ΗΠυροσβεστική είναι από τις ελάχιστες υπηρεσίες του κράτους που δημιουργούν θετικά συναισθήματα στον πολίτη. Μια υπηρεσία για τα πολύ δύσκολα, με ανθρώπους που δίνουν όλο τους τον εαυτό για να φέρουν εις πέρας το έργο τους κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους είναι και ο Γιάννης Κωνσταντόπουλος. Υπηρετεί στη Μονάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών ,τη γνωστή μας ΕΜΑΚ. Γεννημένος το 1965, μπήκε στο Σώμα το 1987, «τότε που η ΕΜΑΚ ήταν στα σπάργανα», όπως λέει ο ίδιος. Έχει το βαθμό του πυρονόμου και ήταν παρών σε όλες τις μεγάλες καταστροφές, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε κάθε σημείο του πλανήτη, όπου χρειάστηκε να επέμβει η μονάδα του. «Η ΕΜΑΚ έχει παιδιά με φιλότιμο, με ενθουσιασμό» σημειώνει. «Η ηθική ανταμοιβή είναι ό,τι μας μένει, το ευχαριστώ του κόσμου, το χτύπημα στην πλάτη, γιατί, κακά τα ψέματα, υλικά δεν ανταμειβόμαστε όσο θα έπρεπε». Θυμάται μια κοινή επιχείρηση σε βουνό με Γάλλους διασώστες. «Το βράδυ οι Γάλλοι ρωτούσαν πού είναι το ξενοδοχείο που θα κοιμηθούν. Εμάς μας αρκούσε μία πέτρα για να γείρουμε». Έδωσε όλες του τις δυνάμεις στις μεγάλες καταστροφές, από τους σεισμούς του Αιγίου μέχρι τους σεισμούς της Αθήνας το 1999 και την πτώση του αεροσκάφους της ΗΛΙΟΣ πριν από δύο χρόνια. Αυτή ήταν και η πιο έντονη στιγμή που έχει ζήσει. «Είχε πάρα πολλά παιδιά» λέει ο Γιάννης Κωνσταντόπουλος και «σκοτεινιάζει». «Για μία εβδομάδα έπεφτα για ύπνο και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Περνούσαν από μπροστά μου οι τρομερές εικόνες, σκεφτόμουν ό,τι είδα δει, τα μικρά παιδιά». «Θα έπρεπε να υπάρχει ένας ψυχολόγος, μίαψυχολογική στήριξη ειδικά για τα παιδιά της ΕΜΑΚ. Συμμετέχουμε σε τραγικά συμβάντα, δεν είναι εύκολο να ξεπεράσεις αυτά που βλέπεις, σε σημαδεύουν». Η πιο συγκινητική στιγμή του ήταν η διάσωση του μικρού Ανδρέα στο Αίγιο. «Το παιδί ήταν πλακωμένο στα ερείπια δύο 24ωρα. Ήμουν ο πρώτος που τον άκουσα όταν κάποια στιγμή απάντησε στις κραυγές του πατέρα του. Μαζί με έναν συνάδελφο αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε από χαρά. Σκάβαμε όλη τη νύχτα και μέχρι το επόμενο βράδυ ώσπου βγήκε υγιέστατος από τα ερείπια». Σκέφτεται τους ανθρώπους που σώζει, με αρκετούς διατηρεί επαφές. «Θυμάμαι τον Τζαννή, το παιδάκι που σώσαμε στο σεισμό του '99. Ερχόταν Χριστούγεννα και Πάσχα πάντα με δώρα και γλυκά για τους πυροσβέστες και περνούσαμε μαζί τις γιορτές. Αυτά είναι που σε κρατάνε».

ΟΝίκος Τσιπλακίδης είναι νεότερος. Υπηρετεί στον 9ο Πυροσβεστικό Σταθμό. Γεννημένος το 1971, κατατάχθηκε στο Σώμα το 1999. Πρώτη του επιχείρηση ένα σκυλί που είχε πέσει σε πηγάδι. «Όσο άγριο κι αν είναι το ζώο, όταν κινδυνεύει ηρεμεί, ξέρει ότι είσαι ο σωτήρας του» λέει ο Νίκος. Από τότε έχει πάρει μέρος σε πάρα πολλές επιχειρήσεις και έχει κινδυνεύσει άμεσα δύο φορές. Η μία ήταν το 2002 σε φωτιά στην Πάρνηθα. «Ήταν Πρωτομαγιά, κάποιοι βάλανε φωτιά να ψήσουνε και τους ξέφυγε. Πέσαμε πάνω στο μέτωπο της φωτιάς με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούμε. Θες από θαύμα, θες από τύχη, η φωτιά πέρασε πάνω από τα κεφάλια μας μέσα σε ένα κατακόκκινο τοπίο, έκαψε όλα τα πεύκα και εμάς μας άφησε απείραχτους. Μας καψάλισε τα μαλλιά μόνο - παρά τρίχα στην κυριολεξία». Κινδύνευσε όμως και στην πυρκαγιά του καλοκαιριού στηνΠεντέλη. «Τέτοια ένταση φωτιάς εγώ δεν έχω ξαναδεί πουθενά» θυμάται ο Νίκος. «Μέσα σε 5 ώρες είχε κατακάψει όλο το δυτικό κομμάτι της Πεντέλης. Ακόμα και οι πέτρες είχανε σκάσει». «Το δικό μας αυτοκίνητο έφτασε πρώτο και στην πυρκαγιά και όταν την είδα είπα πως είναι υπόθεση 20 λεπτών να τη μαζέψουμε. Ξαφνικά άπλωσε σε όλο το βουνό. Λες και την πήρε ένα χέρι και τη σκόρπισε παντού. Μας κύκλωσε η φωτιά, είμαστε 20 αυτοκίνητα. Μπροστά από εμένα κάηκε ένα πυροσβεστικό. Κινδύνευσαν συνάδελφοι, ευτυχώς καταφέραμε να τους απεγκλωβίσουμε. Αν δεν είχα την ψυχραιμία να σταματήσω λίγο πιο πίσω εγώ και να κρατήσω τα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν με πολίτες, θα είχαμε θρηνήσει θύματα. Από το αυτοκίνητο έμεινε μόνο το σασί». Ο Νίκος θυμάται και τις αρνητικές αντιδράσεις του κόσμου στις φωτιές της Πεντέλης. «Μπήκαμε σε σπίτια και βγάλαμε κόσμο, παιδιά που κινδύνευαν, παππούδες και γιαγιάδες. Εμείς κινδυνεύαμε και οι κάτοικοι μας κοιτούσαν σαν να έλεγαν "εσείς φταίτε που καήκαμε". Κανένας δεν είπε ένα θετικό λόγο. Μόνο ο πρόεδρος του Παναθηναϊκού, ο κύριοςΓιαννακόπουλος που μένει εκεί, μου χτύπησε την πλάτη και μου είπε "Κουράγιο, παιδί μου. Ξέρω πόσο κουράζεστε, υπομονή, μη δίνετε σημασία, κλείστε τ' αυτιά και κάντε τη δουλειά σας"». «Σταθήκαμε μπροστά στη φωτιά. Τι άλλο έπρεπε να κάνουμε;» αναρωτιέται ο Νίκος που έχει συμμετάσχει και σε επιχειρήσεις απεγκλωβισμού ανθρώπων σε τροχαία. «Τις περισσότερες φορές ο κόσμος που βγάζουμε είναι εν ζωή. Θα πρέπει να κάνεις τέτοιους χειρισμούς ώστε να μη τον στρεσάρεις, να μη τον πονέσεις, να σε εμπιστευθεί ότι θα του σώσεις τη ζωή. Τέτοιες προσπάθειες απαιτούν χρόνο και ο χρόνος είναι εχθρός». «Το πρόβλημα είναι», συνεχίζει ο Νίκος, «ότι πολλοί δεν έχουμε πάρει τα απαραίτητα εφόδια για να κάνουμε αυτή τη δουλειά. Δεν ξέρουμε πρώτες βοήθειες, πολλοί έχουμε μάθει από μόνοι μας. Το ΕΚΑΒ έρχεται και παραλαμβάνει τραυματίες, δεν μετέχει στη διαδικασία, στην αρχή δεν πλησιάζανε καν». «Όχι ,δεν θέλω να έχω συναισθηματικό δέσιμο με ανθρώπους που σώθηκαν. Δεν θέλω να ξέρουν ποιος τους έβγαλε. Ας ξέρουν ότι ήταν ο Χ πυροσβέστης. Τίποτα άλλο».

Θεόφιλος Δουμάνης