Γνωστός στους περισσότερους σαν ο άνθρωπος που κινούσε το «Γρανάζι» της διασκέδασης για πάνω από 30 χρόνια στην Αθήνα, ο Γιώργος ξεδιπλώνει και μια άλλη μεγάλη του αγάπη.

 

Την δημιουργία κοστουμιών που του δίνουν την δυνατότητα να μπει με την φαντασία του μέσα σε ρόλους εποχές και καταστάσεις που πάντα ονειρευότανε.

 

―Σε βρίσκουμε εδώ στο βεστιάριο να ράβεις ρούχα. Για πες μου για τα κοστούμια αυτά.

Ξεκίνησα να τα κάνω από χόμπι και κάποια στιγμή το γύρισα στο επαγγελματικό. Μου άρεσε από πάντα. Πήγα σε μια σχολή και έκανα σεμινάρια και έτσι προέκυψε. Δεν ήταν δουλειά μου όμως. Αρχικά δούλευα σε ταπετσαρίες επίπλων, που είχανε κάτι σχετικό με την ραπτική. Μετά, το 1975, άνοιξα ένα μπαρ-εστιατόριο, το «Υπερείδης» στην Πλάκα, σ' ένα διώροφο νεοκλασικό. Στο ισόγειο ήταν το μπάρ, στον πρώτο όροφο το εστιατόριο. Ήταν γκέι και από τα καλύτερα της εποχής - το είχα πέντε χρόνια. Έκλεισε τότε επί Τρίτση, επειδή είχα άδεια κέντρου διασκεδάσεως και δεν επιτρεπότανε να υπάρχουν τέτοια μαγαζιά στην Πλάκα πλέον.

 

―Και  τι έκανες στην συνέχεια;

Ήμουν ρεσεψιονίστ σε ξενοδοχείο, και για να μπορώ να συμπληρώνω το εισόδημα μου έπαιζα σε σποτάκια στην τηλεόραση. Πρωτοξεκινούσε τότε όλο αυτό με τα μοντέλα και τις διαφημίσεις. Γνώρισα την Μαίρη τη Δρακοπούλου και μπήκα στο πρακτορείο της.

 

―Πώς είναι σαν δουλειά το modeling;

Το έβλεπα πάντα σαν βιοπορισμό και σαν μια δουλειά από την οποία ήθελα να βγάλω χρήματα. Δεν με ενδιέφεραν όλα τα άλλα. Δεν  είχα ιδιαίτερη φιλοδοξία να γίνω διάσημος ή να κάνω καριέρα...

 

―Με υφάσματα και ρούχα από μικρός ασχολείσαι;

Ναι, μάλιστα μικρός χαλούσα πολλά ρούχα και δικά μου και άλλων μέχρι να το κάνω επάγγελμα. Δεν έκανα βέβαια ποτέ ρούχα, ούτε τώρα κάνω. Μόνο στολές έφτιαχνα και φτιάχνω. Θέλω να ζωντανεύω ρόλους και καταστάσεις.

 

―Αυτό όμως δεν θέλει μελέτη;

Ναι, φυσικά δεν είναι απλό. Δεν αρκεί να έχεις μόνο καλό χέρι. Μελετάω σε βιβλία για την ιστορία της εποχής, την ιστορία των ρούχων,  βλέπω θέατρο, ταινίες...

  

Ένα βράδυ στο Γρανάζι έφυγε ενός το περουκίνι και έπεσε στο πάτωμα, και φώναξε ένας «ποντίκι!» και άρχισε να το κλωτσάει μέσα στο μαγαζί. Έγινε χαμός! Η άλλη έτρεχε με τα χέρια στο κεφάλι να κρατάει την φαλάκρα και ο άλλος έπαθε υστερία και κλοτσούσε το ποντίκι...

 

―Είναι ένα επάγγελμα που θεωρείται γυναικείο ή χωράνε εύκολα και οι άντρες σ' αυτό; Έχεις ακούσει ειρωνικά σχόλια επειδή ράβεις;

Όχι και δεν με έχουν αντιμετωπίσει ποτέ ρατσιστικά, απεναντίας πλέον έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στους άντρες ότι θα κάνουν καλύτερο το αποτέλεσμα... Δεν ξέρω γιατί.

 

―Ποια είναι τα ρούχα που σ' αρέσουν και σε γοητεύουν εσένα;

Μ' αρέσει πολύ η κλασσική περίοδος, επομένως τα κλασσικά ρούχα του 18ου και 19ου αιώνα. Και φυσικά τα καμπαρέ - κάνω πάρα πολλά τέτοια.

 

«Το 1975, αν από τη Σταδίου ως τον Απόλλωνα δεν έβρισκες γκόμενο ήσουν άχρηστος. Αν έφτανες δε στην Κλαυθμώνος και δεν είχες βρει, είχες τελειώσει!». Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr
«Το 1975, αν από τη Σταδίου ως τον Απόλλωνα δεν έβρισκες γκόμενο ήσουν άχρηστος. Αν έφτανες δε στην Κλαυθμώνος και δεν είχες βρει, είχες τελειώσει!». Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr

 

―Ποιο είναι το πιο περίεργο σ αυτήν την δουλειά;

Ότι έρχεται κόσμος και ζητάει πράγματα που δεν του πάνε. Έρχεται η άλλη, όχι με το κατάλληλο σώμα, και θέλει να ντυθεί σταρ, να γίνει Μέριλιν ενώ είναι 120 κιλά... Και θέλει να το κάνει χωρίς να βγάζει γέλιο, χωρίς να αυτοσαρκάζεται και αυτό είναι το πιο τραγικό - ότι το πιστεύει και το εννοεί.

 

―Λες στο κόσμο την αλήθεια;

Αυτό είναι το κακό ότι εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις είμαι ειλικρινής και με τη στάση μου αυτή διώχνω τον κόσμο.

 

―Ποια είναι η πελατεία σου;

Διάφορους έχω, δεν είναι στάνταρ. Έχω θεατρικά, πολλά παιδικά, έχω λίγα drag show... 

 

―Στις «Κούκλες» έχεις πάει;

Πολλές φορές και μ' αρέσουν πολύ είναι ειδικά ορισμένες που κάνουν  πάρα πολύ καλή δουλειά. Έχω δώσει στην Εύα και σε άλλα παιδιά μερικά ρούχα και με ικανοποίησε το αποτέλεσμα όταν το είδα στην σκηνή και φάνηκε και από την αποδοχή και το χειροκρότημα του κόσμου.

 

―Ως πότε πιστεύεις ότι θα ράβεις;

Δεν ξέρω πόσο μπορώ να την κάνω ακόμα αυτή την δουλειά γιατί είμαι και στα πλαίσια της συνταξιοδοτήσεως... Αλλά με ηρεμεί πολύ δεν με κουράζει καθόλου. Δεν μπορώ χωρίς να δουλεύω - με ευχαριστεί η δημιουργία και το να βλέπω την χαρά να αντικατοπτρίζεται στα μάτια του κόσμου όταν φοράνε κάτι που έχω κάνει εγώ. 

 

―Το «Γρανάζι» το έκανες για τον ίδιο λόγο, για να προσφέρεις χαρά;

Είχα κλείσει το άλλο στην Πλάκα, και ήταν σχεδόν η συνέχεια του. Το «Γρανάζι» για 28 χρόνια είναι το μακροβιότερο γκέι μαγαζί στον ίδιο χώρο, με το ίδιο όνομα. Τα περισσότερα, απ' ό,τι θυμάμαι, στα 15 χρόνια κλείνουν.

 

Το μαγαζί μου στέρησε άλλωστε τη ζωή μου ολόκληρη, παντού με ξέρανε, όπου και αν πήγαινα δεν ήμουν άγνωστος. Στερήθηκα και σεξουαλικά, ερωτικά γιατί αν μου άρεσε κάποιος και άρεσε και σε έναν πελάτη θα έκανα πάντα πίσω. Δεν έκανα τρελίτσες φιλιά και φλέρτ στο μαγαζί.

 

―Πώς πήρε την ονομασία του;

Όπως θα ξέρεις και εσύ όταν ψάχνεις ονόματα, είναι δύσκολο να αποφασίσεις και να καταλήξεις σε κάποιο. Λέγαμε όχι αυτό καλύτερο εκείνο, είχαμε στο νου μας ονόματα από νησιά, θεούς της μυθολογίας, Απόλλωνας, άλλα ονόματα όπως Κούρος, Γανυμήδης, αλλά τελικά δεν μας άρεσαν. Και μια μέρα, περνάει ένας φίλος (είχε κάνει και επιτυχία το τραγούδι της Γαλάνη το “Γυρίζει το γρανάζι” που έπαιζε στο ραδιόφωνο) και λέει «γιατί δεν το λέτε Γρανάζι»; Θέλαμε ελληνικό όνομα και έτσι το βρήκαμε. 

 

―Πότε άνοιξε το Γρανάζι και ποια ακόμα μαγαζιά υπήρχαν τότε;

Το 1983. Υπήρχε το Alexander, o Alekos... Όμως στην περιοχή, στην Λεμπέση ήμουν ο πρώτος που άνοιξε. Μετά από 2-3 χρόνια ήρθε το AIDS, φοβόντουσαν όλοι, και αυτό έπληξε τότε πολύ τα μαγαζιά... Επιβιώσαμε όμως τότε γιατί παρ όλα αυτά ο κόσμος συνέχιζε να βγαίνει και να διασκεδάζει, απλά έπρεπε να μάθει πλέον και να προφυλάσσεται.

 

―Την διασκέδαση πώς την θυμάσαι;

Υπήρχε περισσότερο χιούμορ. Κάναμε πολλά αστεία και ο κόσμος το ανεχότανε περισσότερο, δεν ήταν τόσο στημένος και δήθεν. Έβγαινε έξω για να διασκεδάσει να γελάσει και να περάσει καλά. Αντιθέτως τώρα είναι διαφορετικά τα πράγματα. Υπήρξε και εξέλιξη βέβαια, αλλά στο θέμα της αποδοχής δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγματα. Γίνανε απλά περισσότερο απελευθερωμένοι και έμεινε μόνο η απελευθέρωση. Μπορεί  να είναι και το ίντερνετ. Όταν δεν υπήρχε, θα αναγκαζόσουν να βγεις, να προσπαθήσεις να ψαχτείς, να βγεις έξω να πας στα πάρκα στα μαγαζιά. Ήταν μια ανάγκη που έπρεπε να καλύψεις.

 

―Έπινες;

Όχι καθόλου, και πιστεύω ότι ένας επαγγελματίας δεν μπορεί να πίνει αν θέλει να βλέπει σωστά την δουλειά του. Δεν έχεις μόνο να αντιμετωπίσεις το χαβαλέ και τους πελάτες, πρέπει να έχεις τον απόλυτο έλεγχο του μαγαζιού και του προσωπικού. 

 

―Πριν κάνεις τα μαγαζιά, όταν ήσουν νεότερος, πού γινότανε το φλερτ;

Μιλάμε για το 1975... Τότε αν από τη Σταδίου ως τον Απόλλωνα δεν έβρισκες γκόμενο  ήσουν άχρηστος. Αν έφτανες δε στην Κλαυθμώνος και δεν είχες βρει είχες τελειώσει. Ήταν τόσο έντονο και τόσο απλό τότε και υπήρχαν και πολλοί χώροι. Τα χαμάμ το Iras - και στο παλιό θέατρο Κοτοπούλη είχε κι ένα άλλο. Πηγαίναμε και σινεμά στο Παλλάς, ήταν κανονικό σινεμά και το παιχνίδι γινότανε στον εξώστη. Είδα 12 φορές το «Ωραία μου κυρία» η ταμίας έλεγε «Mα το είδατε εχτές» της έλεγα ότι μου άρεσε πολύ! Το εμπέδωσα δε τόσο, που στο τέλος έραψα και τα ρούχα του έργου, απ έξω το ήξερα. Πάρκα δεν πήγαινα ποτέ εγώ αλλά πήγαινε κόσμος και υπήρχαν και μαγαζιά στο Μοναστηράκι πάρα πολλά.

 

 Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr
Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr

 

―Τι έχεις να θυμάσαι από το Γρανάζι ;

Πολλά περιστατικά, ευτράπελα και πολύ χιούμορ. Ο χαβαλές και η πλάκα μου έμειναν από τα πρώτα 15 χρόνια. Μετά αρχίσανε και παρεξηγιόντουσαν πιο εύκολα και σταμάτησε αυτό. Πέρασε πολύς κόσμος, πάρα πολύς, άσημοι διάσημοι χαμός γινότανε. Πολλά ευτράπελα τότε. Ένα βράδυ έφυγε ενός το περουκίνι και έπεσε στο πάτωμα και έτσι όπως ήταν φώναξε ένας «ποντίκι!» και άρχισε να το κλωτσάει μέσα στο μαγαζί. Έγινε χαμός! Η άλλη έτρεχε με τα χέρια στο κεφάλι να κρατάει την φαλάκρα και ο άλλος έπαθε υστερία και κλοτσούσε το ποντίκι...

Η επιτυχία του μαγαζιού πιστεύω ότι ήταν το τσαλάκωμα του εαυτού μου. Με κουρδίζανε και εγώ έκανα ό,τι θέλανε και ό,τι έπρεπε. Κρατούσα τον κόσμο μέσα στο μαγαζί με το να μην το παίζω. Μού έβγαινε από ένστικτο. Μέσα στο μαγαζί δουλειά μου ήταν να είμαι χαρούμενος, να μην είμαι προσβλητικός ή απαιτητικός, να μην βάζω το εγώ μπροστά μου και να τρώω πολλά και να μην τα δίνω σημασία.

 

―Φίλους έχεις από τότε;

Ήταν σαφώς περισσότεροι τότε όταν το μαγαζί ήταν στα πάνω του - τώρα έμειναν ελάχιστοι. Ήξερα γιατί με θέλανε, και ότι με ζήλευαν. Άκουσα πολλές κακίες που δεν καταλάβαινα το λόγο ύπαρξης τους. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι μόνο ο επιχειρηματίας τα χαι και τα χούι, αλλά ότι έχει ένα σωρό άλλα πράγματα πίσω του να σκεφτεί και ότι είναι και άνθρωπος που έχει τα δικά του.

 

―Πότε έκλεισε το Γρανάζι;

Το 2009 γιατί κουράστηκα πλέον μετά από τόσα χρόνια. Έπρεπε να κοιτάξω και λίγο τον εαυτό μου. Επίσης το κακό όταν έχεις τόσα χρόνια μαγαζί είναι ότι οι πελάτες μου λέγανε  «όλο μεγάλους έχεις» και τους έλεγα «πόσο ήσουν όταν ήρθες στο μαγαζί;», μου λέγανε 23 και τους έλεγα τώρα είσαι 53 - «δεν το σκεφτήκαμε ποτέ έτσι» μου απαντούσαν. Με τον καιρό δηλαδή το μαγαζί απέκτησε μεγάλους σε ηλικία θαμώνες, μεγάλωσαν όλοι και κουράστηκαν. Βέβαια ερχόντουσαν και μικροί στο μαγαζί, με αγαπούσαν ειδικά εμένα πάρα πολύ.  Το Γρανάζι κράτησε 30 χρόνια και ήταν πάρα πολλά. Πρέπει κάποια στιγμή να αποσύρεσαι να φεύγεις αξιοπρεπώς, και νομίζω ότι αξιοπρεπώς, απ' ό,τι λένε, έφυγα.

 

―Η μοναξιά σε φοβίζει;

Όχι καθόλου. Πάντα ήμουν μοναχικός, ανεξάρτητα αν στο μαγαζί ήμουν με πάρα πολύ κόσμο μιλούσα με πάρα πολύ κόσμο. Δεν είχα μεγάλο έρωτα και δεν έχω συμβιώσει ποτέ. Είμαι αλλοπρόσαλλος, ήταν ίσως και η δουλειά τέτοια... Δεν είμαι πάντωςτης συντροφικότητας, δεν το έψαξα ποτέ και δεν το είχα ανάγκη. Είμαι λίγο περίεργος εγώ. Δεν θέλω κανέναν.

 

―Έχεις νιώσει ποτέ ότι σε κοιτάνε περίεργα η σου φέρονται κάπως επειδή είσαι μεγάλος; Πώς είναι η συμπεριφορά των γκέι απέναντι σου;

Όχι δεν έχω νιώσει αρνητικά, απεναντίας -αν και ούτε και εγώ το περίμενα- υπάρχει κάποιος σεβασμός.  Όχι στο μεγάλος, αλλά στο ότι ήμουν αυτός που ήμουν τριάντα χρόνια γι' αυτούς που με ξέρουν, για τους άλλους ρωτάνε ποιος είμαι και υπάρχει ενδιαφέρον. Δεν έχω νιώσει παραγκωνισμένος ευτυχώς.

 

―Για έναν άνθρωπο στα 65 το να είναι γκέι στην Ελλάδα είναι εύκολο;

Έχουν φύγει τα νιάτα , μεγαλώνεις το σώμα φθείρεται αλλά πρέπει να συμβιβαστείς με αυτό για να μην χάσεις το παιχνίδι. Να πεις αυτός είμαι σας αρέσω δεν σας αρέσω. Έχω συμβιβαστεί απόλυτα και με το κορμί μου και ότι είμαι στην ηλικία που είμαι, και έτσι δεν παίρνω χάπια - αλλιώς θα είχα καταλήξει με χάπια, θα έπαιρνα με τις χούφτες. Έτσι σε αποδέχονται και πιο εύκολα όταν τους λες αυτός είμαι. 

 

 Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr
Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr

 

―Μετά τα 60, τι όνειρα μπορείς να έχεις ;

Να περνάω καλά. Τι σχέδια να έχω στα 60; Tα έκανα στα 30 μου τώρα να περνάω καλά όπως μ' αρέσει. Έχω την άνεση να κάνω αυτό που μου αρέσει, στο Γρανάζι δεν είχα αυτήν την άνεση.  Τώρα καλά να είμαστε, καλημέρα ζωή καληνύχτα ζωή. Αυτό. Να είμαι υγιής και να πατάω στα πόδια μου. Δεν είχα ανασφάλειες ποτέ παρά μόνο όταν μου τις δημιουργούσαν οι άλλοι.

 

―Δεν σε τρομάζει η μοναξιά;

Όχι.

 

―Έχεις κατοικίδιο;

Μ αρέσει να τα βλέπω από μακριά και μόνο.

 

―Λίγο οξύμωρο για έναν άνθρωπο τόσο κοινωνικό;

Αυτό ήμουν μόνο στο μαγαζί. Αυτό έπρεπε να είμαι, δεν έλεγα ψέματα, δεν πρόσβαλα κανέναν, αλλά έλεγα αυτά που θελαν να ακούσουν, έκανα αυτά που θέλανε να δουν. Ο  επαγγελματίας στο χώρο του είναι και ένας ρόλος. Ήμουν κοινωνικός, έκανα τις δημόσιες σχέσεις μου αλλά πάντα μέσα στο μαγαζί, ποτέ έξω. Το σπίτι μου ήταν χώρος δικός μου και δεν έβαζα κάποιον εκεί γιατί πρέπει. Το πρέπει το έκανα στο μαγαζί όχι στο σπίτι. Το μαγαζί μου στέρησε άλλωστε τη ζωή μου ολόκληρη, παντού με ξέρανε, όπου και αν πήγαινα δεν ήμουν άγνωστος. Στερήθηκα και σεξουαλικά, ερωτικά γιατί αν μου άρεσε κάποιος και άρεσε και σε έναν πελάτη θα έκανα πάντα πίσω. Δεν έκανα τρελίτσες φιλιά και φλέρτ στο μαγαζί. Από  ένα σημείο και μετά μπορεί να έκανα και φλέρτ και τρελίτσες να τις πω, και να νομίζανε ότι κοροϊδεύω και ότι τους πειράζω αλλά εγώ να το εννοούσα και σοβαρά.  Με φοβόντουσαν κιόλας - ο ιδιοκτήτης καίγεται σε ένα τέτοιο μαγαζί.

 

―Τι έκανες μετά από μια πολύ έντονη βραδιά στο μαγαζί;

Πήγαινα μόνος μου και έπινα έναν καφέ στο Κολωνάκι. Δεν ήθελα να βλέπω κανέναν να ακούω μουσική να έχω γύρω μου άνθρωπο. Μ' άρεσε να είμαι μόνος εκείνη την ώρα. Είμαι περίεργος άνθρωπος. Κανείς δεν το πιστεύει ότι εγώ θα μπορούσα να είμαι τόσο μοναχικός.

 

―Τώρα είσαι εδώ, στα ρούχα. Πιστεύεις ότι τα ρούχα είναι δημιουργία ρόλου;

Ναι, αλλάζει η ψυχολογία των πελατών. Μπαίνουν αλλιώτικοι και όταν το φοράνε προσπαθούν να μιμηθούν το ρόλο που πρέπει να επιτελέσουν. Είναι η ανάγκη να γίνουμε το κάτι άλλο, και άλλο φύλο και άλλη εποχή και άλλος ρόλος και τα απωθημένα του καθενός που θα ήθελε να είναι ιππότης ή ταυρομάχος, γυναίκα ή άντρας.

 

―Αν έραβες για σένα τι θα ήταν αυτό;

Εγώ το ρούχο δεν αφήνω να με φορέσει αλλά το φοράω. Και όποτε έχω βάλει στολή έχει γίνει χαμός και μπορούν να στο πούνε όλοι αυτό. Ήταν πάντα μοναδικά αυτά που έκανα για μένα...

 

―Πόσα ρούχα έχουν ράψει αυτά τα χέρια ;

Καμιά χίλια πρέπει να είναι. Συνολικά οι στολές είναι 4.000 έχω φέρει και από εξωτερικό τα μαζεύω για πάνω από 15 χρόνια.

 

―Έρωτας υπάρχει;

Απαπαπα μακριά από μένα.

 

 

 Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr
Φωτ.: Γιώργος Στριφτάρης / LIFO.gr

 

Sampa  βεστιάριο / Κορδικτώνος 33 / 2108259421

Φωτογραφίες: Γιώργος Στριφτάρης