ο Αλέν είναι ένας ψηλός άνθρωπος με ύφος καθηγητή που μιλάει με την αριστοκρατικότερη προφορά της Οξφόρδης. Έχει εκπληκτική ευφράδεια και είναι πνευματώδης, ενώ διαβάζει τα πρόσωπα στην αίθουσα με την ευαισθησία ενός ψυχαναλυτή: παρατηρεί πότε κάποιος αισθάνεται υπερβολικά άβολα για να ολοκληρώσει μια άσκηση που του έχει βάλει, προσφέροντας ακριβώς τη σωστή δόση ενθάρρυνσης όταν κάποια εξομολογείται διστακτικά ότι νιώθει πως είναι μια «μαλακισμένη εγωίστρια» επειδή παράτησε τον άντρα της. Παρά την αψεγάδιαστη ερμηνεία του, το σώμα του έχει την τάση να καμπουριάζει ελαφρώς, λες και νιώθει ότι δεν έχει το δικαίωμα να είναι τόσο ψηλός. Αναφέρεται αστειευόμενος στον εαυτό του λέγοντας πως είναι «ένας καραφλός παράξενος τύπος που προσπαθεί να διδάξει σε άλλους πράγματα που αξιόπιστα δεν τα γνωρίζει ούτε ο ίδιος». Ο Αλέν έχει γράψει σχετικά με τη σοφία της μελαγχολίας και, όπως θα προέβλεπε και το Γλυκόπικρο Κουίζ, η αγαπημένη του λέξη μοιάζει να είναι η λέξη «οδυνηρό». Για εκείνον, είναι οδυνηρό το ότι έχουμε την τάση να διαλέγουμε εραστές που έχουν τα ίδια ζόρικα χαρακτηριστικά που είχαν και οι γονείς μας. Είναι οδυνηρό το ότι θυμώνουμε με τους ανθρώπους όταν στην πραγματικότητα έχουμε το άγχος ότι δεν μετράμε αρκετά για εκείνους. Ακόμα και ο κάτοχος μιας Ferrari δεν είναι ρηχός και άπληστος, αλλά υποκινείται από μια οδυνηρή ανάγκη για αγάπη.

 

«Υπάρχει κάποιος εδώ μέσα που πιστεύει ότι είναι εύκολο να ζει κανείς μαζί του;» ρωτά ο Αλέν , καθώς το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να δούμε τα δικά μας ελαττώματα.

 

Μερικοί σηκώνουν χέρι.

 

«Αυτό είναι ΠΟΛΥ επικίνδυνο» λέει με χαρά. «Δεν σας ξέρω, αλλά ξέρω ότι είστε δύσκολοι στη συνύπαρξη. Αν επιμένετε να πιστεύετε ότι είστε εύκολοι στη συνύπαρξη, δεν θα συνυπάρξετε με κανέναν! Έχουμε μικρόφωνα και έχουμε ανάμεσά μας μερικούς υπέροχους ειλικρινείς ανθρώπους και κανένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, οπότε ας ακούσουμε ό,τι σας κάνει ζόρικους στη συνύπαρξη».

 

Υψώνονται διάφορα χέρια:

 

«Είμαι κυκλοθυμικός και φωνακλάς».

 

«Υπεραναλύω τα πάντα».

 

«Είμαι ακατάστατη και ακούω όλη την ώρα μουσική».

 

«Προς όλους: έχετε λάβει την προειδοποίησή σας!» λέει ο Αλέν. «Μπορεί να στοιβάζετε όσα σας κάνουν δύσκολους στη συνύπαρξη μέχρι η στοίβα να φτάσει στο ταβάνι. Αλλά όταν βγαίνουμε ραντεβού, αυτό το ξεχνάμε. Παραδοσιακά γελάμε με το πόσο κακά εξελίσσονται τα ραντεβού μας. Σκεφτόμαστε: “Είμαι ένας παράδεισος τελειότητας σε μια κόλαση παράνοιας”».

 

«Ποιος σε αυτή την αίθουσα θέλει να τον αγαπούν γι’ αυτό που είναι;» συνεχίζει. «Σηκώστε το χέρι σας αν θέλετε να σας αγαπούν γι’ αυτό που είστε».

 

Τα χέρια ξανασηκώνονται.

 

«Θεέ μου», τους επιπλήττει ο Αλέν, «έχουμε πολλή δουλειά ακόμα! Ακούσατε τίποτα από όσα λέω τόση ώρα; Πώς μπορεί κανείς να σας αγαπά γι’ αυτό που είστε; Είστε ένας άνθρωπος με βαθιά ελαττώματα! Πώς μπορεί κανείς να σας αγαπήσει ακριβώς όπως είστε; Πρέπει να ωριμάσετε και να αναπτυχθείτε!»

 

Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων προβάλλονται σύντομες ταινίες που δείχνουν ζευγάρια σε διάφορες μορφές αμοιβαίας ασυνεννοησίας. Τα ζευγάρια (ή οι άνθρωποι τους οποίους φαντασιώνονται κρυφά) έχουν την τάση να είναι σκεπτικοί νεαροί άντρες που διαβάζουν μυθιστορήματα σε παγκάκια μέσα σε πάρκα ή γυναίκες με γλυκά πρόσωπα που φορούν ζακέτες και ετοιμάζονται να μπουν σε κάποιο τρένο: γλυκόπικροι τύποι ανθρώπων. Στο υπόβαθρο ακούγεται μια μελαγχολική μελωδία στο πιάνο. Οι μαθητές του School of Life, που δείχνουν να είναι ένα μείγμα από freelance σχεδιαστές, εκφραστικούς μηχανικούς και άνεργους αναζητητές μοιάζουν πολύ με αυτά τα ζευγάρια: ειλικρινείς, ευγενικοί, εύλογα αλλά όχι υπερβολικά ενημερωμένοι σε ό,τι αφορά το ενδυματολογικό κομμάτι. Το παντελόνι που φοράει ο ίδιος ο Αλέν είναι Gap, αναφέρει ο ίδιος από τη σκηνή.

 

Και τότε έρχεται η υπενθύμιση ότι το άλλο μας μισό δεν υπάρχει. «Και τώρα θα χαλάσω λίγο την ατμόσφαιρα» προειδοποιεί. «Πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιος σύντροφος που θα καταλάβαινε όλες μας τις πτυχές, κάποιος με τον οποίο θα ταιριάζαμε σε όλα, σημαντικά και ασήμαντα. Τελικά, το μόνο που θα πετύχουμε είναι ένα ποσοστό συμβατότητας. Ας επιστρέψουμε στον Πλάτωνα και ας εξοντώσουμε, μία και καλή, ομαδικά, αυτή τη γοητευτική, αλλά τρελή, αφέλεια που καταστρέφει την αγάπη. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΔΕΛΦΕΣ ΨΥΧΕΣ».

 

Στην πραγματικότητα, λέει ο Αλέν, είναι η φαντασίωση για το άλλο μας μισό αυτό που μας εμποδίζει να εκτιμήσουμε τους συντρόφους που έχουμε. Συγκρίνουμε διαρκώς τα ελαττώματά τους με «τα υπέροχα στοιχεία που φανταζόμαστε ότι έχουν οι άγνωστοι, ειδικά στις βιβλιοθήκες και στα τρένα». Ο Αλέν καταδεικνύει αυτό το πρόβλημα με μια άσκηση που ονομάζεται «αντιρομαντική ονειροπόληση», στην οποία διδασκόμαστε να φανταζόμαστε τις πιθανές ελλείψεις ελκυστικών αγνώστων.

 

Μας δείχνει τέσσερις εικόνες πιθανών συντρόφων, δύο αντρών και δύο γυναικών.

 

«Διαλέξτε εκείνον από τους τέσσερις που σας αρέσει περισσότερο» λέει ο Αλέν. «Φανταστείτε με λεπτομέρειες πέντε τρόπους με τους οποίους μπορεί η συνύπαρξη με αυτό τον άνθρωπο να είναι πολύ δύσκολη έπειτα από τρία χρόνια σχέσης.

 

Κοιτάξτε τους βαθιά μέσα στα μάτια».

 

Ένα μέλος του κοινού, ένας νεαρός με στιλάτα γυαλιά και γοητευτική ιρλανδέζικη προφορά, διαλέγει τη φωτογραφία μιας γυναίκας με κόκκινο μαντίλι στα μαλλιά και νοσταλγική έκφραση. «Έχει ακριβώς το ίδιο ύφος με τον σκύλο μου όταν φεύγω, οπότε μπορεί να θέλει συνέχεια προσοχή».

 

Μια ξανθιά που φοράει ένα φόρεμα με λαχούρια επιλέγει τη φωτογραφία μιας νεαρής γυναίκας σε μια βιβλιοθήκη. «Μπορεί να της αρέσουν τα βιβλία» λέει η συμμαθήτριά μου. «Αλλά ό,τι διαβάζει, πρέπει να το διαβάζεις κι εσύ. Και πρέπει να επιβεβαιώνεις όλες τις επιλογές της».

 

Μια γυναίκα επιλέγει έναν άντρα που μοιάζει ευκατάστατος και φοράει κοστούμι και γραβάτα: «Με τράβηξε το γεγονός ότι έχει τόσο όμορφα μαλλιά, αλλά είναι αρκετά ματαιόδοξος, και όταν του χαϊδεύω τα μαλλιά, λέει: “Μην αγγίζεις τα μαλλιά μου”».

 

*

Νομίζω ότι ο Αλέν είναι πανέξυπνος, και δεν είναι η πρώτη φορά (θαυμάζω το έργο του εδώ και δεκαετίες) που το πιστεύω αυτό:

ένας διασκεδαστικός και εύστοχος συγγραφέας και ομιλητής, ο οποίος πλέον μπορεί και σώζει και γάμους. Αλλά ακόμα και αν εφαρμόσουμε τις γνώσεις του στην ερωτική μας ζωή, παραμένει το ερώτημα γύρω από τη λαχτάρα της Φραντζέσκας – τη δική μας λαχτάρα. Τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό; Και τι σημαίνει;

 

Η γλυκόπικρη παράδοση έχει να πει πολλά για τα ερωτήματα αυτά. Διδάσκει ότι η επιθυμία ανθίζει στο βασίλειο της ρομαντικής αγάπης, αλλά δεν πηγάζει από εκεί. Αντίθετα, πρώτα εμφανίζεται η επιθυμία, η οποία υπάρχει ανεξάρτητα.

 

Η αγάπη είναι απλώς μια έκφραση της επιθυμίας αυτής. Αυτή της η εκδήλωση είναι εκείνο που απασχολεί τον πολιτισμό μας.

 

Η λαχτάρα μας όμως εμφανίζεται με αμέτρητους τρόπους και ένας από αυτούς είναι αυτό που με τρώει σε ολόκληρη τη ζωή μου: ο γρίφος τού γιατί αρέσει η μελαγχολική μουσική σε τόσο πολλούς από εμάς.

Οδηγός Βιβλίου