Δεν έπρεπε να πεθάνει στις 22 Φεβρουαρίου του 1987 ο Άντι Γουόρχολ. Ήταν μόλις 59 κι είχε γλιτώσει πολύ χειρότερα από μια επέμβαση ρουτίνας - ακόμα και πυροβολισμό εξ επαφής.

 

Ήταν ένας απ' τους (λίγους) ήρωές μου. Στα 18 μου τον έκανα το θέμα της τελικής μου εργασίας στο foundation. Διάβασα βιογραφίες του, τα ημερολόγιά του, συνάντησα ανθρώπους που τον ήξεραν, αγόρασα παλιά Interview, είδα τις ταινίες. Και μπήκα, με τα χίλια, στον κόσμο του.

 

Υπήρχαν πολλά πράγματα στα οποία διαφέραμε: αυτός είχε όντως ταλέντο κι ήθελε να είναι διάσημος και να βγάζει τρελά λεφτά, εγώ όχι. Ταυτιζόμουν όμως με το ότι ήταν ένας παρατηρητής - κάποιος που ενδιαφερόταν για τα πάντα. Κι ενώ μπορούσε να διαλέξει μόνο ένα επάγγελμα και να μείνει εκεί, αυτός ήθελε να είναι και ζωγράφος και συγγραφέας, φωτογράφος, δημοσιογράφος, σεναριογραφος, μάνατζερ, παραγωγός, επιχειρηματίας, τηλεπαρουσιαστής, σκηνοθέτης... Και, έτσι ήθελα να γίνω κι εγώ όταν μεγαλώσω, να ασχολούμαι ταυτόχρονα με χίλια αντικρουόμενα πράγματα, να μετατρέψω όλα μου τα χόμπι σε δημιουργικά επαγγέλματα.)

 

Τότε ήταν πολύ δύσκολο να βρω υλικό για την εργασία – τότε που δεν είχα ίντερνετ. Γι' αυτό έκανα άλλες πατέντες: Την ημέρα της παρουσίασης «εξέδωσα» την εργασία μου σε μια δεκαεξασέλιδη μακρόστενη απομίμηση του περιοδικού 'Andy Warhol's Interview' (με όλες τις στήλες αλλά και τις διαφημίσεις) και μοίρασα τα τεύχη στους συμφοιτητές.

 

Επίσης γύρισα μια ταινία με πρωταγωνιστές δυο φίλους, τον Χρίστο και την Κατερίνα, που παίχτηκε τη μέρα της παρουσίασης, ένα μονoπλανο που περιείχε -σε αναπαράσταση- 10 απ' τις πειραματικές ταινίες του Warhol σε τρία λεπτά (Blowjob, το Kούρεμα, Sleep, ο Μario τρώει μια μπανάνα, Empire State Building κλπ.)

 

Το πώς γύρισα αυτό το ταινιάκι θυμήθηκα σήμερα, που πέρασαν 30 χρόνια από τότε που πέθανε - και 20 από εκείνο το πρωί που συνέβησαν τα παρακάτω...

 

 

 

Οι Απαραίτητες Μπανάνες του Andy Warhol
Μια αληθινή ιστορία.

Άνοιξη του 1997. Τη μέρα που θα γύριζα το ταινιάκι για την παρουσίαση της εργασίας (10 ταινίες του Warhol σε μονόπλανο τριών λεπτών) είχα σχεδιάσει τα πάντα. Πόσες πρόβες θα κάνουμε, πώς θα πάει η κάμερα απ' το ένα δωμάτιο του σπιτιού στο άλλο κλπ. Επίσης είχα φροντίσει πολύ τα props. Μια πορνοταινία που θα έπαιζε στην τηλεόραση κατά τη διάρκεια του Kitchen, εικόνες του Empire State Building, ψαλίδια για κούρεμα. Και μερικές μπανάνες.

Οι μπανάνες (ή έστω μία μπανάνα) ήταν κάτι το φοβερά απαραίτητο: μία απ' τις ταινίες του Warhol την οποία θα κόπιαρα είχε έναν τύπο που έτρωγε μια μπανάνα για μισή ώρα. Επειδή είχα ξεχάσει να πάρω μπανάνες τηλεφώνησα νωρίς το πρωί στους δύο 'ηθοποιούς' το Χρίστο και την Κατερίνα, να φέρουν αυτοί. Δεν έφεραν. Και οι δύο μού διηγήθηκαν απίθανες ιστορίες για το πώς ο μπακάλης τους είχε κλείσει, αυτοκτονήσει ή σταματήσει να φέρνει μπανάνες για πάντα. Είχαν απλώς ξεχάσει. 

Πήγα στη γειτονιά. Και τα τρία μπακάλικα είχαν έλλειψη μπανανών. Γύρισα σπίτι και πήγαμε με τα πόδια σ' ένα σούπερ-μάρκετ. Τίποτα. Ξαναγυρίσαμε σπίτι και ψάξαμε για κάποιο άλλο σούπερ-μάρκετ στο Χρυσό Οδηγό.

"Μήπως έχετε μπανάνες;" ρώτησα την κάπως έκπληκτη κυρία που σήκωσε το τηλέφωνο του Μασούτη. "Περιμέντε να πάω να δω", είπε στο τέλος. Η ώρα είχε ήδη περάσει. Οι γονείς μου όπου να 'ναι θα γυρνούσαν σπίτι και τα περίφημα γυρίσματά μας δεν είχαν καν ξεκινήσει. "Έχουμε μπανάνες ναι!" μου είπε στο τέλος και πανηγυρίσαμε σεμνά.

Και οι τρεις μας τρέξαμε προς το Μασούτη. [Πηγαίνοντας βρήκα έναν γνωστό που υποστήριζε ότι οι γονείς μου του είχαν πει να περάσει απ' το σπίτι για να πάρει ένα τραπεζάκι. Γύρισα πάλι στο σπίτι καθώς οι άλλοι έτρεχαν στο σούπερ-μάρκετ και, ναι, του έδωσα ένα τραπεζάκι. Μετά ξαναβγήκα να τους βρω].

 

Όμως το σούπερ-μάρκετ είχε μόλις πουλήσει σε άλλους τις τελευταίες του μπανάνες, μου είπαν ο Χρίστος και η Κατερίνα που γύριζαν απογοητευμένοι. Ήταν πολύ κακό για να είναι αληθινό.

 

 


Αποφασίσαμε να χωριστούμε. Ο Χρίστος θα πήγαινε προς Σοφούλη, η Κατερίνα προς Βυζάντιο κι εγώ προς το γήπεδο του Απόλλωνα. Το αστείο δεν ήταν πια αστείο - ήταν εκνευριστικό, και οι δικοί μου θα γυρνούσαν σε ένα μισάωρο. Πήγα σε διάφορα μέρη, όπως και οι άλλοι δύο και δεν βρήκα πουθενά μπανάνες. Τα νεύρα μου ήταν στα τελευταία τους.

Και τότε...

..."Μπανάνες, οι καλές μπανάνες, δύο κατοστάρικα το κιλό, εδώ οι καλές μπανάνες…!"

Επέστρεφα σπίτι και σχεδόν είχα χαθεί όταν άκουσα αυτή τη μελωδική φωνή να έρχεται σαν από μηχανής θεός μέσα από ένα μπουκωμένο μεγάφωνο. Ήτα κάποια κοσμική φάρσα; Είχε ξαναϋπάρξει ποτέ αμάξι που να πουλάει και να διαφημίζει αποκλειστικά μπανάνες;

"Εδώ οι καλές μπανάνες..."

Η πηγή της Φωνής δεν φαινόταν πουθενά. Απλώς άκουγα τη Φωνή. Άρχισα να τρέχω στα γύρω δρομάκια ψάχνοντας το Ντάτσουν που, αν ήταν ποτέ δυνατόν, έμοιαζε να πουλάει μόνο το πολυπόθητο, επίμαχο φρούτο! Έπεσα πάνω στην Κατερίνα που τρέχοντας έψαχνε κι αυτή: "Το ακούς;;!! Μπανάνες!! Πού στο διάολο είναι;"

Όσο στρίβαμε στα διάφορα στενά του Καραμπουρνακίου τόσο απομακρυνόταν η Φωνή - ένας πραγματικός λαβύρινθος. Τρέξαμε πάνω κάτω για πολύ ώρα, μερικές φορές νομίζαμε ότι το Ντάτσουν ήταν δίπλα μας, άλλες ότι το είχαμε χάσει για πάντα. Κάπου πετύχαμε το Χρίστο που κι αυτός γυρνούσε άπραγος, και προσπαθούσε τρέχοντας να εντοπίσει το αμάξι που πουλούσε μπανάνες.

"Νάτος!" φώναξα τελικά, όταν τον είδα σαν οπτασία να στρίβει στην Καλλίδου και να φεύγει αναπτύσσοντας ταχύτητα. "Τον χάνουμε!".

Αρχίσαμε πάλι να τρέχουμε, φωνάζοντάς του: "Περίμενεεεε". Μόνο πριν βγει στον κεντρικό κατάλαβε ο οδηγός/μπακάλης ότι τρία καταϊδρωμένα παιδιά τον κυνηγούσαν σαν τρελά βγάζοντας απελπισμένα ουρλιαχτά.

Ο άνθρωπος πάτησε φρένο, βγήκε απ' το αμάξι και μας περίμενε. Όταν κάποτε φτάσαμε (στα πρόθυρα νεανικού εμφράγματος) ο μανάβης μάς κοίταξε καλά καλά και, με ειλικρινή απορία, είπε: "Συγνώμη δηλαδή, τώρα εσείς με κυνηγούσατε έτσι επειδή θέλατε μπανάνες;"

"Ναι! Δώσε πέντε!"

Μας έδωσε πέντε καθώς έλεγε ότι ποτέ δεν είχε δει τόσο επίμονους και απελπισμένους πελάτες, και συνέχισε το δρόμο του...



Όταν βρεθήκαμε, επιτέλους, με τις μπανάνες στο χέρι, και καθώς βλέπαμε τον από μηχανής μπανανά να χάνεται στα ενδότερα της Καλαμαριάς καθίσαμε ξέπνοοι σ' ένα πεζούλι και γελάσαμε για κανα πεντάλεπτο. 

Μετά πήγαμε σπίτι και γυρίσαμε την ταινία. Μία από τις μπανάνες πρωταγωνίστησε στο φιλμάκι (για περίπου δέκα δευτερόλεπτα). Τις υπόλοιπες τις φάγαμε με γνήσια απόλαυση, σα να γευόμασταν ένα ντελικατέσεν φαγητό των εκατό χιλιάδων δραχμών.

 

Αν ο Andy Warhol παρακολουθούσε όλη την περιπέτειά μας, ίσως αντιδρούσε με ένα πνιχτό γελάκι. Εναλλακτικά, θα ανασήκωνε αδιάφορα τους ώμους.