Διαβάζοντας τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει συγκεντρώσει ο Νίκος Σαραντάκος σε έναν εξαίρετο τόμο των εκδόσεων Αρχείο, με τίτλο «Αττικά, 400 χρονογραφήματα (1939-1958) για την Αθήνα και την Αττική» (ένα μέρος, από τα 3.500 που έγραψε συνολικά σε εφημερίδες της εποχής: Πρωία, Προοδευτικό Φιλελεύθερο, Προοδευτική Αλλαγή, Αυγή), μια ιστορική καταγραφή μιας εποχής της Αθήνας που περιγράφεται με «αστραφτερή, χυμώδη δημοτική γλώσσα», με «μαστοριά και με κέφι», προσπαθούσα να φανταστώ τι αντιδράσεις θα προκαλούσαν σήμερα κείμενα όπως τα «Σπουργίτια» μέσα στην υπερβολή της πολιτικής ορθότητας που σαρώνει τα περισσότερα Μέσα. Αν έχεις μεγαλώσει σε οποιαδήποτε περιοχή της ελληνικής επαρχίας μέχρι και τα ’80s, οι εικόνες που περιγράφει ο Βάρναλης με τα πουλιά κολλημένα σε ξόβεργες ή «ψημένα στη φωτιά» ήταν καθημερινές, πολύ συνηθισμένες. Δεν έχω ιδέα αν το ίδιο ισχύει και σήμερα, σίγουρα, πάντως, είναι πολύ λιγότερα τα πουλιά –το 62% του αριθμού των σπουργιτιών έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια και μειώνεται συνεχώς. Το ίδιο και ο αριθμός των παιδιών. Και σίγουρα ο σπουργίτης της πόλης δεν είναι καθόλου φοβισμένος, -μπορεί να μην έχει φτάσει στο σημείο εξημέρωσης του Παρισιού, αλλά δεν διστάζει καθόλου να ανέβει στα τραπέζια να τσιμπολογήσει (σε ένα μαγαζί στο Μετς πριν από δύο χρόνια ένας ατρόμητος ερχόταν καμαρωτός μέχρι το πιάτο και έκλεβε μαρούλια απ’ τη σαλάτα).

 

Σπουργίτια

Οι μόνοι πραγματικοί μου φίλοι είναι τα σπουργίτια. Μου αρέσουν για το θάρρος που έχουν της ζωής, για την αφροντισιά τους δια την αύριον, για την αλητεία τους, για τον ερωτισμό τους τον ανεξάντλητο και για τον κουτσαβακισμό τους: όλο «παρεξήγηση» και καυγάς από το πρωί ως το βράδυ. Ενώ ανήκουν στα «ωδικά πτηνά», δεν έχουν άλλη φωνή, παρά μονάχα για να τσιρίζουν μαλώνοντας και να χαλάνε τον κόσμο –έτσι για γούστο, χωρίς καμία σοβαρή αιτία. Φουσκώνουνε, κρεμάνε τα φτερά τους και πέφτουνε το ένα πάνου στο άλλο ή κυνηγιούνται από κλαρί σε κλαρί για το τίποτε.

 

Έχω συνδεθεί μαζί τους από τα παιδικά μου χρόνια. Τότε δεν τα «χώνευα», αν και τα… έτρωγα. Είχα πολλά καφάσια καρδερίνες, σκαθιά, φλώρια και σπίνους. Τα κρεμούσα στον τοίχο της αυλής μου κάτου από τα κλωνιά της ακακίας κι οι σπουργίτες σκαλώνανε στα καφάσια, περνούσανε τη μύτη τους ανάμεσα από τα τέλια και τρώγανε το κανναβούρι και το κεχρί των πουλιών μου. Έβαζα λοιπόν κι εγώ ξόβεργες απάνου από τα καφάσια και τα τσάκωνα. Κι ύστερα τα έψηνα στη φωτιά… Αλλά δεν έφτανε μονάχα τούτη η εκδίκηση. Όταν σκολνούσα από τα μαθήματα, έπαιρνα μια σκάλα και μ’ αυτήν καθόμουνα στο κατώφλι του σπιτιού μας έξω στο δρόμο. Μόλις έβλεπα κανένα σπουργίτι να χώνεται σε κάποιο λούκι των μαγαζιών της γειτονιάς, έτρεχα με τη σκάλα μου, ανέβαινα ψηλά κι έχωνα το χέρι μου μέσα στο λούκι. Ο σπουργίτης φτεροκοπούσε απελπισμένα αλλά δεν μπορούσε να φύγει. Όσο που τον τσάκωνα.

 

Αλλά με τα χρόνια αλλάξανε τα αισθήματά μου. Τους αγάπησα κι είτε στις επαρχίες ζούσα είτε στην Αθήνα η πρώτη μου δουλειά ήτανε να πιάσω φιλία μαζί τους. Χαράματα άνοιγα το παράθυρό μου και τους έβαζα ψίχουλα είτε στο πρεβάζι είτε στο μπαλκόνι. Στην αρχή όπως είναι δύσπιστα, περιμένανε να φύγω πρώτα κι ύστερα να ζυγώσουν. Αλλά με τον καιρό ξεθαρρευόντανε και κατεβαίνανε στο μπαλκόνι και στο περβάζι, κι όταν ακόμη στεκόμουνα να τους καμαρώσω. Συνηθίσανε τόσο πολύ, που, αν αργούσα να ξυπνήσω, ερχόντανε έξω από το παράθυρο και φωνάζανε. Και μόλις άνοιγα τα παντζούρια, ένα πλήθος από αυτά ξεπετιόταν από τις αντικρινές στέγες, από τα δέντρα, από τη γη και τρέχανε πρώτα στη δική μου στέγη, ύστερα πάλι πίσου στην αντικρινή κι από εκεί στο μπαλκόνι… Αρπάζανε στο φτερό ένα ψίχουλο και φεύγανε. Όταν όμως τραβιόμουνα βαθιά στο δωμάτιο να μη με βλέπουν, τότε πέφτανε στα ψίχουλα κι αντίς να τρώνε, μαλώνανε. Μικρή διασκέδαση είναι αυτή;

 

Αργότερα μου ήρθε κι ένα γατάκι έξω από την πόρτα μου κι έκλαιγε. Το πήρα μέσα, του έδωσα γαλατάκι και κατόπι το πήγα μακριά και το άφησα. Τη νύχτα ξανάρθε. Του ξανάνοιξα. Κι έτσι, χωρίς να το θέλω, αφού αυτό επέμενε, το κράτησα. Αλλ’ όταν μεγάλωσε, έτρωγε τα σπουργίτια –ή τουλάχιστον τα φόβιζε. Δε ζυγώνανε πια. Τώρα δεν έχω γάτα αλλά δεν έχω και ψίχουλα. Περιορίζω λοιπόν την αγάπη μου στο να τα βλέπω μονάχα. Και δεν είναι δα η μόνη μου αγάπη των ματιών.

 

-Και πού τα θυμήθηκες σήμερα πρωί-πρωί;

 

-Μου θα θύμισε η χθεσινή βροχή… Στα παλιά χρόνια, στη Δεξαμενή (ζούσε ακόμα ο Παπαδιαμάντης) ένα αυγουστιάτικο δειλινό ξέσπασε μια ξαφνική θύελλα. Τα σπουργίτια είχανε κουρνιάσει στις λεύκες και στα κυπαρίσσια της πλατείας. Το νερό και το χαλάζι ήτανε τόσο δυνατό και πολύ, που όλη η πλατεία γέμισε από σπουργίτια μουσκεμένα που δεν μπορούσαν να πετάξουν. Ο κυρ Σωτήρης ο καφετζής και το γκαρσόνι του βγήκανε με το φτυάρι και με την Μπέλα (τη σκύλα) και τα μαζέψανε. Γεμίσανε έναν γκαζοτενεκέ.

 

-Ωραίο πιλάφι! μουρμούρισε μπαινοβγαίνοντας ο Σωτήρης.

 

-Καλά, θα ιδούμε, μουρμουρίζαμε κι εμείς οι ρομαντικοί νέοι.

 

Μόλις ζεσταθήκανε και στεγνώσανε τα πουλιά κι ο ουρανός είχε ξαστερώσει και το φεγγάρι έφεγγε σαν μέρα –πήγαμε και πήραμε τον γκαζοτενεκέ και τον αδειάσαμε στον αέρα. Οι φίλοι μας είχαν γλιτώσει απ’ τον τέντζερη.

(1942) 

 

Τον Απρίλιο του 1940, σε παλιότερο χρονογράφημά του, είχε περιγράψει την ίδια ιστορία με την μπόρα και τα βρεγμένα πουλιά, χωρίς την «σπλατεριά» της συνήθειας της παιδικής του ηλικίας. «Ο Βάρναλης κατοικούσε τότε στην οδό Δημοχάρους 43 στο Κολωνάκι, γι’ αυτό και υπάρχουν τόσες αναφορές στο Κολωνάκι και ειδικότερα στη γειτονιά γύρω από τη Γεννάδειο βιβλιοθήκη. «Βέβαια, τα χρονογραφήματά του διατρέχουν όλο το κέντρο της Αθήνας, με τα πόδια ή με τα μέσα μεταφοράς της εποχής» γράφει ο Νίκος Σαραντάκος στην εισαγωγή. «Τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο, αφού τα ιδιωτικά αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα και το διακεκομμένο ωράριο πολλαπλασίαζε τις μετακινήσεις στο κέντρο. Την εποχή εκείνη, άλλωστε, οι άνθρωποι περπατούσαν πολύ, ειδικά στην Κατοχή που οι συγκοινωνίες λειτουργούσαν υποτυπωδώς. Χαρακτηριστικές είναι κάποιες πεζοπορικές εκδρομές που περιγράφει ο Βάρναλης, για παράδειγμα από το κέντρο της Αθήνας στο Μενίδι με τα πόδια».     

 

Πουλιά…

Αυτό έγινε στα παλιά εκείνα χρόνια, που η Δεξαμενή ήτανε καλόκαρδο άσυλο των πουλιών και των συγγραφέων. Ένα δειλινό, αρχές του φθινοπώρου, σκοτείνιασε ξαφνικά ο ουρανός, έπιασε μια δυνατή σοροκάδα, που ετράνταζε τις λεύκες και τα πεύκα της Δεξαμενής, και σε λίγα λεφτά έπιασε μια πρωτοφανής χαλαζοθύελλα με απανωτά αστραποβρόντια. Το κακό όμως δεν βάσταξε πολύ. Όταν σταμάτησε αέρας και νεροποντή και βγήκαμε έξω από το καφενεδάκι του κυρ Σωτήρη, και προχωρήσαμε μέσα στα νερά ίσαμε κάτου από τις λεύκες, είδαμε τη γης στρωμένη με… πουλιά. Οι σπουργίτες, που μόλις προφτάξανε να κουρνιάσουν μέσα στα πυκνά κλαδιά των κυπαρισσιών, είχανε βραχεί και πέσει χάμου. Ο κυρ Σωτήρης, παλιός κυνηγός και μερακλής καλοφαγάς, πήγε μέσα στο καφενείο, πήρε ένα φτυάρι, φώναξε τη σκύλα του την Μπέλα και βαστώντας ένα γκαζοτενεκέ στο χέρι, άρχισε να μαζεύει κι αυτός κι η Μπέλα τα μισοπνιγμένα σπουργίτια. Τον βοηθούσαμε κι εμείς. Σε λίγο γέμισε ο γκαζοτενεκές. Μαζί με τα σπουργίτια ήτανε κι ένα χελιδόνι.

 

Όταν ξαναπήγαμε μέσα, ο κυρ Σωτήρης σκέπασε τον γκαζοτενεκέ με μια πετσέτα, τον ακούμπησε δίπλα στο τζάκι και τρίβοντας τα χέρια του εδήλωσε πως τα σπουργίτια αυτά θα γίνουν ένα πρώτης τάξεως… πιλάφι. Κι εμείς οι ρομαντικοί νέοι νομίζαμε πως θα τα στεγνώναμε τα κακομοίρικα πουλιά στο τζάκι και κατόπι θα τ’ αποδίδαμε «αναστημένα» στο λεύτερο διάστημα και στον αέρα, που «όπου θέλει πνει» και που είναι το βασίλειό τους. επαναστατήσαμε λοιπόν, εναντίον των αγρίων ενστίκτων του κυρ Σωτήρη και τον αναγκάσαμε ν’ αδειάσει τον τενεκέ και ν’ αφήσει τα πουλιά να φύγουν, άμα θα στεγνώνανε. Κι έτσι έγινε. Ιδιαίτερη φροντίδα βάναμε όλοι να σώσουμε το χελιδόνι. Γιατί είναι πουλάκι λεπτοκαμωμένο κι έδειχνε σημεία πως θα υπέκυπτε στο μοιραίον τέλος. Και προς μεγάλη μας χαρά, το σώσαμε.

 

Αυτήν την ιστορία τη θυμήθηκα ύστερα από τριάντα σχεδόν χρόνια, όταν διάβασα τελευταία τη μελέτη ενός ορνιθολόγου για το βάρος των μικρών πουλιών, το «γλυκό βάρος», όπως το λέει ο ποιητής Ντελίλ. Ο ορνιθολόγος αυτός είχε την υπομονή να κάτσει να ορίσει το «καθαρό» βάρος 29 μικρών πουλιών, που ανήκουν σε διάφορα είδη. Τα ξεπουπούλιασε, τους έβγαλε τα σωθικά και τα κόκαλα όλα κι ύστερα τα ζύγισε με τη φαρμακευτική ζυγαριά, που είναι πολύ «ευπαθής», το καθαρό κρέας των μικρών αυτών πλασμάτων.

 

Είναι περιττό να παραθέσουμε εδώ όλον τον πίνακα με τα ονόματα των πουλιών και τα αποτελέσματα του ζυγίσματος. Αναφέρουμε μονάχα για παράδειγμα, πως το αηδόνι ζυγίζει 11 γραμμάρια και 40 εκατ. του γραμμαρίου, η σουσουράδα 10 γραμμάρια, ο σπίνος 9 γραμ. και 30 εκατ., το χελιδόνι 8 γραμ. και 30 εκατ., το σκαθί (υπολαΐς) 7 γραμ. και 70 εκατ., ο μυγοχάφτης (μυιοφάγος ο τεφρός) 7 γραμ. και 50 εκατ., η καρδερίνα 6 γραμ. και 50 εκατ., το τρυποκάρυδο (τρωγλοδύτης) 4 γραμ. και τα κολίβρια γύρω από τα δύο γραμμάρια.

 

Ο σπουργίτης έχει και δεν έχει 10 γραμ. Ώστε εκατό σπουργίτες μαζί ξεπουπουλιασμένοι και ξεκοκαλιασμένοι μόλις θα ζυγίζανε 300 δράμια καθαρό κρέας. Αξίζει τον κόπο να κάνει κανείς τέτοιαν «εκατόμβη» απ’ αυτές τις χαρούμενες υπάρξεις για να τις φάγει; Και η ωφέλεια που φέρνουνε τα πουλάκια στη γεωργία και στην υγεία μας; Χωρίς αυτά ούτε περιβόλια, ούτε δέντρα, ούτε χωράφια θα μπορούσανε να ανθέξουν στην επιδρομή των καμπιών, όπως ούτε ο άνθρωπος στην επιδρομή του κουνουπιού και της μύγας. Αλλά ποιανού το λες! Τα μικρά παιδιά σπάζουνε τα δέντρα, ξεριζώνουνε τα λουλούδια, χαλάνε τις φωλιές των πουλιών και οι μεγάλοι τα σκοτώνουνε. Κι αφήνουμε να ζουν λεύτερες οι κάμπιες, οι μύγες και τα κουνούπια!

 

Τόσος είναι ο φόβος των μικρών πουλιών από τους ανθρώπους, ώστε ο σπουργίτης στα μέρη μας είναι πάντα δύσπιστος και πονηρός και ακοινώνητος,  ενώ οι σπουργίτες των παρισινών πάρκων κάθονται στους ώμους των ανθρώπων και τσιμπούνε τα ψίχουλα από τα χέρια τους…

(1940)

 

Το τραγούδι είναι των Saxophones, ενός αντρόγυνου που γράφει μπαλάντες με ’50s μελοδραματισμό και υπέροχες μελωδίες.   

 

Κι εδώ ένα τρυφερό φωτορομάντσο.