«Εφαρμόζοντας για πρώτη φορά τον αντιρατσιστικό νόμο, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χίου καταδίκασε πρωτόδικα τον Ματθαίο Μερμηγκούση σε φυλάκιση 12 μηνών για δημόσια υποκίνηση βίας με βάση τη φυλετική διάκριση (άρθρο 1 του νόμου 4285/2014), ποινή που μαζί με τις σωματικές βλάβες σε δύο πρόσφυγες, έφτασε τους 18 μήνες με τριετή αναστολή και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ. Με ποινή φυλάκισης 7 μηνών με τριετή αναστολή καταδικάστηκε επίσης ο Αναστάσιος Κομματάς, ο δεύτερος των ακροδεξιών που συνελήφθησαν το βράδυ της 20/4/2017 για απρόκλητη εξύβριση και βία (χαστούκι) σε πρόσφυγα», ήταν η «χαρμόσυνη» - με την έννοια ότι επιτέλους οι ρατσιστές αρχίζουν να δικάζονται ακριβώς ως τέτοιοι – είδηση του περασμένου μήνα. Η απόφαση βέβαια αυτή δεν είναι τελεσίδικη – για την ακρίβεια, μόνο μία τέτοια υπόθεση έχει ως τώρα τελεσιδικήσει οριστικά κι αυτή ήταν το 2008! Όσες άλλες οδήγησαν σε καταδίκες πρωτόδικα, είτε ανατράπηκαν στις κατ' έφεση δίκες είτε παραγράφηκαν πριν από την εκδίκαση των εφέσεων.


Ρητορική μίσους: ομιλία που προσβάλλει ένα άτομο ή μια ομάδα με βάση χαρακτηριστικά όπως το φύλο, η εθνοτική καταγωγή, η θρησκεία, η φυλή, η αναπηρία ή ο ερωτικός (όρος που ορθά αντικατέστησε, στην πορεία, τον αρχικό «γενετήσιος») προσανατολισμός του. Λόγος ρατσιστικός κοντολογίς, λόγος που διακρίνει, περιθωριοποιεί, δαιμονοποιεί, διώκει ό,τι διαφέρει από την κυρίαρχη νόρμα. Ο ΟΗΕ έθεσε σε ισχύ ήδη από το 1969 τη Διεθνή Σύμβαση για την Κατάργηση κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων (ICERD), απαιτώντας από τις χώρες που την υπογράφουν να απαγορεύσουν τη ρητορική μίσους και να ποινικοποιήσουν τη συμμετοχή σε ρατσιστικές οργανώσεις. Φαινόμενα όπως ο εργασιακός εκφοβισμός, το bullying (σχολικός εκφοβισμός) και η διαδικτυακή παρενόχληση σχετίζονται επίσης με τη ρητορική μίσους, όρος που στο εξωτερικό άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως μετά τη δεκαετία του '60. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα άρχισε να «ακούγεται» πολύ τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αν και βέβαια το πρώτο κατ΄εξοχήν «όχημα» εκφοράς τέτοιου λόγου σε μαζικό επίπεδο δεν ήταν κάποια ακροδεξιά φυλλάδα της σειράς αλλά η φιλοπασοκική Αυριανή του Μάκη Κουρή (κυρίως τη δεκαετία του '80) που δημιούργησε ολόκληρη «σχολή». Η περιπετειώδης ψήφιση μετά και την πίεση διεθνών οργανισμών ενός επικαιροποιημένου αντιρατσιστικού νόμου τον Σεπτέμβριο τού 2014 δέχθηκε πολλές κριτικές αφενός ως ελλιπής, αφετέρου για το κατά πόσο ποδηγετεί στην ελεύθερη έκφραση. Και ενώ τέτοιοι προβληματισμοί μπορεί να αποβούν ακόμα και γόνιμοι, εντυπωσιακό ήταν πόσο ανεκτικοί έδειχναν κάποιοι εκ των διαφωνούντων ακόμα και στη χειρότερη λεκτική κακοποίηση στο όνομα μιας δήθεν ελευθερίας του λόγου που καταλήγει ασυδοσία λόγου χυδαία και δυνάμει εγκληματική. Επικαλούνταν κιόλας τη «δικτατορία» της ακραίας πολιτικής ορθότητας ως «μακράν» πιο επικίνδυνη!

 

«Οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές», είναι η μόνιμη επωδός όσων φαντασιώνονται – από άγνοια, αφέλεια ή, το συνηθέστερο, ένοχη σκοπιμότητα – ότι κάνουμε καθημερινά δεήσεις και προσφορές στον Ξένιο Δία. Δυστυχώς η πραγματικότητα διαφέρει.


Γεγονός είναι ότι σαν χώρα έχουμε ισχυρή παράδοση στον ρατσιστικό λόγο και τη ρητορική μίσους που με τη σειρά τους έχουν υποκινήσει και υποκινούν αντίστοιχα εγκλήματα. Λόγο που μάλιστα δεν παράγουν μόνο «περιθωριακά» άτομα ή ομάδες αλλά επίσης πολιτικοί, δεσποτάδες (με τον υποτίθεται μετριοπαθή αρχιεπίσκοπο να δηλώνει τις προάλλες ότι και οι φανατικοί «ανθρώπους εκπροσωπούν»), δημοσιογράφοι κ.λπ. δημόσια πρόσωπα από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα - μέχρι καλλιτεχνικές φίρμες όπως οι Κώστας Πρέκας-Νότης Σφακιανάκης - με μια συχνότητα απογοητευτική για σύγχρονη πολιτισμένη χώρα. «Θύματά» της ήταν παλαιότερα κυρίως οι γυναίκες (αν εντάξουμε τον μισογυνισμό στο ίδιο σκεπτικό), οι Ρομά (που αλητεύουν, βρωμίζουν, γεννάνε πολύ, ζητιανεύουν, πουλάνε ναρκωτικά, κλοπιμαία, κλέβουν παιδιά, σκυλιά, γατιά κ.λπ.), οι Εβραίοι (παλιότερα επειδή... σταύρωσαν τον Χριστό, αργότερα με πρόσχημα το Μεσανατολικό ή/και την παγκόσμια συνωμοσία που εξυφαίνουν υποτίθεται αιώνες τώρα), πολλές φορές και μειονότητες όπως οι «αντίχριστοι» Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι «εθνικά ύποπτοι» μουσουλμάνοι της Θράκης.


Με την έκρηξη του μεταναστευτικού στοχοποιήθηκαν οι νεοφερμένοι από το πρώην ανατολικό μπλοκ και ειδικά οι Αλβανοί, που ήταν κι οι πολυπληθέστεροι για να διεκδικήσουν ακολούθως την «πρωτιά» οι «σκούροι» (Αφρικανοί και ειδικά Ασιάτες) που δημιουργούσαν ακόμα μεγαλύτερο ηθικό πανικό ένεκα η διαφορά στο χρώμα, τη φυλή, τη θρησκεία, την κουλτούρα γενικότερα. Και δεν είναι μόνο ο «καθαρόαιμος», εύκολα αναγνωρίσιμος αλλά και αντιμετωπίσιμος στον πρωτογονισμό του ρατσιστικός λόγος αλλά και ο άλλος, ο υπόγειος που αφυπνίζει αντανακλαστικά ανταγωνιστικά, φοβικά, ολοκληρωτικά. Μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ, «Ταλιμπάν» ιεράρχες, λαϊκιστές πολιτικοί παρουσιάζουν συλλήβδην τους ξένους ως πρόβλημα, απειλή, υγειονομική και πληθυσμιακή «βόμβα», εισβολείς, κλέφτες, βιαστές, εγκληματίες, αχάριστοι, απείθαρχοι, υπάνθρωποι, μιαροί, υποθάλπουν τρομοκράτες, συνωμοτούν κατά της χώρας και της θρησκείας, φέρνουν αρρώστιες, ναρκωτικά, ζουν από τους φόρους μας, «φρακάρουν» τα δημόσια νοσοκομεία, εκμεταλλεύονται ευαισθησίες, παροχές και δικαιώματα, μας εκτοπίζουν από παγκάκια, πλατείες, πόλεις, παιδικές χαρές, διώχνουν τους τουρίστες ... Οι επιθέσεις, οι ξυλοδαρμοί, οι εμπρησμοί, οι δολοφονίες ακόμα άρχισαν να πυκνώνουν και να συστηματοποιούνται, με την κρίση να αποδεικνύεται ιδανικό σκηνικό προς εξεύρεση αποδιοπομπαίων τράγων και καταφυγή σε απλοϊκές, αφηρημένες ιρασιοναλιστικές αξίες (έθνος, φυλή, πίστη κ.λπ.).

 

Ρητορική μίσους δεν παράγουν μόνο «περιθωριακά» άτομα ή ομάδες αλλά επίσης πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δεσποτάδες (με τον υποτίθεται μετριοπαθή αρχιεπίσκοπο να δηλώνει τις προάλλες ότι και οι φανατικοί «ανθρώπους εκπροσωπούν»), κ.λπ. Φωτ.: SOOC
Ρητορική μίσους δεν παράγουν μόνο «περιθωριακά» άτομα ή ομάδες αλλά επίσης πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δεσποτάδες (με τον υποτίθεται μετριοπαθή αρχιεπίσκοπο να δηλώνει τις προάλλες ότι και οι φανατικοί «ανθρώπους εκπροσωπούν»), κ.λπ. Φωτ.: SOOC

 

Η αυξανόμενη ορατότητα των lgbt ατόμων έβαλε επίσης την γκέι κοινότητα στο «κάδρο» φασιστών, φασιζόντων, μισανθρώπων γενικά – την «παραδοσιακή» απαξιωτική ειρωνεία αντικατέστησε σε πολλές περιπτώσεις η ανοικτή εχθρότητα. Και μπορεί να μη βλέπουμε πια σε πρωτοσέλιδα μεγάλων εφημερίδων ή στην τηλεόραση χαρακτηρισμούς όπως «ανώμαλοι», «διεστραμμένοι», «τρίτο φύλο» όπως τις δεκαετίες '70- '80, το ρόλο όμως του τιμητή έχουν αναλάβει εργολαβία διάφορα «νούμερα», με ράσα και μη. Ακούμε επιπλέον και διαβάζουμε συχνά σε ΜΜΕ και κοινωνικά δίκτυα προσβλητικά, ρατσιστικά και στα όρια της ρητορικής μίσους σχόλια αναφορικά με τρανς άτομα, εκδιδόμενα άτομα, ψυχικά ασθενείς, οροθετικούς-ές, μέχρι και ΑΜΕΑ. Ως «τελευταία γραμμή άμυνας» οι σκοταδιστικοί κύκλοι επέμεναν (και το κατάφεραν) να περιληφθούν στις διατάξεις του αντιρατσιστικού όσοι αμφισβητούν τις γενοκτονίες που έχει αναγνωρίσει η ελληνική βουλή γενικά, ανάμεσά τους σκληροί διωγμοί που όμως δεν θεωρούνται επιστημονικά μιλώντας «γενοκτόνοι» όπως των Ποντίων το '22. Έκκληση απόσυρσης του συγκεκριμένου άρθρου (2) έκαναν 139 ιστορικοί ως ανασταλτικό της ελευθερίας του λόγου και της επιστημονικής έρευνας.


«Οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές», είναι η μόνιμη επωδός όσων φαντασιώνονται – από άγνοια, αφέλεια ή, το συνηθέστερο, ένοχη σκοπιμότητα – ότι κάνουμε καθημερινά δεήσεις και προσφορές στον Ξένιο Δία. Δυστυχώς η πραγματικότητα διαφέρει. Κάτι το κυρίαρχο αφήγημα του «ανάδελφου» έθνους με το ξέχωρο DNA, της μικρής και διαρκώς διωκόμενης αλλά ηρωικώς αντιστεκόμενης χώρας με την τρισχιλιετή ιστορία που «έδωσε τα φώτα» στον πολιτισμό, κάτι η μοναδικότητα της «καθ' ημάς» Ορθοδοξίας (που φυσικά υπερέχει όλων των άλλων δογμάτων, ετεροδόξων ή ομόδοξων, με την ελληνική Εκκλησία να συνιστά κανονικό «κράτος εν κράτει»), κάτι ο συνυφασμένος με την προσωπική τιμή και την εθνική μαγκιά «machoϊσμός» έχουμε, απεναντίας, όλες τις προϋποθέσεις να είμαστε από επιφυλακτικοί ως εχθρικοί απέναντι στο διαφορετικό - δεν αναφέρομαι βέβαια στο σύνολο, εξαιρέσεις υπάρχουν πολλές και λαμπρές, ο κανόνας είναι το πρόβλημα. Συχνά μάλιστα εγκαλούμε τα θύματα ότι αυτά είναι που με τις συμπεριφορές τους «προκαλούν» τις εναντίον τους ακρότητες. Τυχαίο είναι άραγε ότι διατηρούμε στη βουλή με υψηλά ποσοστά ένα καθαρόαιμο ναζιστικό κόμμα-συμμορία, παρά τις κραυγαλέες αποκαλύψεις για την εγκληματική του δράση, ότι το κόμμα αυτό δρούσε για χρόνια με την ανοχή αν όχι και τη σιωπηλή ενθάρρυνση του πολιτικού κατεστημένου, με τη δικαιοσύνη να είναι ολότελα «τυφλή», ότι πολλά ακόμα μικρότερα πολιτικά σχήματα ομνύουν σε παραπλήσιες ιδεολογίες; Ότι το νεόκοπο δημιούργημα ενός φαντασμένου κοινού απατεώνα, η ξενοφοβική, προγονόπληκτη «Ελλήνων Συνέλευσις» του Αρτέμη Σώρρα που έφτασε να οικτίρει τους ΑΜΕΑ αθλητές των Παραολυμπιακών (πράγμα για το οποίο μηνύθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών με βάση τον νέο αντιρατσιστικό), απέκτησε απροσδόκητα ευρύ κοινό; Υψηλές είναι εξάλλου οι επιδόσεις μας στο bullying, για την ποινικοποίηση του οποίου χρειάστηκε να προηγηθεί η τραγική αυτοκτονία(;) του 20χρονου σπουδαστή Βαγγέλη Γιακουμάκη το '15. Καθόλου παράξενο οπότε που σε σχετικές έρευνες η χώρα μας εμφανίζεται ως μια από τις πλέον ρατσιστικές, αντισημιτικές και ομοφοβικές στην Ευρώπη σε επίπεδο αντιλήψεων. Ακόμα κι αν τέτοια συμπεράσματα θεωρούνται «υπερβολικά», υπάρχει πάρα πολύς καπνός στον ορίζοντα για να υποκρινόμαστε ότι τάχα δεν βλέπουμε καμια φωτιά...   


Με τις συλλήψεις των πρωτοκλασάτων μελών της ΧΑ ύστερα από τη δολοφονία Φύσσα και τη δίκη που συνεχίζεται για δεύτερο χρόνο υπήρξε πράγματι μεγάλη ύφεση στις «θεαματικές» ξενοφοβικές ρητορικές και δράσεις. Ωστόσο τα κηρύγματα μίσους, οι διακρίσεις και η βία που πυροδοτούν δεν έχουν εξαλειφθεί, ούτε καν η νοοτροπία που τα εκτρέφει όπως έδειξε η περίπτωση Σώρρα. Η έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας για το 2016 «έδειξε» μείωση αναλογικά με το 2015 των καταγραφών περιστατικών κατά προσφύγων και μεταναστών, αποτυπώνοντας τα νέα δεδομένα. Στη συντριπτική πλειοψηφία των εν λόγω περιστατικών, τα θύματα υπέστησαν σωματικές βλάβες σε συνδυασμό με εξύβριση, απειλές, φθορά ξένης ιδιοκτησίας, με τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου πια στο επίκεντρο (ενδεικτικά αναφέρονται το περιστατικό με τις γουρνοκεφαλές στο στρατόπεδο της Σκύδρας και στον προαύλιο χώρο του υπό ανέγερση Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού στην Καβάλα, ο εμπρησμός αποθήκης ανεφοδιασμού στο Καστελόριζο, η «επιδρομή» σε πρώην στρατόπεδο στην Λάρισα για να ξηλωθούν σκηνές που προορίζονταν για πρόσφυγες). Μείωση εμφάνισαν και οι επιθέσεις κατά lgbt ατόμων παρότι ο αριθμός τους παρέμεινε υψηλός, ενώ σε... σταθερά εξοργιστικά επίπεδα παραμένουν οι αντισημιτικές ενέργειες, βασικά βεβηλώσεις μνημείων. Διαπιστώθηκε, εντούτοις, προοδευτική βελτίωση στην αντιμετώπιση του ρατσιστικού εγκλήματος από τις αρχές και μείωση των καταγραφών περιστατικών όπου εμπλέκονται ένστολοι.

 

Μέχρι καλλιτεχνικές φίρμες όπως οι Κώστας Πρέκας- Νότης Σφακιανάκης επιδίδονται στο σπορ.
Μέχρι καλλιτεχνικές φίρμες όπως οι Κώστας Πρέκας- Νότης Σφακιανάκης επιδίδονται στο σπορ.

 

Ότι το διαθέσιμο νομικό οπλοστάσιο κατά του ρατσισμού και της ρητορικής μίσους είναι ανεπαρκές ή σε πολλές περιπτώσεις, ακόμα και κραυγαλέες, δεν έχει χρησιμοποιηθεί ως όφειλε είναι γεγονός. Ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος σε πρόσφατο άρθρο του πανηγύριζε ότι «είναι συνεχείς οι αθωώσεις όσων διώκονται από τους εθνομηδενιστές με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο», παραθέτοντας τα παραδείγματα του μητροπολίτη Μαντινείας Αλέξανδρου (είχε αποκαλέσει πέρσι τον Απρίλιο την ένωση ανθρώπων του ίδιου φύλου «διαστροφή») και των βουλευτών του Λαγού, Παναγιώταρου, Μπαρμπαρούση, Ματθαιόπουλου και Γραικού στους οποίους είχε ασκηθεί δίωξη για ρατσιστικές ομιλίες σε κομματική συγκέντρωση στην επέτειο της Παγκόσμιας Μέρας κατά του Ρατσισμού (21/3/2015). «Ο νέος αντιρατσιστικός νόμος δεν είναι συμβατός με το Άρθρο 4 της ICERD αφού δεν διώκει τη ρητορική του μίσους («διάδοση ρατσιστικών ιδεών» που ποινικοποιούνταν στον προϋπάρχοντα νόμο) και αυτό δεν αντικαθίσταται με την επίκληση του ρατσιστικού κινήτρου σε συνδυασμό με τη διάταξη για εξύβριση που δεν διώκεται αυτεπάγγελτα. Επίσης, στην Ελλάδα εξακολουθεί να μην προβλέπεται η διάλυση ρατσιστικών οργανώσεων... σχετικές επισημάνσεις έκανε και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI)», διαβάζω σε πρόσφατο άρθρο του Παναγιώτη Δημητρά, στελέχους του ΕΠΣΕ, μια από τις πρώτες ΜΚΟ που δραστηριοποιήθηκαν δυναμικά στο νομικό πεδίο ασκώντας μηνύσεις και διεθνοποιώντας τέτοιες υποθέσεις. Το Παρατηρητήριο Ρατσιστικών Εγκλημάτων που η οργάνωση συνέστησε το 2016 κατέγραψε (και προώθησε ή πρόκειται να προωθήσει στον αρμόδιο εισαγγελέα) 154 ρατσιστικά περιστατικά – τα 72 αφορούσαν λεκτικές ή/και σωματικές επιθέσεις σε μετανάστες και πρόσφυγες, 29 ήταν αντισημιτικά, 22 αφορούσαν lgbtq+ άτομα και έκφραση φύλου, 17 Ρομά, 15(!) ΑΜΕΑ, τα 8 είχαν ισλαμοφοβικό χαρακτήρα, τα 7 αφορούσαν επιθέσεις κατά ακτιβιστών, τα 3 άρνηση γενοκτονιών, τα 2 ρατσισμό απέναντι σε επαναπατρισμένους Πόντιους, άλλα δύο σε πολίτες τρίτων χωρών κι ένα σε οροθετικά άτομα. Ενέργειες του ΕΠΣΕ οδήγησαν στη μοναδική ως τώρα αμετάκλητη καταδίκη κατηγορούμενου με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο και μάλιστα τον προϋπάρχοντα του '79 (της εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος για αντισημιτικό άρθρο το 2008) – τόσο οι υποθέσεις των φασιστόμουτρων της Χίου όσο και του κατηγορούμενου για κήρυγμα μίσους Χρυσαυγίτη βουλευτή Πλωμαρίτη που επίσης παραπέμφθηκαν βάσει του αντιρατσιστικού δεν έχουν ακόμα τελεσιδικήσει, η οργάνωση ωστόσο προαναγγέλλει «βιομηχανική παραγωγή μηνύσεων» ώστε «να τεστάρει το σύστημα διεξοδικά». Η πιο πρόσφατη ήταν κατά της συγγραφέως Σώτης Τριανταφύλλου για ισλαμοφοβικά σχόλια: είχε περιλάβει σε κείμενό της  φράση που αποδίδεται στον Μάρκο Πόλο πως «φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι, ενώ μετριοπαθής είναι εκείνος που σε κρατάει για να σου κόψουν το κεφάλι» (η δίκη θα γίνει στις 21/7 στην Ευελπίδων). «Ατυχής» πάντως είχε χαρακτηριστεί από πολλούς η πρώτη δίωξη που ασκήθηκε βάσει του νέου αντιρατσιστικού (η εισαγγελία Ρεθύμνου το '15 κατά του Γερμανού ιστορικού Χανς Ρίχτερ για «άρνηση εγκλημάτων του ναζισμού» στην Κρήτη – ο Ρίχτερ αθωώθηκε αλλά «αποκαθηλώθηκε» από επίτιμος καθηγητής στο τοπικό Πανεπιστήμιο).

 

Στον πολιτικό στίβο, η περίπτωση που ξεχώρισε ήταν του πρώην βουλευτή των συγκυβερνώντων ΑΝΕΛ Νίκου Νικολόπουλου: lgbt οργανώσεις ζήτησαν άρση ασυλίας τον Νοέμβριο του '16 ώστε να δικαστεί για ομοφοβικές δηλώσεις με αφορμή το σύμφωνο συμβίωσης (εντέλει μόνο 23 βουλευτές την υπερψήφισαν, με τους περισσότερους κυβερνητικούς να απέχουν). Άλλωστε ο ίδιος ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ και υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Καμμένος έχει επανειλημμένα εκφράσει ομοφοβικά, ξενοφοβικά και αντισημιτικά αισθήματα όπως έχουν εξάλλου πράξει στελέχη της ΝΔ, του Ποταμιού, ακόμα και του Σύριζα παλιότερα. Όσο τώρα αφορά το «τοξικό» δημοσιογραφικό κομμάτι, μια ενδεικτική περίπτωση – πλην όχι δυστυχώς η μόνη - ήταν αυτή του παρουσιαστή Δήμου Βερύκιου που το '15 παραπέμφθηκε στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ για ομοφοβικό παραλήρημα εναντίον του συγγραφέα Αύγουστου Κορτώ. Δίχως όμως τελικά συνέπειες πέραν μιας απλής «επίπληξης», για να τον δούμε φέτος τον Ιανουάριο καμαρωτό στον Alpha να επιδίδεται σε αντισημιτικές, τη φορά αυτή, δαιμονολογίες. Τουλάχιστον εδέησαν να διαγράψουν φέτος έτερο «μπουμπούκι», τον ανεκδιήγητο Στέφανο Χίο, εκδότη της κατά σύστημα υβριστικής, συκοφαντικής και ρατσιστικής φυλλάδας Μακελειό.

 

Ολόκληρες εφημερίδες και κανάλια επένδυσαν εξάλλου επί σειρά ετών κι επενδύουν ακόμα στην ξενοφοβική υστερία. Καθώς αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Τσιάκαλος, καθηγητής Παιδαγωγικής στο ΑΠΘ και συγγραφέας του Οδηγού Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης «Τα ΜΜΕ είναι που δημιούργησαν και διέδωσαν μια ψεύτικη εικόνα της ΧΑ ως μιας οργάνωσης που δήθεν ασκεί φιλανθρωπία και προστατεύει πολίτες από την εγκληματικότητα ενώ είναι ικανή να απειλήσει, να εκφοβίσει και παράλληλα να "τιμωρήσει" τους αντιπάλους της». Η υιοθέτηση ενός δημοσιογραφικού Κώδικα Αντιρατσιστικής Δεοντολογίας και στην Ελλάδα και η δημιουργία ενός Παρατηρητηρίου κατά του Ρατσισμού και της Ξενοφοβίας στα ΜΜΕ στα πρότυπα της «Χάρτας της Ρώμης»που συμφώνησαν το '12 εκδότες και δημοσιογραφικές ενώσεις στην Ιταλία σε συνεργασία με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες παραμένει ζητούμενο. «Συμβατικό» κι αυτό; Δεν ξέρω αλλά στην τελική, όσο κι αν εκτιμά κανείς τη «δράση του δρόμου», δίχως τη θεσμική και νομική στήριξη ο αντιφασιστικός αγώνας δύσκολα θα ήταν το ίδιο αποτελεσματικός.