Αν από τη φιλμογραφία του Ναγκίσα Όσιμα αυτό που έχει καταγραφεί στη συνείδηση των περισσότερων σινεφίλ σήμερα είναι η (κινηματογραφική) σεξουαλική επανάσταση της Αυτοκρατορίας των Αισθήσεων, το (όχι τόσο κακό όσο θα ήθελαν να πιστεύετε) ανέκδοτό του Max, mon amour, το διαχρονικά αγαπημένο εντός συνόρων Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λόρενς, ίσως και ο καλλιγραφημένος ομοερωτισμός του Ταμπού, υπάρχουν πολύ περισσότερα για να ανακαλύψει κανείς. Προσωπικά, τουλάχιστον από το κομμάτι της που έχω δει και μπορώ να έχω άποψη, την αντιλαμβάνομαι ως ένα σύνολο γοητευτικών αντιφάσεων.

 

Το Αγόρι, για παράδειγμα, δεν μου θύμισε κάποια άλλη δική του – πάντα, απ’ όσες έχω δει, μερικές παραμένουν δυσεύρετες μέχρι σήμερα, το ξέρατε, μάλιστα, ότι είχε γυρίσει μέχρι και animation; Στον βαθμό που μπορούσες να πάρεις τοις μετρητοίς όσα έλεγε σε συνεντεύξεις του, καθώς στη χώρα του υπήρξε γνωστός και ως «αιρετικός» public speaker, ο Όσιμα απεχθανόταν το σινεμά του Όζου. Έλα όμως που στα εσωτερικά του Αγοριού ο χώρος κινηματογραφείται με τον φακό σε απόσταση από τους ηθοποιούς και τοποθετημένος περίπου μισό μέτρο από το έδαφος, όπως στις ταινίες του Όζου· έλα που η στάση του απέναντι στo εξ Αμερικής εισαγόμενο οικονομικό μοντέλο της μεταπολεμικής Ιαπωνίας είναι παρεμφερής με εκείνη του σπουδαίου συμπατριώτη του· και έλα που δανείζεται ακόμα και λίγο από τον ανθρωπισμό του τελευταίου για να αφηγηθεί την ιστορία ενός δεκάχρονου αγοριού, αναγκασμένου να συμμετέχει στην απάτη των γονιών του, οι οποίοι στήνουν ατυχήματα στον δρόμο και παριστάνουν ότι τραυματίστηκαν για να αποσπάσουν εξωδικαστικές αποζημιώσεις από τους οδηγούς. Αφενός η οικονομική ακμή έφερε ηθική παρακμή, αφετέρου οι θετικές εξωτερικές επιδράσεις της δεν αφορούσαν το βαλάντιο όλων των Γιαπωνέζων – η οικογένεια της ταινίας βρίσκεται στο περιθώριο.

 

Γεμίζοντας το κάδρο με σημαίες, ο Όσιμα επισημαίνει τη γενική (και εθνική) διάσταση της ιστορίας, το ανήλικο αγόρι δε, αν και εκ των πραγμάτων εκπρόσωπος της νέας γενιάς, λειτουργεί ως σύμβολο της αθωότητας και της ηθικά υπέρτερης ανατολικής παράδοσης, ενώ οι γονείς εκπροσωπούν την ηθική σήψη της «αλλαγής» - με τον τρόπο αυτό το ηθικά δέον ταυτίζεται με τη φύση, καθώς ο ανήλικος δεν έχει μάθει ακόμα τους τρόπους των ενηλίκων και, ιδιαίτερα, εκείνον της δυτικοποιημένης νέας εποχής.

 

Κι όμως, αν και το σινεμά του Όσιμα συνήθως εστιάζει στη χειρότερη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, εδώ καταλαβαίνουμε τους γονείς, τους συμπονούμε κατά ένα μέρος, έστω κι αν υιοθετούν συχνά απεχθή συμπεριφορά προς το αγόρι. Ακόμα και όταν έρχεται η τραγωδία, αυτό τούς συγχωρεί και προσπαθεί να αποτρέψει την καταδίκη τους. Κάποια φορμαλιστικά παιχνίδια –η αλλαγή των φίλτρων πχ.– φαντάζουν ξεπερασμένα και επιτηδευμένα σήμερα, μα η πλήρης αλλαγή του format στον επίλογο, όταν δηλαδή ο τρόπος αφήγησης μετατρέπεται σε εκείνον του ειδησεογραφικού ρεπορτάζ, αποδεικνύεται μια ιδιοφυής δημιουργική σύλληψη. Η είδηση μιλά για μια σατανική οικογένεια που έστηνε ατυχήματα και εκμεταλλευόταν αθώους πολίτες, προκαλώντας σε ένα τραγικό συμβάν. Εμείς, όμως, ξέρουμε όλη την αλήθεια, καθώς την παρακολουθήσαμε μέσα από τα μάτια του αγοριού, δηλαδή μέσα από το βλέμμα ενός παρατηρητή εξοπλισμένου με ένα απαραίτητο ανθρώπινο εργαλείο: αυτό της κατανόησης.