Τρεις είναι οι μεγάλες φάσεις στην καριέρα του Βιμ Βέντερς: η τριλογία των road movies από τα ’70s με την Αλίκη στις πόλεις, τη Λάθος Κίνηση και τους Βασιλιάδες του Δρόμου, τα πιο στυλιζαρισμένα, φιλόδοξα και ανοιχτών οριζόντων ’80s με τα Φτερά του Έρωτα και τον Χρυσό του Φοίνικα, το Παρίσι Τέξας, και η ιδιαίτερη, εστέτ ματιά του στο ντοκιμαντέρ με το άκρως επιτυχημένο Buena Vista Social Club, την Πίνα και το Αλάτι της Γης, και τα τρία υποψήφια για Όσκαρ στην κατηγορία τους. Είχαμε συμφιλιωθεί με την ιδέα πως ο άλλοτε πανίσχυρος Βιμ του νέου γερμανικού κινηματογράφου αριστεύει στην τεκμηρίωση και πράττει σοφά που στράφηκε εκεί, αλλά απογοητευτήκαμε αρκετά έως εντελώς με τις πρόσφατες απόπειρές του στη μυθοπλασία, τα Million Dollar Hotel, Land of Plenty και Submergence, που φανέρωναν την αμηχανία του στο είδος, τουλάχιστον στον αιώνα που διανύουμε, σαν να είχε χάσει έμπνευση και κίνητρο. Κανείς δεν περίμενε την ολική επαναφορά του με τις Υπέροχες Μέρες, ένα κομψοτέχνημα αισθητικής και αφήγησης, που μάλιστα ξεκίνησε τελείως αλλιώς, ως παραγγελιά για μικρού μήκους προώθηση από το Shibura Toilet Projects, τον πρότυπο οργανισμό δημόσιων τουαλετών του Τόκιο. Ο Βέντερς αντιπρότεινε μια επεξεργασία για ταινία μεγάλου μήκους, οι επενδυτές το δέχτηκαν και το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο η καλύτερη ταινία του εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, και μία από τις εξέχουσες της διαδρομής του, αλλά ένα σπουδαίο φιλμ χαρακτήρων, ή χαρακτήρα αν προτιμάτε, και ταυτόχρονα μια αυθεντικά ιαπωνική δημιουργία που λειτουργεί οικουμενικά, σύγχρονη, διαχρονική-, φόρος τιμής στον δηλωμένο του μάστερ, τον Γιαζουχίρο Όζου. 

 

Ο πρωταγωνιστής Χιραγιάμα καθαρίζει τις υπερσύγχρονες τουαλέτες με αφοσίωση που συναγωνίζεται την προσήλωση στην καθημερινή τελετουργία ενός μοναχικού ανθρώπου ο οποίος δεν ενοχλεί κανέναν, ζει σε ένα περιορισμένο χώρο, ακούει την παλιά του ροκ, τον Van Μorrison και τους Velvet από τις καλά τακτοποιημένες κασέτες του, διαβάζει τα βιβλία που μοιάζουν πολύτιμα και σημαντικά στα χέρια του και, στην καθιερωμένη του βόλτα στο πάρκο, απαθανατίζει το φως όπως ξεπροβάλλει από τις φυλλωσιές των δέντρων. Αυτό που οι Ιάπωνες έχουν βαφτίσει komorebi ο Χιραγιάμα το εμφανίζει από το φιλμ της παλιάς του φωτογραφικής μηχανής, και φυλάει τις εκτυπωμένες του λήψεις σε ένα κουτάκι, κρατώντας εκείνες που κρίνει πως αποδίδουν τη δέσμη φωτός πιο κοντά στη στιγμή και στη διάθεσή του. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή ενός ανθρώπου που αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές και τα περιττά λόγια· τις πρώτες σιωπηλές ημέρες διαδέχονται ταραγμένες στιγμές που αναστατώνουν την ηρεμία ενός φιλήσυχου λουδίτη. Ανάμεσα στις επαναλαμβανόμενες κινήσεις του μεθοδικού και πειθαρχημένου Χιραγιάμα, ενός υπερήφανου επαγγελματία που καθαρίζει τουαλέτες σαν να παραδίδει σεμινάριο και ζει αναλογικά, λακωνικά και ταπεινά, με χαρά για την αξιοπρεπή επιλογή του, διακρίνουμε τον καλά κρυμμένο πόνο να τρεμοπαίζει σαν βαριά σκιά μιας ζωής που έθαψε ανεπιστρεπτί, στη βραβευμένη στο Φεστιβάλ Καννών ερμηνεία του σπουδαίου καρατερίστα Κότζι Γιακούσο (13 Δολοφόνοι, Βαβέλ). Η ανατροπή φέρνει ένταση και συγκινήσεις και ο Βέντερς δεν διστάζει να πειράξει την ισορροπία που έχτισε στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας του για να σκάψει, μαζί με τον έξοχο ηθοποιό του, βαθιά στην ψυχή του, χωρίς να χρειαστεί να αποκαλύψει πολλά. Έχοντας κληρονομήσει το διάσημο κιαροσκούρο του εξπρεσιονισμού από το σινεμά της χώρας του, ο Βέντερς τολμά να διεισδύσει σε ένα λεπτό χαρακτηριστικό μιας διαφορετικής κουλτούρας, όπως το komorebi, που άλλωστε είναι και ο εναλλακτικός τίτλος της ταινίας, μαζί με το πρωτότυπο Perfect Days, παραδίδοντας μινιμαλισμό στους διαλόγους και τον τόνο, και ιμπρεσιονιστικές πινελιές στο φως και στο χρώμα. Με δεδομένο πως ο Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι και ο Χαγιάο Μιγιαζάκι έχουν ήδη κερδίσει Όσκαρ, η Ιαπωνία προτίμησε να υποβάλει τις Υπέροχες Μέρες στα φετινά διεθνή Όσκαρ και δικαιώθηκε, αφού το φιλμ βρίσκεται στην πεντάδα της κατηγορίας του μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στις Κάννες.