Η διαδικασία παραγωγής των έργων ακολουθεί μια διαδρομή από το αναλογικό στο ψηφιακό και πάλι πίσω στην ύλη. Αφετηρία κάθε έργου είναι ένα μικροσκοπικό κολάζ κατασκευασμένο πάνω σε φωτογραφικό σλάιντ. Κάθε σλάιντ αποτελεί ένα αυτόνομο έργο, μια συμπυκνωμένη εικόνα στην οποία ο καλλιτέχνης παρεμβαίνει με χρώμα, κοψίματα, διαφάνειες και αλλεπάλληλες επιστρώσεις.

 

Στη συνέχεια το σλάιντ σαρώνεται ψηφιακά σε πολύ υψηλή ανάλυση. Κατά τη μετάβαση αυτή, η εικόνα δεν μεταφέρεται απλώς αλλά μετασχηματίζεται. Κάθε ίχνος της επιφάνειας, κάθε ατέλεια, ακόμη και οι μικροσκοπικοί κόκκοι σκόνης που έχουν επικολληθεί πάνω στο φιλμ, μεγεθύνονται και αποκτούν νέα ορατότητα. Αυτό που στο επίπεδο του σλάιντ ήταν σχεδόν αόρατο μετατρέπεται σε υλικό γεγονός. Οι κόκκοι, τα στίγματα και οι αμυχές λειτουργούν σαν μια απρόσμενη πατίνα της εικόνας, σαν ίχνη χρόνου και έκθεσης που εγγράφονται μέσα της.

 

Από εκεί η εικόνα τυπώνεται σε γυαλί ή χαρτί, ενώ κάποιες άλλες φορές το τύπωμα γίνεται πάνω σε πλαστικά τεντοποιίας και έπειτα ο Λάιος επεμβαίνει εκ νέου στην επιφάνεια, κόβοντάς την και συνθέτοντάς την έως ότου αποκτήσει γλυπτική υπόσταση.

 

Η εικόνα μετακινείται έτσι διαρκώς ανάμεσα στο αναλογικό και το ψηφιακό, ανάμεσα στην επιφάνεια και τον όγκο, χωρίς ποτέ να χάνει τα ίχνη των προηγούμενων μορφών της.

 

Από το έργο του Όλο και λιγότερο μπλε, που παρουσιάστηκε στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης το 2013, έως τη γλυπτική εγκατάσταση Day, η οποία διακρίθηκε με το Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη το 2023, το φως επανέρχεται στο έργο του Λάιου ως ψυχολογική, σωματική και υπαρξιακή συνθήκη και λειτουργεί ως μια αμφίσημη υπόσχεση προστασίας· ένα καταφύγιο μέσα στο σκοτάδι που παραμένει εύθραυστο, ανεπαρκές, σχεδόν ανησυχητικό.

 

Κι ενώ στο έργο Όλο και λιγότερο μπλε, εμπνευσμένο από την ταινία Η Νύχτα του Κυνηγού (1955), ο Λάιος διερευνούσε τον φόβο της νύχτας και την προαιώνια πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, στη νέα αυτή ενότητα η αγωνία μετατοπίζεται από τη νύχτα στην ημέρα. Ο φόβος δεν κατοικεί πλέον στο σκοτάδι αλλά στην υπερβολική παρουσία του φωτός.

 

Εδώ δεν έχουμε έναν ήλιο-σύμβολο, αλλά έναν ήλιο που αφήνει πίσω του ίχνη, εγκαύματα και μετείκασματα· μια δύναμη που έλκει και απειλεί, φωτίζει και διαβρώνει, γεννά εικόνες και ταυτόχρονα τις οδηγεί στο όριο της εξαφάνισής τους.

 

Η ένταση του ήλιου και η εμπειρία της υπερέκθεσης για τον Λάιο, δεν λειτουργούν απλώς ως αισθητικά εργαλεία αλλά ως ψυχολογικές καταστάσεις. Το φως δεν αποκαλύπτει μόνο· όσο εντείνεται, τόσο περισσότερο ακυρώνει τη δυνατότητα καθαρής όρασης. Η υπερέκθεση δεν συνιστά μια κατάσταση υπερβολικής ορατότητας, αλλά το σημείο στο οποίο η ίδια η ορατότητα αρχίζει να καταρρέει.

 

Οι επιφάνειες των έργων μοιάζουν να έχουν περάσει μέσα από αυτή την κατάρρευση. Διάτρητες, κομμένες, καμένες, παραμορφωμένες, φέρουν επάνω τους τα ίχνη μιας βίαιης εγγραφής. Οι οπές, οι βούλες και οι χρωματικές αλλοιώσεις θυμίζουν τα μετείκασματα που μένουν στο βλέμμα όταν κάποιος κοιτάξει κατάματα τον ήλιο. Δεν ανήκουν πλήρως ούτε στην εικόνα ούτε στο μάτι· βρίσκονται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο, εκεί όπου η όραση έχει ήδη τραυματιστεί από την ένταση του φωτός. Το βλέμμα συνεχίζει να βλέπει τον ήλιο ακόμη και όταν ο ήλιος έχει απομακρυνθεί.

 

Τα υλικά που χρησιμοποιεί ο Λάιος εντείνουν επίσης αυτή τη σχέση με τον ήλιο. Διάφανα τεντόπανα από πλαστικό, φίλτρα από φωτιστικά θεάτρου και βιομηχανικές επιφάνειες inox παραπέμπουν σε μηχανισμούς σκίασης και προστασίας. Είναι υλικά φτιαγμένα για να μεσολαβούν ανάμεσα στο σώμα και την ακτινοβολία: να φιλτράρουν, να απορροφούν, να αντανακλούν, να δημιουργούν μια πρόσκαιρη ζώνη άμυνας απέναντι στο φως.

 

Ένα από τα έργα θυμίζει ομπρέλα παραλίας, με ένα κάθισμα που στάζει ακόμη νερό ή με απομεινάρι ενός καλοκαιρινού τοπίου μετά την αποχώρηση ή σε αναμονή των σωμάτων. Είναι μια εικόνα οικεία και ταυτόχρονα ανοίκεια. Φέρει μέσα της τη μνήμη της ανάπαυσης, της μεσογειακής ευφορίας, αλλά παρουσιάζεται εξαντλημένη, σχεδόν μετα-ανθρώπινη. Η ομπρέλα, που κανονικά υπόσχεται σκιά, στέκεται κλειστή. Το κάθισμα υποδηλώνει μια ανθρώπινη παρουσία που έχει φύγει. Οι πλαστικές επιφάνειες μοιάζουν να έχουν μαλακώσει, να έχουν παραδοθεί. Το τοπίο που συγκροτείται δεν είναι απλώς παραθαλάσσιο· είναι ένα τοπίο μετά τη χρήση, μετά την επιθυμία· μια στιγμή που αιωρείται ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία, τη δραστηριότητα και την ανάπαυση. Με τον τίτλο At the Edge of Light, το έργο παραπέμπει σε εκείνο το ήσυχο μεταίχμιο κατά το οποίο οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου αρχίζουν να σβήνουν και το τοπίο βυθίζεται σταδιακά στην ακινησία, μετατρεπόμενο σε τόπο περισυλλογής και μοναχικής παύσης στο όριο ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα.

 

Όπως στον Ξένο του Albert Camus ο  Αλγερινός ήλιος είναι σχεδόν χαρακτήρας: αποπνικτικός, αμείλικτος, σωματικός, δεν φωτίζει απλώς τον κόσμο, αλλά απογυμνώνει τον άνθρωπο από τις ψευδαισθήσεις του, κάτι από αυτή τη σκληρή, μεσογειακή διαύγεια υπάρχει και στα έργα του Λάιου. Ο ήλιος δεν είναι μόνο φως· είναι πίεση, θερμότητα, μνήμη, εξάντληση. Είναι αυτό από το οποίο θέλεις να ξεφύγεις κι όμως παραμένει πηγή έλξης.

 

Η έκθεση Μια μέρα είδα τον ήλιο να δύει σαράντα τρεις φορές μιλά για την έκθεση των σωμάτων, των εικόνων, των υλικών και των τοπίων σε μια δύναμη μεγαλύτερη από αυτά. Ο ήλιος του Λάιου είναι ταυτόχρονα πηγή ζωής και δύναμη φθοράς, φορέας μνήμης και μηχανισμός διάλυσης. Οι εικόνες του αποσυντίθενται και μεταμορφώνονται σε κάτι άλλο, και εκεί, στο όριο ανάμεσα στην ορατότητα και το εγκαύμα εξακολουθούν να επιμένουν. Όπως τα μετείκασματα παραμένουν στο βλέμμα όταν κοιτάξεις κατάματα τον ήλιο, τα έργα της έκθεσης συνεχίζουν να υπάρχουν και να μετασχηματίζονται αλλάζοντας υλικό, ακόμη και όταν η εικόνα τους ως slide έχει πλέον σβήσει.

 

Bio.

Ο Αλέξανδρος Λάιος (γ. 1979, Αθήνα) είναι απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, όπου ολοκλήρωσε το πτυχίο του το 2005 και το μεταπτυχιακό του δίπλωμα το 2009. Το 2023 τιμήθηκε με το Βραβείο Τέχνης του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη. Έχει πραγματοποιήσει τέσσερις ατομικές εκθέσεις: Μια μέρα είδα τον ήλιο να δύει σαράντα τρεις φορές στη γκαλερί CAN Christina Androulidaki, Αθήνα (2026), Το Πέταγμα του Νομίσματος στο Κέντρο Τεχνών Δήμου Αθηναίων (2022), σε επιμέλεια Χριστόφορου Μαρίνου, Annealing Point στην Elika Gallery, Αθήνα (2018), Μετακίνηση στα Παλαιά Δημοτικά Λουτρά Πατρών (2010), σε επιμέλεια Ανδρέα Ιωαννίδη. Έχει συμμετάσχει σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων οι: Η Εσωτερική Πλευρά του Ανέμου στο Αρχοντικό Χρυσανθοπούλου, Πύργος Ευβοίας (2024), Ο Εφιάλτης της Περσεφόνης στην Ιερά Μονή Καρδιάς, Εξώμβουργο Τήνου (2023), Nyctophilia στη γκαλερί CAN Christina Androulidaki, Αθήνα (2020), Impulses of Inalienability στην Eins Gallery, Κύπρος (2018), Face to Phase στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, Αθήνα (2017), Τα Όρια στο Snehta, Αθήνα (2015), Πυρετός του Αρχαίου στον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, Αθήνα (2013), Εκ Νέου, Μια Νέα Γενιά Ελλήνων Καλλιτεχνών στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Αθήνα (2013), Το Αρχιτεκτονικό Αντικείμενο στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, Αθήνα (2013), Σημείο Φυγής στο Πεδίο Δράσης Κόδρα, Θεσσαλονίκη (2012), και Placement–Misplacement–Displacement στο ReMap KM3, AD Gallery, Αθήνα (2011). Είναι μέλος της εικαστικής ομάδας Under Construction.