Ο Άρης Σκιαδόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Εργάστηκε σε μεγάλες εφημερίδες, περιοδικά και ραδιοφωνικούς σταθμούς, όπως η «Απογευματινή», το «Έθνος», η «Πρώτη», ο «Ταχυδρόμος», ο Flash, o Αθήνα 9,84, αλλά και στην τηλεόραση της ΕΡΤ, κάνοντας τις εκπομπές «Νυχτερινός Επισκέπτης», «Δρόμοι» και «Πρωινά».


«Με μια πένα βιοπορίστηκα και οδοιπόρησα εν τω βίω, χωρίς ποτέ να θεωρήσω ότι ο δημοσιογράφος είναι τίποτα περισσότερο από ένας βιοπαλαιστής. Απλώς αποτελεί πάντα το εφαλτήριο, τον αγωγό, απ' όπου αποκτά δημοσιότητα η αγωνία της κοινωνίας» έχει γράψει.


Πήρε συνέντευξη από σπουδαίους καλλιτέχνες και διανοούμενους, έγραψε χιλιόμετρα λέξεων, πρωταγωνίστησε στο ρεπορτάζ και έγραψε τρία βιβλία. Κάποτε δεν δίστασε ακόμη και να μπαρκάρει σε γκαζάδικο για μια συνέντευξη που πήρε από τον εφοπλιστή Σήφη Κολοκοτρώνη.

 

Η απόφαση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να δώσει τις τηλεοπτικές άδειες στους εκδότες, είναι κάτι που δεν έχει γίνει πουθενά αλλού στο κόσμο. Αυτό το διάταγμα αποτέλεσε βιασμό του δημοκρατικού αισθήματος.


Τον συνάντησα ένα καλοκαιρινό απόγευμα στο πατρικό του στο Κουκάκι. Τον τελευταίο χρόνο ταλαιπωρείται από ένα ισχαιμικό επεισόδιο, γεγονός που επηρέασε κατά πολύ την καθημερινότητά του, αλλά ο ίδιος το είδε ως μια ευκαιρία γόνιμης ενδοσκόπησης.

 

Στις πρώτες κουβέντες που κάνουμε όσο περπατάμε προς ένα κοντινό καφέ μού αφηγείται το περιστατικό της ασθένειάς του. «Όλα ξεκίνησαν όταν μια μέρα, καθώς είχα αποχαιρετήσει τη σύντροφό μου στο Σύνταγμα, γυρνούσα με το ποδήλατο στο σπίτι μου. Κάποια στιγμή, στην περιοχή της Πλάκας, έπεσα και συνειδητοποίησα ότι είχε συμβεί κάτι πολύ σοβαρότερο από ένα απλό χτύπημα.

 
Άκουσα συνομιλίες και θυμάμαι χαρακτηριστικά μια γυναικεία φωνή να λέει "είναι ο Άρης Σκιαδόπουλος, καλέστε ασθενοφόρο". Τελικά, αυτή που με αναγνώρισε ήταν η Άννα Παναγιωταρέα.


Στη συνέντευξη που ακολουθεί προχωρά σε έναν απολογισμό ζωής, θυμάται γεγονότα, στιγμές και συναντήσεις που του έμειναν ανεξίτηλες, εκφράζει χωρίς δισταγμό τις απόψεις του, τις υπερασπίζεται με πάθος, μιλά για τη χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας και εξακολουθεί να πορεύεται με την ίδια αισιόδοξη αντίληψη για τη ζωή.

 

— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε;

Γεννήθηκα το 1946 στην Κέρκυρα. Ο πατέρας μου ήταν φαροφύλακας στο φρούριο του νησιού. Αργότερα φύγαμε από κει, όταν πήρε μετάθεση για το Μεσολόγγι, όπου μείναμε έως τα δεκατέσσερά μου. Ύστερα ήρθαμε στην Αθήνα.


— Τι σας διαμόρφωσε ως παιδί;

Η θάλασσα. Μεγάλωσα σε μια περιοχή του Μεσολογγίου, το Βασιλάδι, ένα πολύ μικρό νησί στην είσοδο της λιμνοθάλασσας. Ήταν κοντά στον Άγιο Σώστη και στον φάρο όπου εργαζόταν ο πατέρας μου. Εκεί, σ' αυτόν το γοητευτικό υγρότοπο με το υπερφυσικό όργιο αποχρώσεων του ηλιοβασιλέματος, τα διβάρια αλλά και τις ξύλινες καλύβες με τους ψαράδες ‒ εκείνοι με πήγαν στο πρώτο μπουρδέλο στο Αιτωλικό και εκείνοι μου έμαθαν το πρώτο στριφτό τσιγάρο με λαθραίο καπνό Αγρινίου.


— Ποια ήταν η πρώτη στιγμή που είπατε ότι θέλετε να γίνετε δημοσιογράφος;

Ένιωθα πάντα μέσα μου την ανάγκη της έκφρασης. Στην αρχή με γοήτευε η δουλειά του ηθοποιού. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας υπήρχε ένας πρόεδρος των κρατικών θεάτρων, ο οποίος ήταν θείος μου. Ένα μεσημέρι τού είπα ότι ήθελα να παρακολουθήσω κάποια μαθήματα και μου απάντησε ότι χρειαζόταν να δώσω εξετάσεις, κάτι που φυσικά δεν έκανα.


Όμως, είχα βρεθεί αρκετές φορές ανάμεσα σε ηθοποιούς και είχα διαπιστώσει ότι πρόκειται για έναν κόσμο ματαιόδοξο, ο οποίος δεν απαντούσε στις δικές μου ανησυχίες. Τότε αποφάσισα να γίνω δημοσιογράφος.

 

Ένιωθα πάντα μέσα μου την ανάγκη της έκφρασης. Φωτο: Φίλιππος Λεμονής/LIFO
Ένιωθα πάντα μέσα μου την ανάγκη της έκφρασης. Φωτο: Φίλιππος Λεμονής/LIFO


— Πώς μπήκατε στον χώρο αυτόν, μια εποχή που ήταν απροσπέλαστος;

Έπρεπε να έχεις μέσον, αλλά νομίζω ότι στάθηκα τυχερός. Μέσω μιας καθαρίστριας που γνώριζε η μητέρα μου βρέθηκα στην «Απογευματινή». Μέσα σε έναν χρόνο πέρασα από όλα τα ρεπορτάζ, χωρίς να λάβω καμία αμοιβή. Εκεί ήταν ο Αλέκος Φιλιππόπουλος, ο οποίος, επειδή είχα διακριθεί από εκείνη την ομάδα, μου ανακοίνωσε ότι θα με έβαζε στο μισθολόγιο.


Το βράδυ, καθώς επιστρέφαμε με τα πόδια από την εφημερίδα μαζί με τον Γιώργο Γκιώνη, μου παραπονέθηκε ότι εγώ καλά τα είχα καταφέρει κι εκείνος όχι. Τότε του είπα «δεν πειράζει, μπες εσύ». Στη ζωή μου πήρα ανεξίτηλες αποφάσεις που ίσως υπαγόρευε η στιγμή ή το ήθος μου.


Μαζί μας ήταν και ο Κώστας Χαρδαβέλλας. Του είπα ότι υποσχέθηκα στον Γκιώνη πως θα προσληφθεί εκείνος και του ανακοίνωσα ότι θα φύγω. Τότε ο Κώστας μου πρότεινε να πάω στον κουμπάρο του, τον Γιάννη Καψή, ο οποίος μόλις είχε βγει από τη φυλακή και ήταν διευθυντής του «Ταχυδρόμου».

 

Δεν μου έδωσε καμία σημασία και με παρέπεμψε στον διευθυντή σύνταξης, ο οποίος μου είπε να ετοιμάσω περίπου πέντε θέματα και να ξαναπάω για να τα προτείνω. Του απάντησα: «Μη συνεχίζετε, δεν έχω περιθώρια να παίζω με τη ζωή μου. Θέλετε να σας προτείνω ένα θέμα που έχω κι αν σας κάνει, καλώς, αν όχι δεν πειράζει;».

 
Το θέμα εκείνο είχε τίτλο «Φοβόμαστε τους Αμερικανούς» και αναφερόταν στην περίοδο κατά την οποία ναύτες του αμερικανικού στόλου χτυπούσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Τελικά, το θέμα δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο κι έτσι ξεκίνησε το ταξίδι στη δημοσιογραφία.


— Πιστεύετε ότι διδάσκεται η δημοσιογραφία;

Είμαι εναντίον όλων αυτών των σχολών που υποτίθεται ότι σου μαθαίνουν πώς να γίνεις δημοσιογράφος. Η δημοσιογραφία μαθαίνεται πρώτα απ' όλα στην εφημερίδα ή στο περιοδικό. Το μεγάλο προσόν ενός δημοσιογράφου είναι αυτό της γραφής, να μπορεί να μεταδίδει την πληροφορία είτε σε εικόνα είτε σε συναίσθημα.


— Ποιοι ήταν οι καθοριστικοί σταθμοί μεταπολιτευτικά για τη δημοσιογραφία;

Καταρχάς, η απόφαση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να δώσει τις τηλεοπτικές άδειες στους εκδότες, κάτι που δεν έχει γίνει πουθενά αλλού στο κόσμο. Αυτό το διάταγμα αποτέλεσε βιασμό του δημοκρατικού αισθήματος.


Πέραν του ότι συγκεντρώθηκε όλη η εξουσία στα χέρια τους, καταδίκασαν σε αφάνεια και μαρασμό τον ελληνικό Τύπο στο σύνολο του. Οι ίδιοι οι εκδότες έπαψαν να είναι ανταγωνιστικοί με την τηλεόραση και η εφημερίδα τελείωσε, οικονομικά και ποιοτικά.

 

Ο δεύτερος σταθμός ήταν η έκδοση του «Έθνους» με τη μορφή του ταμπλόιντ που καθιέρωσε ο Αλέκος Φιλιππόπουλος. Η τελευταία γενιά που εκπαιδεύτηκε με αυτά τα πρότυπα ήταν εκείνη της εφημερίδας «Πρώτη». Θυμάμαι, είχαν έρθει περίπου εβδομήντα άτομα ώστε να προσληφθούν κάποιοι απ' αυτούς.

 
Επειδή ήταν δύσκολη η θέση μου λόγω του ότι ο καθένας έστελνε τον γνωστό του, τους είπα να έρθουν την επόμενη μέρα το πρωί, κρατώντας όλοι την ίδια εφημερίδα, και να γράψουν το μικρότερο κείμενο για το θέμα του σαλονιού που φιλοξενούσε η εφημερίδα.


Προσλαμβανόταν εκείνος που πληρούσε όλα τα κριτήρια ποιότητας και περιεχομένου στο κείμενό του με τις λιγότερες λέξεις.


— Σήμερα θεωρείτε ότι οι εκδότες εξυπηρετούν συμφέροντα;

Πάντοτε οι εκδότες παρενέβαιναν στον πολιτικοκοινωνικό χώρο. Απλώς τώρα οι όροι είναι πιο ωμοί σε σχέση με το παρελθόν. Πίσω από κάθε Λαμπράκη ή Μπόμπολα υπήρχε ένα άρωμα δημοσιογραφίας, μια ελευθερία έκφρασης και όχι η ωμότητα που κυριαρχεί σήμερα, όπως, για παράδειγμα, το να στέλνει ιδιοκτήτης μέσου ενημέρωσης ελικόπτερο για να παραλάβει τον αρχηγό αξιωματικής αντιπολίτευσης ή άλλος εκδότης να είναι υπόδικος για εγκλήματα ποινικού δικαίου. Δεν υπάρχει κανένα μέτρο.


— Ποια είναι η άποψή σας για το σύνθημα «αλήτες - ρουφιάνοι - δημοσιογράφοι» ;

Σε έναν μεγάλο βαθμό έχει βάση το σύνθημα. Υπάρχει μια αντίληψη για τους δημοσιογράφους ότι έχουν αναπτύξει εκλεκτικές σχέσεις με την εξουσία κι έχουν απομακρυνθεί από τον λαό. Η δική μας γενιά ήταν πάντα μαζί με τον λαό και στις διαδηλώσεις τρώγαμε κι εμείς ξύλο. Δεν γίναμε δημοσιογράφοι για να κάνουμε παρέα με εφοπλιστές ή για να συναντιόμαστε τα βράδια στα μπαρ και να παριστάνουμε τους γκόμενους.


— Σε σχέση με την εποχή μας, είχε περισσότερο κύρος το επάγγελμα;

Φυσικά. Όταν κάποτε έκανα μια έρευνα για τη μόλυνση του περιβάλλοντος και βρέθηκα στα γραφεία μιας βιομηχανίας, περίμενα στην είσοδο του γραφείου και, όταν βγήκε ο βιομήχανος, αναρωτήθηκε: «Εσείς είστε ο κ. Σκιαδόπουλος;» Είχε τόση δύναμη το χειρόγραφο, που δεν μπορούσε να με ταυτίσει με το παρουσιαστικό μου. Επομένως, το κύρος μάς το έδινε και η γραφή και το έντυπο που υπηρετούσαμε.


Έχει σημασία, λοιπόν, ότι πίσω από τη LiFO βρίσκεται ένας Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, γιατί ο Στάθης είναι ένας άνθρωπος που, αν διαβάσεις τα κείμενα και τις συνεντεύξεις του, ακτινογραφεί όχι μόνο τον άλλον αλλά και την κοινωνία. Δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι που κάνουν συνεντεύξεις όπως αυτές του Στάθη ή της Όλγας Μπακομάρου. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ταλέντα αλλά γιατί δεν έχουν καμία καθοδήγηση.


Πάντοτε έλεγα σε όλους τους νεότερους δημοσιογράφους: «Με το χειρόγραφό σας πρέπει να καυλώνετε τον αναγνώστη, το αν θα χύσει είναι δικό του πρόβλημα». Αν γράψεις ένα κείμενο και καταφέρεις τον αναγνώστη να φτάσει στο τέλος, λέγοντας ότι αυτό το έγραψε ο Πανταζόπουλος, έχεις κερδίσει. Γι' αυτό και η τηλεόραση πιστεύω ότι μπορεί να αξιώνει, αλλά δεν καταξιώνει.


— Τι συμβουλή θα δίνατε σήμερα στους νέους δημοσιογράφους;

Να αμφισβητούν ακόμα και τον εκδότη τους, γιατί τότε θα τον προσέξουν και οι αναγνώστες και ο εκδότης τους. Και να μην πιστέψουν ποτέ ότι κάπου έφτασαν, διότι όσο ψηλά κι αν είσαι, σίγουρα θα σε παρασύρει ένας κατήφορος. Ο δημοσιογράφος πρέπει διαρκώς να ζυμώνεται με το κοινό.

 

— Εσείς είχατε κάποιο πρότυπο;

Το άρθρο που διάβαζα ανελλιπώς κάθε πρωί ήταν εκείνο του θεωρητικού της χούντας Σάββα Κωνσταντόπουλου στον «Ελεύθερο Κόσμο». Υπήρχαν σπουδαίοι ρεπόρτερ της εποχής εκείνης, όπως ο Γιώργος Ρωμαίος, ο Γιάννης Βούλτεψης ή ο Γιάννης Θεοδωράκης.


— Ποιος είναι ο απολογισμός που κάνετε;

Ότι ενώ είχα τη δυνατότητα να βγάλω χρήματα, δεν το έκανα. Δεν το αναφέρω επαινετικά αλλά ίσως και ως ψόγο. Επίσης, το γεγονός ότι τα «όχι» που είπα στον χώρο ήταν περισσότερα από τα «ναι». Στις εφημερίδες όπου εργάστηκα πάντοτε θεωρούσαν ότι ήμουν ένα άτομο που δημιουργούσε ομάδες και εντάσεις στην έκδοση.


Έτσι αποφάσισα να αποχωρήσω από το «Έθνος» ή τον Flash. Μάλιστα, θυμάμαι που ο Κόκκαλης με φώναξε ένα πρωί για να μου ζητήσει τον λόγο επειδή νόμιζε ότι τον είχα αποκαλέσει «μαλάκα». Του είπα ότι θεώρησα μεγάλη μαλακία το να καταλύει τον διευθυντή ‒τον Πάυλο Αλέπη τότε‒, τη στιγμή που ο σταθμός έχει πάρει την ανιούσα. Εκείνος μου απάντησε: «Να τα δεχτώ όλα, αλλά εσύ που παίρνεις 250.000 δραχμές μαύρα και αλλά τόσα ως μισθό, τι είσαι που παραιτείσαι;»


Του θύμισα ότι όταν κάποτε με ρώτησε πόσων ετών είμαι, μου είπε ότι δεν μου φαινόταν. Και συνέχισα: «Έχω ένα προνόμιο σε σχέση μ' εσένα. Είμαι και του σαλονιού και του λιμανιού. Τελικά, έμεινε ο Αλέπης και έφυγα εγώ.


Δεν θα μπορούσα να κάνω με τίποτα αυτό που εκτενώς συμβαίνει σήμερα, τη δημοσιογραφία του mail, με τις συνεντεύξεις να πηγαίνουν και να έρχονται ηλεκτρονικά.


— Πώς κρίνετε τη στάση των δημοσιογράφων τα χρόνια των μνημονίων;

Δυστυχώς, δεν υπάρχουν λαμπρά παραδείγματα στους καιρούς μας. Για παράδειγμα, μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση όταν δημοσιογράφος παρότρυνε βουλευτές να καταθέσουν επερώτηση, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της Αμερικανικής Πρεσβείας που αφορούσαν μια παράσταση στο Εθνικό, η οποία περιείχε αποσπάσματα από το βιβλίο του Σάββα Ξηρού.


Τότε, λοιπόν, έγραψα ένα κείμενο με τίτλο «Χατζηπαπαριές της αστοιχείωτης δεξιάς» και το έδωσα σ' ένα site που μου είχε ζητήσει πιεστικά συνεργασία. Ο άνθρωπος που ήταν διαχειριστής του site, επειδή ήταν υπάλληλος του Χατζηνικολάου, το απέσυρε και κατόπιν εμφανίστηκε στο αρχείο.


Λοιπόν, όταν βλέπει ο κόσμος τέτοιες συμπεριφορές και υπαγόρευση πολιτικής από την Αμερικανική Πρεσβεία..., ε, άντε και στο διάολο! Και δεν διερωτάται κανείς ποιος ήταν ο Γουέλς, ο πρώτος που δολοφόνησε η 17η Νοέμβρη, αλλά και τι ευθύνες είχε σε πάρα πολλές υποθέσεις;

 

Πάντοτε οι εκδότες παρενέβαιναν στον πολιτικοκοινωνικό χώρο. Απλώς τώρα οι όροι είναι πιο ωμοί σε σχέση με το παρελθόν. Φωτο: Φίλιππος Λεμονής/LIFO
Πάντοτε οι εκδότες παρενέβαιναν στον πολιτικοκοινωνικό χώρο. Απλώς τώρα οι όροι είναι πιο ωμοί σε σχέση με το παρελθόν. Φωτο: Φίλιππος Λεμονής/LIFO

 

— Δικαιολογείτε όμως μια δολοφονία;

Όταν κάνεις αντάρτικο, δεν ερωτάσαι και δεν ρωτάς. Γι' αυτόν το λόγο συνελήφθησαν, δικάστηκαν και βρίσκονται στη φυλακή.
 

— Δεν θα σας ενοχλούσε αν ο Κουφοντίνας, μετά από κάποια χρόνια, κυκλοφορούσε ελεύθερος;

Σε τι θα με ενοχλούσε; Εδώ έβγαλαν από τη φυλακή τον Στυλιανό Παττακό. Δεν είμαι υπέρ των φυλακών και δεν μου αρέσει η ισόβια εξόντωση. Καλύτερα να τον εκτελέσεις. Τον Άκη Τσοχατζόπουλο δεν τον αφήσανε; Ας τον διασύρεις και ας τον καταδικάσεις στις συνειδήσεις του κόσμου. Ασφαλώς υπάρχουν θέματα που μας ενοχλούν και δεν μπορείς να συμφιλιωθείς με ενέργειες όπως η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη ή ο χαμός του Αξαρλιάν.


Αλλά δεν θα γίνω ο απολογητής της 17ης Νοέμβρη. Καταδικάστηκαν. Αυτό που λέω είναι πως εάν υπάρχει ένα κράτος δικαίου πρέπει να εφαρμόζονται οι νόμοι σε κάθε κατεύθυνση, αλλά αυτό είναι ένα πολύπλοκο θέμα.


— Συναντήσατε και πήρατε συνέντευξη από τεράστιες προσωπικότητες; Ποιες ξεχωρίζετε;

Εκείνη με τη Λητώ Κατακουζηνού. Πήγαινα στο σπίτι της μετά τα μεσάνυχτα και τη θυμάμαι να κλαίει με αναφιλητά λόγω του Ταχτσή. Ο Ταχτσής ήταν πελάτης του συζύγου της Λητώς, του Βαλή, ο οποίος ήταν διαπρεπής ψυχίατρος και είχαν αναπτύξει μια στενή σχέση.
Όταν ερχόταν η κουβέντα σε αυτόν, η Λητώ πάντα συγκινούνταν και μου έλεγε: «Συχνά τα βραδιά, όταν τελείωνε από τις περιπλανήσεις του στη Συγγρού, ερχόταν και μου χτυπούσε την πόρτα. Ανέβαινε, καθόταν δίπλα μου σε αυτό τον καναπέ και κάποια στιγμή, πνιγμένος από τους λυγμούς, έπεφτε στην αγκαλιά μου. Τον έπνιγε η ταπείνωση που ζούσε κάθε βράδυ στη Συγγρού».


Θυμάμαι, επίσης, όταν της είχα πει να φτιάξει το σπίτι γιατί έπεφταν σοβάδες, να μου λέει ότι από τη στιγμή που πέθανε ο Βαλής το σπίτι θα έπεφτε μαζί μ' εκείνη. Από το διαμέρισμα εκείνο πέρασαν σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Καμί. Μια γενιά φωτισμένων αστών υψηλής αισθητικής.

 

Μια άλλη σπουδαία συνάντηση ήταν αυτή με την Αλίκη Τέλλογλου και, φυσικά, με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που μας αποχαιρετούσε, όταν είχαμε φύγει από το σπίτι του. Ήταν απόγευμα και καθόταν στο παράθυρο. Μας χαιρετούσε και περίμενε μέχρι να χαθούμε στο πάρκο. Μια ανεξίτηλη εικόνα, σαν ένα κάδρο από το οποίο αναδυόταν τόση μοναξιά. Είναι άνθρωπος με πολλές ευαισθησίες. Αυτή η επιθετικότητα που πολλές φορές εκφράζει είναι μία άμυνα κατά τη γνώμη μου.


Μια φορά ήταν με τον Θωμά Κοροβίνη και τους πλησίασε η μητέρα του Θωμά, λέγοντας στον Ντίνο, «κύριε Ντίνο, πείτε στο παιδί μου να παντρευτεί κάποια στιγμή επιτέλους». Εκείνος της απαντάει: «Κυρία μου, οι άντρες δεν παντρεύονται». Οι άνθρωποι αυτοί είναι εγχάρακτα κειμήλια της ζωής μας. Ένα ταξίδι το οποίο αξιώνεσαι μέσω της δημοσιογραφίας κι αυτά που παίρνεις είναι περισσότερα από εκείνα που δίνεις, τα οποία όμως, σε έναν μεγάλο βαθμό, αφορούν μόνο εσένα. Ένας ανεκτίμητος πλούτος.


Όταν συναντώ πρόσωπα που έχουν περάσει τη ζωή τους μέσα σε ένα γραφείο σκέφτομαι πόσο απελπισμένοι μπορεί να αισθάνονται στο τέλος τους γιατί δεν διαθέτουν την πληθώρα εμπειριών που θα τους βοηθήσει να πάνε ακόμη παραπέρα.


— Τι σας λείπει σήμερα;

Βλέπω το αυτοκίνητό μου παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι και στενοχωριέμαι πολύ που δεν μπορώ ακόμα να οδηγήσω. Θα ήθελα κάποια στιγμή να καταφέρω να πάω έως εκεί που θα σπάσει το κοντέρ. Μέσα σ' ένα αυτοκίνητο πέρασα τη μισή μου ζωή. Ταξίδεψα, ερωτεύτηκα και έχω κάνει σεξ σε σημεία όπως τα τσιμεντάδικα της Δραπετσώνας.


— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Να κάνεις αυτό που ονειρεύεσαι και να μην εξαναγκάζεται να πράττεις αυτό που δεν θες, διότι αυτή είναι η χειρότερη μορφή βίας.

 

Κάποια στιγμή ξύπνησα στην εντατική, μια κυρία μού κρατούσε το χέρι, λέγοντάς μου ότι όλα θα πάνε καλά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου θυμάμαι κάποια στιγμή να παρατηρώ μια κινητικότητα στο απέναντι κρεβάτι. Κάτι έβαζαν, κάτι έβγαζαν από το πρόσωπο κάποιου ή κάποιας, και μετά το σκέπασαν. Εκεί συνειδητοποίησα ότι αυτός είναι ο θάνατος.

 

— Έχετε βιώσει μοναξιά;

Είναι μερικές φορές που αισθάνομαι μια μοναχικότητα, όχι όμως μοναξιά. Αυτή η μοναχικότητα οφείλεται σε έναν αυτοπεριορισμό ο οποίος ευελπιστώ ότι σύντομα θα πάψει να υπάρχει. Νομίζω ότι κάθε στιγμή μπορείς να νιώσεις το συναίσθημα της μοναχικότητας, αρκεί να μην εξελιχθεί σε μοναξιά.


— Τις μέρες που βρισκόσασταν στο νοσοκομείο τι σκεφτόσασταν;

Είχα σκεφτεί το καλύτερο και το χειρότερο σενάριο, ενδιάμεσο δεν υπάρχει. Γι' αυτό και υπαγόρευσα τις εντυπώσεις μου σε μια αποκλειστική νοσοκόμα εν είδει ημερολογίου. Κρατώ όλη αυτή την περιπέτεια ως μια χρήσιμη παράμετρο αναζήτησης. Είναι τόσο απλή η ζωή και άλλο τόσο απλός είναι και ο θάνατος. Το να βρεθείς σε ένα περιβάλλον ανυπαρξίας είναι ό,τι καλύτερο.


Όπως είχε πει ο Επίκουρος: «Ο θάνατος δεν με αφορά διότι, όσο υπάρχω εγώ, δεν υπάρχει αυτός και όσο υπάρχει αυτός δεν υπάρχω εγώ». Όταν βρέθηκα στο Γενικό Κρατικό Αθηνών και κάποια στιγμή ξύπνησα στην εντατική, μια κυρία μού κρατούσε το χέρι, λέγοντάς μου ότι όλα θα πάνε καλά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου θυμάμαι κάποια στιγμή να παρατηρώ μια κινητικότητα στο απέναντι κρεβάτι. Κάτι έβαζαν, κάτι έβγαζαν από το πρόσωπο κάποιου ή κάποιας, και μετά το σκέπασαν. Εκεί συνειδητοποίησα ότι αυτός είναι ο θάνατος.


Μου φάνηκε τόσο οικείο και φυσιολογικό όλο αυτό. Έξι μέρες διήρκεσε. Από κει και πέρα, η περιπέτεια συνεχίστηκε. Είχε προηγηθεί έμφραγμα και έπρεπε να μου βάλουν βηματοδότη. Η επέμβαση αυτή έγινε, όπως λέμε, χωρίς αναισθητικό. Αισθανόμουν σαν να σκάβουν το σώμα μου. Ήταν τρομακτική η οδύνη και ο πόνος. Μάλιστα, είπα στους γιατρούς «ρε παιδιά, εγώ στη ζωή μου έχω κάνει μόνο καλά πράγματα, ποιος ο λόγος να υφίσταμαι αυτόν τον πόνο;».


Πέρασε κι αυτό και ύστερα είχα τη διαδικασία αποκατάστασης στο κέντρο αποθεραπείας. Αρνιόμουν επιμόνως να μένω καθηλωμένος στο κρεβάτι και ζητούσα να πηγαίνω στο αίθριο προκειμένου να έχω επικοινωνία με το περιβάλλον, να βλέπω έστω τα αυτοκίνητα να περνούν. Όλα στη ζωή μας οφείλονται στα δικά μας θέλω. Στο πείσμα και στην επιθυμία να ζήσουμε.


Εμένα μου είπαν ότι δεν θα σηκωθώ ποτέ. Και ήδη, χάρη στις προσωπικές προσπάθειες που έχω κάνει, έχω καταφέρει όχι μόνο να περπατώ αλλά και να πηγαίνω για μπάνιο.


— Σας τρομάζει το γήρας;

Κάθε τόσο συμβιώνω με όλα τα στάδια της ηλικίας, χωρίς ποτέ να έχω συνειδητοποιήσει πότε υπήρξα νέος ή πότε ένιωσα γέρος. Μπορώ να περιγράψω πώς ένιωσα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχω βιώσει τη φθορά. Έχω υποστεί τις συνέπειες της ανθρώπινης φθοράς, αλλά δεν αλλοιώθηκε ποτέ η κοσμοθεωρία μου.


Συνεχίζω να ερωτεύομαι, να ζηλεύω και να διεκδικώ. Γιατί έχω μάθει ότι όποτε βρίσκεσαι σε αδιέξοδο αυτό που πρέπει να κάνεις είναι απλώς να βγάλεις το «α».


— Αισθάνεστε πληρότητα;

Κάθε φορά που δίνεις κάτι από το είναι σου αισθάνεσαι πλήρης.

 

— Κάτι που φοβάστε;

Από τη στιγμή που είδα μπροστά μου τον θάνατο και δεν φοβήθηκα δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι άλλο που να μου προκαλεί φόβο. Βρέθηκα στο απόλυτο μηδέν και κατάφερα να συνεχίσω.


— Τι σας έχει διδάξει η ζωή;

Αισιοδοξία και μαχητικότητα. Όλα όσα πετυχαίνουμε οφείλονται στα δικά μας «θέλω».