Ένα σκίτσο με τον Τσιτσάνη, αφίσες από λάιβ του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ένα ποδήλατο πάνω σε μια σανίδα «κρέμεται» πάνω από το μπαρ, ένα μπαντοντεόν πάνω από την είσοδο, δίπλα ένας vintage χάρτης της Ελλάδας, δεκάδες κάδρα στους τοίχους και μικροαντικέιμενα στα ράφια, κάπως σαν να έχεις μπει σ’ ένα παλαιοπωλείο. Η ορχήστρα, χωμένη στο βάθος του μαγαζιού, πέντε-έξι άτομα, δυο κλαρίνα, ένα τουμπελέκι, μια κιθάρα (μπουζούκι δεν υπάρχει εδώ), παίζει ένα κράμα ηπειρώτικων πολυφωνικών τραγουδιών κι ενός χαοτικού ψυχεδελικού αυτοσχεδιασμού, που δεν το συναντάς εύκολα αλλού στην Αθήνα.

 

Στην ανοιχτή κουζίνα που βρίσκεται πίσω από το μπαρ ο ιδιοκτήτης βράζει φασόλια στα τσικάλια και τηγανίζει κεφτεδάκια, φορώντας μπλούζα Ramones. Τα φώτα αναβοσβήνουν. Πάνω στο μεγάλο κρεσέντο της μπάντας το μαγαζί σχεδόν συσκοτίζεται και μια αλλόκοτη έξαψη πλανάται στην ατμόσφαιρα. Στα ασφυκτικά στριμωγμένα τραπέζια οι παρέες μοιράζονται φαγητά, ρακές, ουίσκια.

 

Εγώ δεν τα πήγαινα ποτέ καλά με αυτό που λέμε "παλιός ελληνικός κινηματογράφος". Δεν με ενδιέφερε καθόλου και με εκνευρίζει ο τρόπος που μιλάνε σήμερα γι' αυτόν. Έτσι αποσιωπάται ένας πράγματι καλός κινηματογράφος, όπως οι ταινίες που έκανε ο Τζαβέλλας, ατελέσφορες μέσα σε ένα περιβάλλον τύπου Φίνος.

 

Ο Τάκης κάθεται σε μια γωνιά. Μερικοί τον βγάζουν φωτογραφία με τα κινητά τους. Ο Αντρέας της Γλυκιάς Συμμορίας, ο Μπαλούρδος της Λούφας και Παραλλαγής, ο «φύλακας» της Πρωινής Περιπόλου, ο Αγαπούλας της γνωστής διαφήμισης, όλοι ιδιοσυγκρασιακοί ρόλοι που τους υποστήριξε ιδανικά μια από τις πιο χαρακτηριστικές φάτσες του ελληνικού σινεμά της τελευταίας τριαντακονταετίας. Αυθεντικά λαϊκός, αλλά ταυτόχρονα πολύ «διαβασμένος», έχει εμβαθύνει στην τζαζ και στο ανεξάρτητο σινεμά, ένας ηθοποιός από αυτούς που θα ήθελε να έχει κάθε σκηνοθέτης.

 

«Γεννήθηκα στην Αίγινα, αλλά δεν άντεξα και πολύ εκεί. Ήταν ένα μέρος όπου κυκλοφορούσες στην παραλία αγκαλιά με το τίποτα. Έφυγα στα 14 μου και πήγα στον Πειραιά, όπου με φιλοξενούσε η γιαγιά μου. Όλη μου την εφηβεία εκεί την έζησα. Ήταν μια άγρια εποχή.. Υπήρχε παντού ένταση. Η ένταση μιας εποχής που ήταν πολιτικοποιημένη και μαζί η ένταση της ηλικίας. Έκανα πολλές δουλειές για να επιβιώσω. Σε εστιατόρια, μπαρ και μια δουλειά που την είχε ένας μπάρμπας, όπου έκατσα πολλά χρόνια: χαράκτης, ξέρεις σφραγίδες και τέτοια. Ώσπου κάποια στιγμή είπα, ρε παιδί μου, ότι δεν μπορεί ο κόσμος να είναι τόσο άσχημος. Και πήγα και γράφτηκα σ’ ένα ωδείο για να μάθω μουσική. Πολύ γρήγορα κατάλαβα πως μ’ ενδιέφερε περισσότερο η δασκάλα και όχι το πιάνο. Κατάλαβα δηλαδή ότι δεν το είχα».

 

Ήταν η εποχή που ο Τάκης άρχισε ν’ ακούει τους μεγάλους κλασικούς τζαζίστες, τον Duke Ellington, τον Ben Webster, τον Johnny Hodges, τον John Coltrane, τον Charlie Parker, και να βλέπει μετά μανίας τις ταινίες των Otto Preminger, Sam Peckinpah, Robert Altman, Robert Aldrich. Στον Πειραιά σύχναζε σ’ ένα μπαράκι ονόματι Hungry Years («Το είχε ένας παράξενος τύπος. Ήταν κοντά στο λιμάνι, ξέρεις, καράβια, έμπα, φεύγα. Εκεί πήγαινα»). Στα 18 προσπάθησε να πάει στο Λονδίνο να σπουδάσει ηθοποιός. Δεν τα κατάφερε, δεν είχε τα χρήματα. Γύρισε πίσω και πήγε στην σχολή του Εθνικού.

 

«Εμένα δεν μ’ ενδιέφερε να γίνω ηθοποιός, σκηνοθέτης ήθελα να γίνω. Εκεί πήγα απλώς για να μάθω κάτι». Και μετά ήρθε η Γλυκιά Συμμορία, μια ταινία-σταθμός του ελληνικού ανεξάρτητου σινεμά και μια από τις καλύτερες που έχουν γυριστεί ποτέ. «Κατάλαβα, διαβάζοντας το σενάριο, ότι ο Νικολαΐδης έψαχνε έναν ήρωα που να είναι αυθεντικός. Αυτό του έλειπε δηλαδή από την ταινία. Και παρότι ήμουν 23-24 χρόνων, το είχα καταλάβει. Συνεργαστήκαμε εξαιρετικά. Η ταινία κύλησε νερό. Ο Νικολαΐδης είχε ήδη βάλει μια άλλη θεματολογία στο τραπέζι του ελληνικού σινεμά με τα Κουρέλια.

 

Σε μια εποχή που όλοι οι αριστεροί γύριζαν ταινίες με βελέντζες στο κεφάλι, αυτός πρότεινε κάτι τελείως διαφορετικό. Αυτό είναι που εκτιμώ στον Νικολαΐδη. Αυτές τις μούρες, αυτά τα παιξίματα. Δεν ήταν ο μοναδικός στο κόσμο, απλώς στην Ελλάδα ήταν πρωτοπόρος». Πέρασε από διάφορα κόμματα, αλλά σε κανένα δεν στέριωσε, δεν άντεξε την παραμικρή μορφή εξουσίας. «Ενημερωμένος ήμουν και μελετούσα και μαρξισμό και τα λοιπά. Δεν πήγαινα δηλαδή σε μια στρούγκα μέσα. Μέχρι που αποδείχτηκε ότι ιδεολογικά απέχω πάρα πολύ. Δεν συμφωνούσα σε τίποτα κι έφυγα πολύ νωρίς. Τότε είχα αντιγράψει και μια φράση του Τσβάιχ. Όταν ρωτούσαν τον Τσβάιχ για την Οκτωβριανή Επανάσταση έλεγε πως: «Ασχολήθηκα με κάτι πάρα πολύ ωραίο στη ζωή μου, μα πάρα πολύ ωραίο, και μάλιστα ξεμέθυστος, και μετά από τέσσερα χρόνια ξαναγύρισα στο αλκοόλ».

 

Φαντάρος πήγε στα είκοσι, στο Νεοχώρι Ορεστιάδας. «Νόμιζες ότι ήσουν στην Ινδία. Οι αγελάδες κυκλοφορούσαν μόνες τους. Δεινοπάθησα, δεν τα πέρασα καλά. Ήμουν συνεχώς αξύριστος, έτρωγα φυλακές συνέχεια και λέω κάποια στιγμή, θα κάτσω πέντε χρόνια εδώ μέσα, κι εκεί απάνω με απάλλαξε ο πατέρας μου δυστυχώς, χωρίς βέβαια να το θέλω. Πέθανε, βγήκα προστάτης και απολύθηκα». Στα ‘80s το πεδίο δράσης του Σπυριδάκη παραμένει ο Πειραιάς. Κουτούκια στο Πέραμα, καφενεία στη Δραπετσώνα, τσίπουρα, τζαζ και underground. «Ε, μετά ανεβαίναμε και Εξάρχεια, στο Dada, στην Ίντριγκα, στην Καλλιδρομίου και σε κάτι υπόγεια μπιλιαρδάδικα στη Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί γνώριζες τρομερό κόσμο, ροκαμπιλάδες, ό,τι να ‘ναι». Τα καλοκαίρια στα νησιά, χύμα μ’ έναν σάκο, όπου γης και πατρίς.

 

«Πηγαίναμε στην Ανάφη, όταν υπήρχε μόνο ένα σπίτι κι ένας γλάρος. Και στη Νίσυρο. Εγώ ήμουν και καλός μπάρμαν, οπότε έβρισκα και μια δουλεύα εκεί και περνούσε ο καιρός». Το 1989 θα εκπληρώσει για πρώτη φορά το εφηβικό του όνειρο. Θα γυρίσει την πρώτη του ταινία, τη μικρού μήκους Βέρα Κρουζ, που θα πάρει το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στη Δράμα και το 1994 τον Κήπο του Θεού, με τον οποίο θα σαρώσει τα βραβεία στη Θεσσαλονίκη, αποσπώντας συνολικά επτά. «Η ταινία πραγματευόταν έννοιες όπως τι είναι άνθρωπος μέσα σ’ ένα περιβάλλον εγκλεισμού, φυλακής. Δεν είχε να κάνει με τη φυλακή στην ουσία. Πήρε πολλά βραβεία και εδώ και στο εξωτερικό, αλλά τι να τα κάνεις τα βραβεία, αν δεν έχεις τοίχο να τα κρεμάσεις. Η φωτιστική φόρμα της ταινίας ήταν εμπνευσμένη από τους πίνακες του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Η τοποθέτηση των ηρώων στο φως είναι στη λογική που χρησιμοποιεί ο Θεοτοκόπουλος. Από άλλους ζωγράφους μου αρέσουν πολύ ο Καντίνσκι, ο Χουάν Μιρό, ο Βαν Γκονγκ και φυσικά ο Σεζάν και ο Ρεμπράντ".

 

Αυτή την περίοδο προσπαθεί να συγκεντρώσει τα κεφάλαια για να γυρίσει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το I have a dream. «Aυτή η ταινία αφορά ακραίες συνθήκες, ανθρώπους που δεν ανήκουν στους ίδιους λαούς, προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς και δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Βρίσκουν έναν τρόπο να συνεννοηθούν μεταξύ τους, φορτώνονται σ’ ένα σαπιοκάραβο. Κανείς άνθρωπος δεν παρατάει το σπίτι του χωρίς να συμβαίνει κάτι πολύ κακό. Ούτε για το καλύτερο, ούτε για τον παράδεισο. Έχω βρει έναν ιδιωτικό φορέα στο Βέλγιο που είχαν δει τον Κήπο του Θεού και τους άρεσε και είμαι κοντά στο να καλύψω τη χρηματοδότηση. Εγώ δεν τα πήγαινα ποτέ καλά με αυτό που λέμε “παλιός ελληνικός κινηματογράφος”.

 

Δεν με ενδιέφερε καθόλου και με εκνευρίζει ο τρόπος που μιλάνε σήμερα γι’ αυτόν. Έτσι αποσιωπάται ένας πράγματι καλός κινηματογράφος, όπως οι ταινίες που έκανε ο Τζαβέλλας, ατελέσφορες μέσα σε ένα περιβάλλον τύπου Φίνος. Επίσης, ο Τάκης ο Κανελλόπουλος. Η λογική του. Η κινηματογραφική του άποψη. Και λέω ότι δεν μου άρεσε ο κινηματογράφος του Φίνου και του Δαλιανίδη, γιατί την ίδια εποχή υπήρχε δίπλα, ας πούμε, ο ιταλικός νεορεαλισμός, παραδίπλα η nouvelle vague, κάνανε θαύματα χωρίς να έχουν λεφτά. Κι εμείς καθόμασταν κι ασχολούμασταν με κάτι τύπους που κατεβήκαν απ’ το χωριό τους και δεν είχαν ιδέα από σινεμά». Τα φώτα ξανασβήνουν, ο Τάκης έχει μπει μέσα στην κουζίνα και πίνει σφηνάκια με τον ιδιοκτήτη που φοράει την μπλούζα Ramones. Στην τουαλέτα υπάρχει μια ταμπέλα που γράφει «Για την κρίση φιδέ και ακινησία».

 

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 2012.