Μια κορυφογραμμή, το ύψος του πέλαγους που ναυαγεί στην μνήμη,

 

 

 

 

 

 
ένας πυργοδεσπότης Ιούνης που τρέφεται και επιζεί στα μάτια νέων αγοριών και κοριτσιών

 

 

 

 

που ύστερα πρησμένα από το φως, εμβαπτισμένα σε θαλασσινό νερό, αποδημούνε.

 

 
 
 
Θα ήθελα την στιγμή που θα φύγω κι εγώ να έχει σπάσει ο νάρθηκας της αυριανής ημέρας.

 

 

 

 

 

 

Ότι γύρισα τα μέρη μου στην Αθήνα κι υπήρχαν όλα.

 

 

 

 

 

 

Ότι έψαξα μέσα στη χαράδρα της μνήμης και ελευθερώθηκα.

 

 

 
 
Ότι κάθησα στη ταράτσα αγκαλιά με σένα και λιώμα
από τον τροχό του φεγγαριού
φιληθήκαμε ξανά όπως την πρώτη φορά.
 

 

 

 


Τα μάτια σου μαλακά σύννεφα.
Τα μάτια μου ένα κομμάτι έλασμα για να τα κόβει.

 

 

 

Ότι αξία πρώτη
απέμεινε ότι είχε
καιρό να με διαπεράσει.
Για όλα το δέρμα.
Σου.
Για όλα.

 

 

 
Ότι ξύπνησα καταμεσίς στη λεωφόρο και δε δείλιασα.
Τις αποσκεύες μου τις άφησα. Θα βρω καινούργιες.
 
 
 
Ότι η αγωνία του ρουμπινένιου και η σάρκα του ροδιού πάλι κυλάνε στο αίμα μου.

 

 

 

 

 

 

 

Ότι απέμειναν αυτοί που απέμειναν και όχι παραπάνω.

 

 

 

 

 

 

 
Ότι μου άρεσουν πάντα αυτά που μου άρεσαν
κι ας τα αντάλλαξα για μια αντανάκλαση.
 

 

 

 

 
Ότι ο δρόμος που διένυσα εντός μου, σαν πλησμονή που ανέβλυζε,
κάθιδρη από το αίμα μου αρμενίζει πάλι και προσκαλεί τ' άστρα.
 
 

 

 

Ότι πρόλαβα να δω ανάμεσα από τους πυροβολισμούς
και τις ειρωνείες το περίγραμμα και το σύνορο της ύπαρξης.

 

 

 

 

 

 
Ότι πρόλαβε η παλλίροια του χρόνου, αταυτοποίητε εαυτέ μου,
να πνίξει τα παράσιτα, να διώξει τους λωτούς, να εξαρθρώσει τους ίσκιους.
 
 
 
Και ότι λίγο πριν πέσει η νύχτα και ξημερώσει
η επόμενη ημέρα- αναμεσά μας -εαυτέ μου
 

 

 

 


μια νέα ελευθερία γεννιέται.

 

 
 
 

 

 

 
Που όλο γεννιέται και όλο και γίνεται.
Εκεί, εδώ, τώρα. Τα θερινά μου δώρα.