Η φράση που τρέμει ο κάθε ταξιδιώτης και λέγεται πάντα όταν είναι πλέον πολύ αργά ///

Η φράση που τρέμει ο κάθε ταξιδιώτης και λέγεται πάντα όταν είναι πλέον πολύ αργά /// Facebook Twitter
17

 

«Ωχ! ΝΑ τι ξεχάσαμε». 

 

 

Ήμασταν στο ταξί, κοντά στο σταθμό λεωφορείων έτοιμοι να ξεκινήσουμε για τα Σκόπια, λίγο πριν την ώρα αναχώρησης. Η φράση «Να τι ξεχάσαμε» που μου είπε ο Γιώργος -με έμφαση στο «Να»- είναι η φράση που δεν θέλεις να ακούσεις με τίποτα εκείνη τη στιγμή. 

 

Κι όμως, στα περισσότερα ταξίδια μας, αναπόφευκτα η φράση θα ειπωθεί, κατά σατανική ακρίβεια πάντοτε όταν θα είναι πολύ αργά για να κάνουμε οτιδήποτε. Τώρα όμως δεν ανησύχησα. Πάντα το «να τι ξεχάσαμε» αναφερόταν σε κάτι δευτερεύον όπως είναι οι παντόφλες, το βιβλίο μας, ή στην χειρότερη μετρητά - πράγματα που μπορούσαν να λυθούν εύκολα. 

 

«Τι ξεχάσαμε πάλι;» ρώτησα μισοαδιάφορα. 

 

«Τα διαβατήριά μας!»

 

 

Πρώτη φορά στα Σκόπια, μόνο 3.5 ώρες απ’ το σπίτι μου. Όσο κι αν προσπάθησα να πάρω στα σοβαρά το τωρινό μας ταξίδι, δεν μπόρεσα. Το ΚΤΕΛ, η κοντινή απόσταση, οι μόλις δυο μέρες διαμονής: ένιωθα σα να πήγαινα στη Φλώρινα ή την Έδεσσα. Δεν ένιωθα ότι ταξιδεύω στο εξωτερικό. Αν δεν έχει αεροπλάνο δεν είναι εξωτερικό.  Εξ ου και η έλλειψη διαβατηρίων.

 

«Και τώρα;» Η ώρα δεν έφτανε για να γυρίσουμε σπίτι. Το επόμενο λεωφορείο ήταν την επόμενη μέρα στις 7:30 το πρωί. Πήρα τηλέφωνο στο πρακτορείο και τους είπα ότι ξεχάσαμε τα διαβατήρια. «Έχετε μήπως ταυτότητες; Με λατινικούς χαρακτήρες;» ρώτησαν. Είχαμε. «Ελάτε». Πήγαμε. 

 

Η δική μου ταυτότητα ήταν τσαλακωμένη και μισοσκισμένη, και ήταν και του 2006 -πριν βγουν οι κανονικές ευρωπαϊκού τύπου ταυτότητες, όμως πέρασε με σχετική άνεση το πρώτο τεστ, και αφού πλήρωσα 30 ευρώ βρέθηκα, μέσα στην αγωνία, να ταξιδεύω με το πούλμαν, ελπίζοντας ότι δεν θα με κατεβάσουν στη μέση της διαδρομής. 

 

Η φράση που τρέμει ο κάθε ταξιδιώτης και λέγεται πάντα όταν είναι πλέον πολύ αργά /// Facebook Twitter
Θα φτάσουμε άραγε ποτέ στα Σκόπια;

 

Στα σύνορα ο σλαβόφωνος οδηγός μάζεψε τα διαβατήρια όλων και τις ταυτότητες τις δικές μας και εξαφανίστηκε. «Εκεί είναι η Ειδομένη» έδειξε με το δάχτυλο ο Γιώργος και άρχισα να σκέφτομαι τους συνοριοφύλακες να ανεβαίνουν στο λεωφορείο, να μας παίρνουν σηκωτούς και να μας αφήνουν μαζί με τους υπόλοπους πρόσφυγες. Η αγωνία μου τελείωσε, μας επέστρεψαν τα έγγραφα και ξεκινήσαμε. Άφησα έναν αναστεναγμό ανακούφισης. 

 

Μέχρι που, στα είκοσι μέτρα, ο οδηγός ξανασταμάτησε. Πριν είχαμε περάσει τον έλεγχο των Ελλήνων - τώρα ήταν η σειρά των Σκοπιανών! Ένας μεσήλικας αστυνομικός μπήκε μέσα και πήρε πάλι διαβατήρια και ταυτότητες. Έφυγε, για αρκετή ώρα, που εμένα μου φάνηκε ακόμα πιο αρκετή. (Σημειολογική διαφορά: Στον ελληνικό έλεγχο ο οδηγός έπρεπε να μαζέψει τα έγγραφα και να τους τα πάει στο γραφειάκι, στον σκοπιανό έκαναν αυτοί τον κόπο αντί να αγγαρέψουν τον οδηγό.)

 

Πώς βρέθηκα εδώ πέρα; Γιατί περνάω αυτή την αγωνία επισκεπτόμενος για πρώτη φορά την Χώρα Που Δεν Τολμάς Να Πεις Το Όνομά Της; Πριν από 20τόσα χρόνια διαδήλωνα εναντίον της, με το σχολείο, στα μεγαλειώδη συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και θεωρούσα τους κατοίκους της απατεώνες -ντοπαρισμένος απ’ τους δασκάλους και τους Μητροπολίτες που διοργάνωναν τις διαδηλώσεις στις οποίες, αναδρομικά, ντρέπομαι που παρεβρέθηκα. 

 

Αν έβλεπε κάποιος την αγωνία μου καθώς φοβόμουν ότι ο αστυνομικός θα έρθει να με κατεβάσει, θα νόμιζε πως πήγαινα για βρωμοδουλειά, με τσέπες γεμάτες κόκα και χιλιάδες ευρώ που έβγαζα παρανόμως απ’ τη χώρα. Ο δε αναγνώστης, με τις υπερδραματικές περιγραφές μου ίσως φανταστεί ότι πηγαίνω για κάποιο εξαντλητικό πρωτογενές ρεπορτάζ, σαν πολεμικός ανταποκριτής στο πεδίο της μάχης. 

 

Καθώς μου επέστρεφαν όμως την ταυτότητα («Τους ξεγέλασα! Τα κατάφερα!») και το λεωφορείο γλιστρούσε στην άλλη όχθη μπαίνοντας στην Χώρα Που Όλοι Εκτός Από Εμάς Λένε Μακεδονία (ΧΠΟΕΑΕΛΜ) ήμουν πλέον σίγουρος ότι θα κατάφερνα να δω για ακόμη μία φορά -έκτη ή έβδομη- τον Morrissey σε συναυλία. Αυτός λοιπόν ήταν ο σκοπός του ταξιδιού. 

 

Πριν χρόνια αποφεύγαμε τα Σκόπια γιατί ήταν γνωστό πως στα σύνορα όταν έβλεπαν Έλληνες τους έκαναν καψώνια, τους γύριζαν πίσω, τους άφηναν να περιμένουν για ώρες. 

 

Σήμερα με πέρασαν παρότι δεν είχα καν διαβατήριο! Πόσο άλλαξαν τα πράγματα…

 

 

Το πρώτο πράγμα που είδα αμέσως μετά τα σύνορα, ήταν το θαμπό, άχρωμο kitsch του Καζίνο Hotel Φλαμίνγκο στη Γευγελή, διαφήμιση του οποίου ακούω κάθε μέρα στο ραδιόφωνο. Όλες οι ταμπέλες εκεί γύρω ήταν στα ελληνικά, ακόμα και ένα κτίριο έγραφε φαρδιά πλατιά με νέον ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ πάνω του, μαζί με μια προσφορά. Έχω ακούσει πολλούς που περνούν τα σύνορα μόνο και μόνο για να βάλουν βενζίνη, να κάνουν μια επέμβαση, ή να αγοράσουν ρούχα. Ή να παίξουν τα ρέστα τους στο καζίνο και μετά να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα για να βρίσουν τους πολιτικούς επειδή πεινάνε. 

 

Από τα 100 αυτοκίνητα που περνούσαν εκείνη την ώρα τα σύνορα, τα 99 έκοψαν ταχύτητα και τσούλησαν απαλά στο φιλόξενο πάρκινγκ του Καζίνο. 

 

Το ένα μόνο, το πούλμαν μας, συνέχισε ακάθεκτο την πορεία του. Πολύ θα ήθελα να νιώσω ανώτερος απ’ τους υπόλοιπους που πήγαν για τζόγο ή φτηνά τσιγάρα (ενώ εγώ πήγα για την Τέχνη), αλλά η αλήθεια είναι πως όταν είδαμε πόσο φτηνά είναι τα πράγματα στα Σκόπια βάλαμε σε δεύτερη μοίρα τη συναυλία, και κλείσαμε με ψίχουλα για δύο βράδια αντί για ένα σε ένα υπερλούξ ξενοδοχείο - spa πέντε αστέρων. 

 

Ο Morrissey πλέον είναι μόνο η αφορμή. Ο σκοπός του ταξιδιού είναι η καλοπέραση, η ανακάλυψη της απαγορευμένης χώρας και οι κραιπάλες. Αλλά για όλα αυτά -αν γίνουν τελικά- θα γράψω στα ποστ που θα ακολουθήσουν, καθώς ο χρόνος περνά. 

 

Προς το παρόν κοιτάζω την φύση -ίδια με της Ελλάδας- έξω απ’ το παράθυρο. Η Cosmote μου πιάνει ακόμα, έχω 3G και το ραδιόφωνο του πούλμαν παίζει μια ελληνική ποπ επιτυχία.

 

Τι άλλα νέα; 

 

 

 

 

17

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Ευτυχία είναι βέρα Αθηναία. Τα άφησε όλα για να ζήσει στη Σκιάθο. «Τα πρωινά πια τα έχω για να κάνω βουτιές»: Η Ευτυχία άφησε την Αθήνα για τη Σκιάθο

Γειτονιές της Ελλάδας / «Τα πρωινά πια τα έχω για βουτιές»: Η Ευτυχία άφησε την Αθήνα για τη Σκιάθο

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα. Πριν από μερικούς μήνες, αποφάσισε να τα αφήσει όλα και να κάνει μια καινούργια αρχή αρκετά μακριά από την πόλη. Δεν το έχει μετανιώσει ούτε μια στιγμή.
ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
Παντελή, πώς είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί σ' ένα χωριό που σβήνει;

Γειτονιές της Ελλάδας / Παντελή, πώς είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί σ' ένα χωριό που σβήνει;

Αυτή είναι η ιστορία του Παντελή Κατσιάκου, ο οποίος πήρε την απόφαση μαζί με τη γυναίκα του να κάνουν οικογένεια στη Φήκη Τρικάλων, κι ας ξέρουν ότι το σχολείο του χωριού μπορεί σε μερικά χρόνια να έχει κλείσει.
ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
«Έφυγα από την Αθήνα εξαιτίας των ενοικίων και της εργασιακής πίεσης»

Γειτονιές της Ελλάδας / «Τα ενοίκια ήταν ο λόγος που έφυγα από την Αθήνα»

Αυτή είναι η ιστορία της Ξένιας Χαμίτη, η οποία γύρισε στον τόπο που μεγάλωσε για να ξαναβρεί τον εαυτό της. Μόνο που αυτήν τη φορά ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος και ένας διαφορετικός τόπος.
ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
Στους αρχαιότερους αγώνες πάλης με λάδι στην Ελλάδα

Πομακοχώρια / Στους αρχαιότερους αγώνες πάλης με λάδι στην Ελλάδα

Tην περασμένη Κυριακή, στο Ύψωμα Χίλια, κοντά στα σύνορα Ελλάδας-Βουλγαρίας, στο νομό Έβρου, διεξήχθησαν ακόμη μια χρονιά οι αρχαιότεροι αγώνες πάλης με λάδι και κιουσπέτια στην Ελλάδα. Η ρίζα τους χάνεται στο μακρυνό 1354.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ