Πάνω σε μια «διαγώνια» αναφορά σε αναγνώσματα του «εγκλεισμού» του Φουκώ, τα οποία δεν μοιάζει να του είναι και απαραίτητα, βασίζει ο Νίκος Τρανός την αφήγηση της τελευταίας του ατομικής έκθεσης με τίτλο Crimen Majestatis (Ένας Μικρός Βασιλοκτόνος) στην γκαλερί ΑΔ. Σχέδια, video, γλυπτά, συνωμοτούν όλα μέσα στον διώροφο χώρο εν είδει μιας εγκατάστασης, και εξιστορούν κάτι που μοιάζει να είναι πολύ οικείο στους περισσοτέρους/ες από εμάς: την αιχμάλωτη πλευρά μας σε ένα ρόλο για τον οποίο πιθανότατα προσπαθήσαμε αλλά τώρα μας έχει αποδοθεί, και του οποίου τις απαιτήσεις πρέπει συνέχεια να εξυπηρετούμε. Αιχμάλωτοι στο ρόλο του επικοινωνιακού εαυτού μας και, ειδικά στην περίπτωση του Τρανού, στο ρόλο του ενήλικα άνδρα, καταξιωμένου καλλιτέχνη και καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών, στον οποίο δεν επιτρέπουμε «λάθη», «αδυναμίες», ήττες ή αμηχανία παραδείγματος χάριν!

Από τα δυνατά έργα της ενότητας, μια σειρά από σαράντα πορτρέτα ανθρώπων εμπλεκόμενων με τον Νόμο και την Τάξη στη διεθνή κοινότητα, οι οποίοι είναι γνωστοί από τα «Μέσα» (κυρίως δημοσιεύματα) για τον διαφορετικό ρόλο που αντιπροσώπευαν σε διαφορετικές καταστάσεις, παραθέτονται στον τοίχο το ένα δίπλα στο άλλο, τονίζοντας ακόμη παραπάνω το ασφυκτικό χάσμα μεταξύ του «είναι» και «φαίνεσθαι». Μια media τραγική μητέρα βρίσκεται σε διάλογο με τον media γενναίο ήρωα διάσωσης, και ταυτόχρονα με τον media στυγνό εγκληματία ή τον δικαστή που αποφάσισε τη θανατική του ποινή. Ζωγραφισμένα με ανεξίτηλο, όπως και οι πράξεις τους, μαύρο μελάνι, στο πίσω μέρος ατομικών δελτίων αξιολόγησης δημοσίων υπαλλήλων, οι άνθρωποι αυτοί φαντάζουν καταδικασμένοι για πάντα στον τρόπο που τους όρισε ο Τύπος, ή ακόμη καλύτερα στον τρόπο με τον οποίο ήθελε να αντιληφθεί η «μάζα» τις πράξεις τους. Επιπλέον, ο σχεδόν μηχανικός και κάπως «κακός» τρόπος σχεδίασης –ο οποίος θυμίζει την τεχνική των πορτρέτων των καταζητούμενων, τα οποία απορρέουν από περιγραφές ατόμων που τους είδανε σε στιγμή δράσης– εντείνει ακόμη περισσότερο την τραγική αλήθεια ότι μεταμορφωνόμαστε στον τρόπο με τον οποίο τελικά μάς βλέπουν οι άλλοι. Από κάτω, μια σειρά από παλιές διαφορετικές καρέκλες μαζεμένες από τα σκουπίδια σπάει τη μονοτονία των πανομοιότυπα ζωγραφισμένων πορτρέτων και μοιάζει να μας παραπέμπει σε μια πιο εσωτερική και ευαίσθητη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, που ξεκινάει προφανέστατα από ένα οικιακό περιβάλλον σε πλήρη αντιδιαστολή με οποιαδήποτε δημόσια εικόνα. Οι χρυσές κορνίζες ή ακόμη και τα πιθήκια ανάμεσα στα άλλα σχέδια μου φαίνονται περιττή φιλολογία, χωρίς βέβαια να αποσπούν από τη δύναμη της συνολικής εγκατάστασης.

Η πιθανότατα πρόσωπο με πρόσωπο συζήτηση του Τρανού με τον εαυτό του έχει ακόμη μια ιδιαίτερα δυνατή στιγμή. Ένα κελί κράτησης, σχεδόν σε πραγματικό μέγεθος, από χαρτόνι συσκευασίας μάς αποδίδει περιγραφικά την τιμωρία του εγκλεισμού, αλλά συγχρόνως μοιάζει να μας μεταφέρει και στον προσωπικό χώρο του καλλιτέχνη –οποιουδήποτε καλλιτέχνη– μπροστά στη διαδικασία της δημιουργίας, της μεταφοράς του εσωτερικού του κόσμου προς έκθεση. Και της αγωνίας που μια τέτοια πράξη εμπεριέχει, προκειμένου να συγκλίνει η εσωτερική εικόνα του εαυτού μας –ορισμένη από μέσα προς τα έξω– με την εξωτερική, αυτή που έχει οριστεί από άλλους για εμάς. Μέσα εκεί σπόροι φρούτων, άγονες εκσπερματώσεις, σχεδιαστικά εργαλεία, χιλιάδες τηλεκάρτες –οι οποίες, ενώ μας πληροφορούν από την γκαλερί ότι αναφέρονται στο γεγονός ότι οι τηλεκάρτες αποτελούν μονάδα συναλλαγής στις φυλακές, με αξία ισοδύναμη των 50 ευρώ, συμβολικά μοιάζει να τονίζουν την αδυνατότητα της επικοινωνίας–, και ανάμεσα μια «αισθησιακή» μπάρμπι η οποία –σε αντίθεση με την κανονική– έχει μεγάλο στήθος και περιγραφικά, «σκαλισμένα» γεννητικά όργανα, αποτελούν τον κόσμο του «καλλιτέχνη» ο οποίος, εάν και φυσικά απών, διαγράφεται σχεδόν στο φαντασιακό μου να «χαζεύει» στο πέρασμα του χρόνου παίζοντας με τα ζωγραφισμένα περιστρεφόμενα ανάγλυφα – τα οποία, απ’ ό,τι μας πληροφορούν, στοχεύουν στην τοπική και χρονική αστάθεια και χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο βασανισμού στον Εμφύλιο.

H θηλυκή πλευρά του Τρανού δεν μας πείθει και τόσο στο video, αν και το μισό κομμάτι του –η μια οθόνη στην οποία βλέπουμε τον ίδιο σε μονταρισμένο στιγμιότυπο κατά το οποίο μεγαλώνουν σταδιακά τα γένια του– αποτελεί το τέλειο μέτρημα χρόνου γι’ αυτή τη συγκεκριμένη έκθεση. Η εικόνα σε κάνει να νιώθεις ότι είναι σχεδόν real time και να αναρωτιέσαι «πού θα φτάσουν άραγε τα γένια στο τέλος της έκθεσης (στις 24 Φεβρουαρίου), την ημέρα που ο κρατούμενος καλλιτέχνης θα βγει από την γκαλερί και θα ελευθερωθεί από τα δεσμά της κρίσης μας;».