Γιώργος Λεονταρίτης

Γιώργος Λεονταρίτης Facebook Twitter
0

Διακρίθηκε ως ρεπόρτερ, πολιτικός συντάκτης και αρθρογράφος σε χρόνια δύσκολα και ηρωικά για τη δημοσιογραφία, ιδιαίτερα την αριστερή, εφόσον οι εργαζόμενοι εκεί ήταν «οιoνεί παράνομοι». Αυτές του ακριβώς τις εμπειρίες εξιστορεί στο δοκίμιο «Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία της Αριστεράς» (εκδόσεις Άγρα).


Το διαβάζεις απνευστί, σαν ένα γοητευτικό αφήγημα με εντελώς πραγματικούς χαρακτήρες, καταστάσεις και γεγονότα, που, πέρα από το ιστορικό ενδιαφέρον, αποτυπώνει συγκινητικά το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής: «Νέοι εμείς τότε, ευτυχήσαμε να δουλεύουμε δίπλα στα ίδια γραφεία με μεγάλες μορφές του πνευματικού κόσμου της Αριστεράς... απολαμβάναμε το ζωντανό χειρόγραφο και τη μαγεία του τυπογραφείου, με τα μελάνια και τη μουντζούρα... κι ένιωθες μια θαλπωρή όταν στις φάμπρικες, στα γιαπιά, στις φτωχογειτονιές, που τις έδερνε ο άνεμος, και στα λιμάνια, μέσα στον εργατόκοσμο, σε αγκάλιαζαν με στοργή, γιατί ήσουν ο δημοσιογράφος που έφερνε στην επιφάνεια τη φωνή και τα πάθη των "κολασμένων της Γης"». Ζωντανός «θησαυρός γνώσεων», μας κέρδισε με τη σεμνότητα, την αρχοντιά καθώς και τη διεισδυτική, αλλά ταυτόχρονα ψύχραιμη ματιά στα πράγματα, που χαρακτηρίζει συνολικά το συγγραφικό του έργο. Έκανε πολλές ενδιαφέρουσες συγκρίσεις του τότε Τύπου με τον σημερινό, σημείωσε πόσο η ανθρώπινη κρίση ωριμάζει με τα χρόνια και μας παρακίνησε να διαβάζουμε περισσότερη ποίηση.

Γιώργος Λεονταρίτης Facebook Twitter
Για να γίνεις συντάκτης έπρεπε να γράφεις γρήγορα και αλάνθαστα, εφόσον βέβαια δεν υπήρχαν υπολογιστές, πληκτρολόγια, αυτόματοι διορθωτές κ.λπ., ενώ και οι γραφομηχανές σπάνιζαν. Ο αρχισυντάκτης σού μουντζούρωνε το γραπτό μία, δύο φορές, την τρίτη σε έστελνε σπίτι σου... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
  • Το δημοσιογραφικό «μικρόβιο» το είχα από μικρός. Αγαπούσα πολύ το επάγγελμα και προσπαθούσα με κάθε τρόπο να βρεθώ σε κάποια εφημερίδα. Με γοήτευαν ξεχωριστές πένες, όπως ο Βουρνάς, ο Λειβαδίτης, ο Σταύρου, ο Χαΐνογλου, άνθρωποι με λαμπρή θητεία στη δημοσιογραφία και στην Αριστερά – ήθελα να τους μοιάσω. Αριστερός ήμουν κι εγώ ιδεολογικά κι ας μην είχα ενταχθεί κάπου. Η προσωπική μου γνωριμία με τον Τάσο Βουρνά με έφερε, εν τέλει, το 1965 στο κατώφλι της «Αυγής» και της «Δημοκρατικής Αλλαγής». Κατέληξα στη δεύτερη, γιατί μου είπε ότι «εκεί έχει πιο νεανικό περιβάλλον, θα σου ταιριάζει καλύτερα!». Έτσι πήρα τον δρόμο μου σε ηλικία 22 ετών. Τα γραφεία της «Δημοκρατικής Αλλαγής» βρίσκονταν γωνία Ομήρου και Σταδίου, ακριβώς κάτω από την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών. Τα όργανα μας ήξεραν έναν-έναν σε μια εποχή που ήταν ρίσκο να εργάζεσαι σε αριστερά έντυπα, κι ας κυκλοφορούσαν νόμιμα.

Τότε, ακόμα και ο απλός αναγνώστης έπρεπε να κρύβει την εφημερίδα του από αδιάκριτα μάτια. Ο ίδιος ο περιπτεράς σ' την έδινε διπλωμένη ανάποδα, να μη φαίνεται ο τίτλος, γιατί καραδοκούσε ο χαφιές ή ο αστυνόμος που θα μπορούσε να ζητήσει τα στοιχεία σου, να σε πάει στο τμήμα, να σε φακελώσει, τέτοια!

  • Υπήρχαν τότε στον Τύπο προσωπικότητες που προκαλούσαν δέος με τις γνώσεις, την οξύνοια και την ποιότητα της γραφής τους. Για να σε κάνουν αρχισυντάκτη π.χ. έπρεπε να ήσουν κάποιος σπουδαίος, δεν γινόταν ο οποιοσδήποτε. Για να γίνεις συντάκτης έπρεπε να γράφεις γρήγορα και αλάνθαστα, εφόσον βέβαια δεν υπήρχαν υπολογιστές, πληκτρολόγια, αυτόματοι διορθωτές κ.λπ., ενώ και οι γραφομηχανές σπάνιζαν. Ο αρχισυντάκτης σού μουντζούρωνε το γραπτό μία, δύο φορές, την τρίτη σε έστελνε σπίτι σου. Περνούσε, δε, καιρός προτού σου επιτρέψουν να υπογράψεις κείμενο. Χρειαζόταν, ακόμα, να διαθέτεις πραγματικό πάθος για τη δουλειά, γιατί βέβαια ούτε ωράρια, ούτε ρεπά, ούτε άδειες υπήρχαν ουσιαστικά. Αρχικά, δούλευες κιόλας τσάμπα, ως μαθητεία. Αν σε βάζανε στο μισθολόγιο, έκανες πάρτι! Άπαξ, όμως, και γινόταν αυτό, ρίζωνες. Οι μισθοί ήταν μικροί, αλλά σταθεροί, απολύσεις και περικοπές δεν γίνονταν, εκτός πια κι αποδεικνυόσουν άχρηστος.
  • Σήμερα οι αριστεροί δημοσιογράφοι βρίσκουν ανοιχτές πόρτες, τους σέβονται και τους περιποιούν τιμή, πράγματα αδιανόητα για μας. Τότε, ακόμα και ο απλός αναγνώστης έπρεπε να κρύβει την εφημερίδα του από αδιάκριτα μάτια. Ο ίδιος ο περιπτεράς σ' την έδινε διπλωμένη ανάποδα, να μη φαίνεται ο τίτλος, γιατί καραδοκούσε ο χαφιές ή ο αστυνόμος που θα μπορούσε να ζητήσει τα στοιχεία σου, να σε πάει στο τμήμα, να σε φακελώσει, τέτοια! Οι συντάκτες εργαζόμασταν σχεδόν σε συνθήκες παρανομίας. Γι' αυτό και η Αριστερά χρειαζόταν συνετούς, μυαλωμένους, αποφασισμένους ανθρώπους, που να μπορούν να κινούνται σε μια όλο αγκάθια ατραπό, όπου εύκολα μάτωνες. Χάρη στη φωτισμένη προσωπικότητα του Γιάννη Πασαλίδη κατάφερε, άλλωστε, και η ΕΔΑ, παρά τις διώξεις και την τρομοκρατία, να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση το '58.

Γιώργος Λεονταρίτης Facebook Twitter
Το μεγάλο κακό με τη σημερινή δημοσιογραφία είναι ότι σε πολλά ΜΜΕ δίνονται άνωθεν κατευθύνσεις. Ασκείται μια δικτατορία σε χρυσόχαρτο.... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

  • Δεν υπήρχε, ωστόσο, στον Τύπο γενικότερα το φαινόμενο μεγάλοι επιχειρηματίες να αποκτούν κάποια εφημερίδα, ώστε να εξυπηρετήσουν καταρχάς τα δικά τους συμφέροντα. Οι εκδότες ήταν οι ίδιοι «ψημένοι» δημοσιογράφοι και ζούσαν για τις εφημερίδες τους. Άγνωστη ήταν, ακόμα, η έννοια του δημοσιογράφου-σταρ. Γνωστό και δημοφιλή σε έκαναν η ποιότητα της δουλειάς σου και η απήχησή της στο αναγνωστικό κοινό, τη φάτσα σου όμως ελάχιστοι τη γνώριζαν. Για προνόμια και διευκολύνσεις, φυσικά, ούτε λόγος, ειδικά για εμάς τους αριστερούς. Είχαμε, ωστόσο, την εκτίμηση και την αγάπη του απλού κόσμου, που μας έβλεπε σαν διαμεσολαβητές του – στις λαϊκές γειτονιές μάς λάτρευαν.
  • Μπορεί το Διαδίκτυο να βοηθά πολύ στη διάχυση της πληροφορίας, στη δημοσιογραφία όμως καθαυτή κάνει μάλλον κακό, γιατί έχει ουσιαστικά καταργήσει το ρεπορτάζ. Για να φέρεις μια είδηση παλιότερα, έπρεπε να κάνεις επιτόπια έρευνα, να τρέξεις, να κοπιάσεις, να πιέσεις, να εξασφαλίσεις δηλώσεις, φωτογραφίες, πράγματα που τώρα γίνονται με μερικά απλά «κλικ». Διέθετες, όμως, έτσι μια εγκυρότητα και μια αξιοπιστία που σήμερα είναι ζητούμενα. Επιπλέον, οι συντάκτες ήταν καλλιεργημένοι άνθρωποι, πολλοί ήταν επίσης ποιητές ή λογοτέχνες – οι ίδιες οι εφημερίδες αντιλαμβάνονταν πως είχαν μια ευρύτερη παιδαγωγική και μορφωτική αποστολή κι έτσι αφιέρωναν σεβαστό χώρο στην πνευματική κίνηση, κάτι που σήμερα έχουν περιορίσει πολύ. Εξέλιπε, επίσης, το χρονογράφημα, που απολάμβανε παλιότερα προνομιακή θέση στα πρωτοσέλιδα, συνδυάζοντας ρεπορτάζ και λογοτεχνία. Ο χρονογράφος ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, ένας «γαβριάς» της δημοσιογραφίας, που μπορούσε να έχει λόγο για όλα.
  • Δημοσιογραφικά βιβλία (ρεπορτάζ, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μυθιστορήματα), ιστορία και ποίηση είναι τα καλύτερα αναγνώσματα για έναν νέο δημοσιογράφο – ειδικά η τελευταία. Είναι απίστευτο πόσο βοηθά στη γραφή και στη διατύπωση νοημάτων η γνώση σπουδαίων ποιημάτων! Δικός μου αγαπημένος ποιητής ο Τάσος Λειβαδίτης, που υπήρξε και σημαντικός αγωνιστής, ένας γλυκύτατος άνθρωπος που οι στίχοι του μαγεύουν. Αλλά και ο Κώστας Βάρναλης, που «κατήχησε» πολλές γενιές, αποτυπώνοντας τον ανθρώπινο πόνο και την αδικία, δίχως να υμνήσει ποτέ τους ισχυρούς, ακόμα και της δικής του πολιτικής παράταξης.
Γιώργος Λεονταρίτης Facebook Twitter
Όσο ο χρόνος περνά κι αφήνει πάνω μας ανελέητα σημάδια, δείχνοντάς μας αναπότρεπτα τον δρόμο της εξόδου, τόσο καθαρότερα βλέπουμε ότι συχνά στη ζωή μας βιώναμε πλάνες και προσδοκίες αδικαίωτες... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
 

 

  • Το μεγάλο κακό με τη σημερινή δημοσιογραφία είναι ότι σε πολλά ΜΜΕ δίνονται άνωθεν κατευθύνσεις. Ασκείται μια δικτατορία σε χρυσόχαρτο. Όταν, όμως, ο συντάκτης μεταβάλλεται σε «παπαγαλάκι», αυτόματα χάνει την εκτίμηση του κοινού. Ναι, βλέπουμε και σήμερα δικαστικές διώξεις δημοσιογράφων και απόπειρες φίμωσής τους από μεγάλα συμφέροντα. Στην εποχή μου, ωστόσο, ήταν πολύ χειρότερα, μπορούσες να βρεθείς στο εδώλιο για οτιδήποτε. Η εξουσία ήταν αμείλικτη, δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς! Ο Λειβαδίτης π.χ. δικάστηκε επειδή η ποιητική συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» (1956) θεωρήθηκε ανατρεπτική. Ένα άλλο αρνητικό, συνδικαλιστικό αυτό, είναι ότι, τουλάχιστον μέχρι την εποχή που εκλέχθηκα πρόεδρος στην ΕΣΗΕΑ, μέσα της δεκαετίας του '90, οι δημοσιογράφοι αγωνιζόμασταν συνήθως ενωμένοι, παρά τις διαφορές μας. Τώρα διαπιστώνω πολύ φανατισμό, ασυνεννοησία και διάσπαση.
  • Η ιδέα του σοσιαλισμού, του αυθεντικού και όχι αυτού που εξελίχθηκε σε «Μαντάμ Ορτάνς», ναυάγησε εξαιτίας των σοβαρών αστοχιών στην εφαρμογή του και της συστηματικής πολεμικής του καπιταλισμού, που ελλείψει πια αντιπάλου δείχνει ξανά το φρικιαστικότερο πρόσωπό του. Το ταξίδι, πάντως, η παρέα και οι αγώνες ήταν υπέροχα! Και κανείς δεν ξέρει τι γυρίσματα θα έχει ο καιρός. Στην Ελλάδα της κρίσης οι ελπίδες πολλών πολιτών, αριστερών και μη, επικεντρώνονται πια στον ΣΥΡΙΖΑ, γι' αυτό και οι ιστορικές του ευθύνες είναι μεγάλες. Δεν του επιτρέπεται να αποτύχει! Προσωπικά, θέλω να πιστεύω ότι θα μπορέσει να κάνει τουλάχιστον τα μισά απ' όσα λέει...
  • Όσο ο χρόνος περνά κι αφήνει πάνω μας ανελέητα σημάδια, δείχνοντάς μας αναπότρεπτα τον δρόμο της εξόδου, τόσο καθαρότερα βλέπουμε ότι συχνά στη ζωή μας βιώναμε πλάνες και προσδοκίες αδικαίωτες. Γι' αυτό και οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι είναι συνήθως πιο χαλαροί, πιο συμπονετικοί, πιο μεγαλόψυχοι. Ο χρόνος αμβλύνει πάθη και αποκαλύπτει λάθη. Ουδείς αναμάρτητος, εξάλλου!


To βιβλίο του Γιώργου Λεονταρίτη «Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία της Αριστεράς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

 


Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO το Νοέμβριο του 2014

Οι Αθηναίοι
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Άννα Κουρουπού, συγγραφέας, ηθοποιός

Οι Αθηναίοι / Άννα Κουρουπού: «Ξέρεις πολλές τρανς που δουλεύουν στο Δημόσιο;»

Δηλώνει πως αν δεν ήταν η μητέρα της, θα είχε πεθάνει. Βρίσκει πως το τρανς στοιχείο έχει κάτι επαναστατικό, ενώ στα διαφορετικά βιώματα των παιδιών σήμερα αναγνωρίζει την αξία των αγώνων που δόθηκαν όλα αυτά τα χρόνια. Η ακτιβίστρια, συγγραφέας και ηθοποιός αφηγείται τη ζωή της στη LiFO.
M. HULOT
Ρένη Πιττακή

Οι Αθηναίοι / Ρένη Πιττακή: «Το ταλέντο δεν είναι διαμέρισμα να σ’ το γράψει κάποιος»

Στην οντισιόν του Θεάτρου Τέχνης πήγε σχεδόν απροετοίμαστη. Αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για να γίνει η αγαπημένη του Κουν και ένα από τα κομβικά πρόσωπα αυτής της ιστορίας. Κάνει θέατρο για να μπορεί να κάνει στη σκηνή όσα διστάζει στην αληθινή ζωή και αποφεύγει τους απολογισμούς. Η σπουδαία ηθοποιός αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Xρήστος Φερεντίνος

Οι Αθηναίοι / Xρήστος Φερεντίνος: «Με ενοχλούν οι δικαστές του πληκτρολογίου»

Μεγάλωσε στα Εξάρχεια, σπούδασε Νομική, εργάστηκε ως ντετέκτιβ και ταμίας στον Ιππόδρομο, μέχρι να ανακαλύψει τη δημοσιογραφία και να βρει στην τηλεόραση το δεύτερο σπίτι του. Από το «Άκου να δεις» και το «Deal» μέχρι το «Studio 4», ο γνωστός παρουσιαστής αφηγείται στη LiFO μια ζωή γεμάτη επιτυχίες, αποτυχίες και εξηγεί γιατί δεν θέλει να μένει ποτέ στο ίδιο σημείο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ θεατρολόγος

Οι Αθηναίοι / Δηώ Καγγελάρη: «Η γενιά μου δεν μπόρεσε να αλλάξει τον κόσμο»

Η διευθύντρια σπουδών στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μιλά στη LiFO για τα παιδικά χρόνια στον «χαμένο παράδεισο» του Μεταξουργείου, για «το παιδί της ελπίδας μετά την ήττα» που υπήρξε, τους σημαντικούς δασκάλους του θεάτρου που γνώρισε, τη δύσκολη περίοδο του MeToo και την τραυματική αποχώρηση του Γιώργου Λούκου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
DJ ΜΙΚΕΕ: «Νοσταλγώ την εποχή του “βγαίνω για να χορέψω”»

Οι Αθηναίοι / DJ ΜΙΚΕΕ: «Νοσταλγώ την εποχή του “βγαίνω για να χορέψω”»

Θυμάται τον παππού του να τον πηγαίνει περίπατο με τις ώρες στο κέντρο της Αθήνας. Κατάλαβε από νωρίς πως με δύο πικάπ μπορούσε να μιξάρει πολύ ωραίους ήχους. Πιστεύει πως η ευκολία του ΑΙ εκτός από τυχάρπαστους που θα φέρει, θα δώσει και τεχνικές σε ταλαντούχους ανθρώπους. Ο θρυλικός DJ της ελληνικής τέκνο σκηνής αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΦΩΦΗ ΤΣΕΣΜΕΛΗ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT
Θωμάς Ζάμπρας: «Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κάνεις κάτι που δεν θέλεις»

Οι Αθηναίοι / Θωμάς Ζάμπρας: «Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι η αδιαφορία»

Από τα παιδικά χρόνια στα Τρίκαλα και τη μετακόμιση στην Αθήνα στα 18 του, μέχρι την ανακάλυψη του stand-up, τις πρώτες παραστάσεις και τη διαδρομή του στην κωμωδία, o Θωμάς Ζάμπρας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για τις επιλογές που τον διαμόρφωσαν, την Αθήνα, τις σχέσεις, την ψυχοθεραπεία και όλα όσα έμαθε μεγαλώνοντας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δημήτρης Ποτηρόπουλος: «Με φοβίζει ότι αντιμετωπίζουμε την πόλη με αδιαφορία»

Οι Αθηναίοι / Δημήτρης Ποτηρόπουλος: «Με φοβίζει ότι αντιμετωπίζουμε την πόλη με αδιαφορία»

Από το Παλαιό Ψυχικό και τα φοιτητικά χρόνια στη Γερμανία ως τα μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα και τη σημερινή Αθήνα. Ο Δημήτρης Ποτηρόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες, αφηγείται τη ζωή του στη LiFO και μιλά για την αρχιτεκτονική, τις πόλεις, την ομορφιά και όλα όσα κάνουν έναν κόσμο πραγματικά ανθρώπινο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ