Tη μέρα που το μικρότερο παιδί μου φεύγει από το σπίτι, το πρόσωπο που σκέφτομαι πιο πολύ είναι η μαμά μου. Ως συνήθως, τα συναισθήματα είναι ανάμικτα. Αρχικά, έχω αυτήν τη σκέψη που με επισκέπτεται όταν υπάρχουν νέα για κάποιο από τα παιδιά: «Ω, πρέπει να τηλεφωνήσω να το πω στη μα...» πριν με σταματήσει απότομα η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορώ. Πώς γίνεται να ξεχνάω ακόμα, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό της, ότι δεν μπορώ να την πάρω τηλέφωνο;

 

Η δεύτερη σκέψη είναι μια πρόσφατη διαπίστωση. Όταν είχα φύγει κι εγώ από το σπίτι –για το πανεπιστήμιο θα πρέπει να ήταν–, για εκείνη η εμπειρία ήταν η ίδια με αυτή που τώρα βιώνω εγώ. Ήμουν κι εγώ το μικρότερο παιδί, οπότε η αναχώρησή μου ήταν αυτή που έκανε τη φωλιά να μοιάζει άδεια πλέον στα μάτια της.

 

Δεν θυμάμαι ούτε να φορτώνω το αυτοκίνητό μου ούτε να βλέπω στον καθρέπτη να απομακρύνεται το σπίτι που μεγάλωσα. Ήμουν τόσο βιαστική να φύγω που μάλλον φώναξα απλά στον εαυτό μου «άντε πάμε» και ούτε γύρισα να κοιτάξω πίσω. Θυμάμαι όμως τη στιγμή που έφτασα στο δωμάτιό μου στη φοιτητική εστία και παρόλο που έπρεπε να το μοιραστώ με μια συμφοιτήτρια, σκέφτηκα «Ζήτω! Επιτέλους μόνη μου» καθώς περιεργαζόμουν το σκηνικό της νέας μου ελευθερίας.

 

Δεν θυμάμαι ούτε να φορτώνω το αυτοκίνητό μου ούτε να βλέπω στον καθρέπτη να απομακρύνεται το σπίτι που μεγάλωσα. Ήμουν τόσο βιαστική να φύγω που μάλλον φώναξα απλά στον εαυτό μου «άντε πάμε» και ούτε γύρισα να κοιτάξω πίσω.

 

Ελευθερίας από τους γονείς μου, δηλαδή. Δεν θυμάμαι να τους αποχαιρετώ ή αν έκλαψε κανείς από τους τρεις μας. Το προηγούμενο Σάββατο πάντως, την ώρα του αποχαιρετισμού, ένιωσα τα δάκρυα να κυλάνε ανεξέλεγκτα στα μάγουλά μου. Είχε δακρύσει άραγε και η μαμά μου τότε, πριν από 40 χρόνια σχεδόν; Δεν μπορώ να την πάρω τηλέφωνο να τη ρωτήσω.

 

Σκέφτομαι επίσης τη μητέρα μου αυτές τις μέρες, επειδή μόλις τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου απομνημονευμάτων της (σ.σ. γνωστής Αγγλίδας δημοσιογράφου και πρώην συζύγου του συγγραφέα Γουίλ Σελφ) Deborah Orr που θα κυκλοφορήσει σύντομα με τίτλο "Motherwell", τίτλος ο οποίος ευφυώς αναφέρεται τόσο στην κωμόπολη που μεγάλωσε όσο και στη σχέση της με τους γονείς της, ειδικά με τη μητέρα της, η οποία όπως φαίνεται δεν ήταν και τόσο «μητρική» στη συμπεριφορά της.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο, διαπίστωσα με κάποιο σοκ πόσο παρόμοιες ήταν οι εμπειρίες μας, κυρίως επειδή μεγαλώσαμε ακριβώς την ίδια εποχή, στα παλιά, παράξενα '70s, με όλες τις ταξικές και σεξουαλικές αγκυλώσεις που επικρατούσαν σε σχέση με το τι έπρεπε και τι δεν έπρεπε να κάνουν τα κορίτσια. Όπως κι εγώ, κι εκείνη έπρεπε να αψηφήσει τη μητέρα της προκειμένου να προσπαθήσει να ζήσει τη ζωή που ήθελε, αυτό όμως είχε μεγάλο κόστος καθώς ήταν αδύνατο να συμφιλιώσει αντίρροπες ορμές: από τη μία η επιθυμία να αψηφήσει τη μητέρα της και από την άλλη η ανάγκη να εξασφαλίσει την αποδοχή και την έγκρισή της.

 

Υπάρχουν στο βιβλίο διάφορες κρίσιμες παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο που μας ανάθρεψαν οι γυναίκες της γενιάς των μαμάδων μας. Απολύτως σχεδόν ματαιωμένες από την πατριαρχία οι ίδιες, θα μπορούσαν θεωρητικά να μας ωθήσουν να διεκδικήσουμε τις ελευθερίες που είχαν απαγορευτεί σ' εκείνες, αντιθέτως όμως η πικρία, αλλά και η ζήλια ενδεχομένως, τις έκανε να θέλουν και για εμάς την ίδια φυλακή που αυτές είχαν εξαναγκαστεί να αποδεχτούν.

 

Ασχέτως του βαθμού στον οποίο το κατάφεραν, φτάνουμε στο δυσάρεστο συμπέρασμα ότι οι μαμάδες μας επιχείρησαν να μας ψαλιδίσουν τα φτερά. Και οι μπαμπάδες, επίσης. Υπάρχει μια σκηνή στο βιβλίο όπου ο πατέρας της Deborah την προσβάλλει άσχημα όταν μαθαίνει ότι έχει κάνει σεξ με τον φίλο της, σκηνή ολόιδια με μια αντίστοιχη φιλονικία που είχα με τον δικό μου πατέρα. Οι μαμάδες μας δεν άντεχαν να έχουμε ελευθερία και οι μπαμπάδες μας δεν άντεχαν να κάνουμε σεξ. Μιλάμε δηλαδή για συνθήκες πλήρους σύγχυσης.

 

Κι όμως, παρ' όλα αυτά, τους αγαπούσαμε τους γονείς μας. Μαζί με την οργή, γίνεται κατανοητή στο βιβλίο και η αντοχή, το σθένος αυτής της αγάπης. Ακόμα και τώρα, που έχουν χαθεί προ πολλού και οι δύο, υποχωρώ στο παλιό ένστικτο, στην παρόρμηση να τους πάρω τηλέφωνο και να τους πω κάτι που θα τους έκανε να νιώσουν περήφανοι για μένα, κάτι που θα με έκανε να νιώσω ότι με βλέπουν, με γνωρίζουν, με κατανοούν απολύτως. Ζητούσα πολλά; Ίσως.