Francois Dubois, Η σφαγή της νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου

Η σφαγή της ημέρας του Αγίου Βαρθολομαίου του François Dubois, 1572 

 

 

[Aπό τη Χριστίνα Γαλανοπούλου]

 

Μας μεγαλώνουν  -συνήθως- «πουπουλένια». Ροζ και Χιονάτες και κραγιόν για τα κορίτσια. Σιέλ και Ζορό και νεροπίστολα για τ’ αγόρια. Και κάπου στο ενδιάμεσο με υποσχέσεις για εκείνον / εκείνην που θα ‘ρθει ως επίλογος του παραμυθιού, «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».

 

Ανθρώπινα σωστό, κοινωνικά τραγωδία. Γιατί μεγαλώνοντας «τρυφερά», το κεφάλι «βρίσκει» πιο εύκολα στις «γωνίες», το πέλμα «έλκει» τ’ «αγκάθια» για καιρό και μέχρι να γίνεις αγκάθι κι ο ίδιος –που μπορεί και ποτέ- έχεις φάει τη μισή διαδρομή σε έρωτες που φαίνονταν, αλλά δεν ήταν, ήταν, αλλά δεν είδες, είδες, αλλά δεν πρόλαβες ή δεν ήθελες.

 

Όπου απλώς υπέθετες –κάποτε με πίστη, κάποτε παραιτημένα- ότι για να κάνουν όλοι έτσι, έτσι είναι. Μόνο που μακριά από την οικογενειακή προστατευτική φούσκα, εκεί που μετά από τοση τρυφερότητα και τόσο παραμύθι, τι να φτουρήσουν πέντε δέκα «να προσέχεις», η Χιονάτη ενδέχεται να είναι τόσο «χτυπημένη», όσο «φωνάζει» το τρικολόρε φουστάνι κι ο κόκκινος φιόγκος στο κεφάλι και ο Ζορό τόσο λέρα, που καλά κάνει και κυκλοφορεί με μάσκα για να κρύβει την ξεφτίλα.

 

Γιατί ο έρωτας δεν είναι ούτε συννεφάκια και πουλάκια πάνω στο κλαδί ούτε «λογοτεχνία» της μίας χρήσης ούτε δεκάλογοι επιτυχημένης παστάδας στο διαδίκτυο και μέχρι να συνέρθεις από τα χαστούκια που κάνουν μεγαλύτερο «κλατς» σε τρυφερά μαγουλάκια, κανείς δεν σ’ έχει προειδοποιήσει ότι το «παραμύθι» έχει και δράκο και συναισθηματική αναπηρία και διγλωσσία και επαγγελματίες του είδους, που επαναλαμβάνουν μονότονα, ελαφρώς παραλλαγμένες ατάκες σε κάθε «άλλο μισό» που συναντάνε και που και που και λίγο αίμα.

 

Δεν είναι μικροαστικό όνειρο μονόπετρου και πέπλου και τριών τεσσάρων σορμπέ απογόνων κάτω απ’ την πέργκολα, δεν είναι καθόλου υπεράνω και ιδανικός, δεν είναι για «ξεγοφιάσματα» στο Facebook –τώρα να τον γλείφεις κι αύριο να τον ξεφτιλίζεις – δεν είναι λόγια.

 

Είναι σιωπή και θολούρα, ζόρι χοντρό που ξέρουν λίγοι, συνθήκη εμπόλεμης ειρήνης, πράξεις οριστικές και αμετάκλητες, συνήθως ηρωικές, φωτιές, όχι δροσιές και μαλακίες, όχι τραγουδάκια και ψευτο-υπονοούμενα, ανυποχώρητα πράγματα ή τ’ ουρανού ή του χαμού, πολύ ιδιωτική υπόθεση, δηλαδή, ίδιο μπόι με το πένθος.

Δεν είναι δειλία.

 

Κι αν είναι όλα αυτά που η ανατροφή, η συγκυρία και η ψευτο-ανετίλα έχουν εξαφανίσει, τα ίδια είναι που θα κάνουν πάντα πιο ενδιαφέροντες αυτούς, που μια ωραία πρωία (μπορεί να 'ταν και βράδυ, αδιάφορο) πήραν στο χέρι μαζί με τα παπούτσια και την καρδιά τους, αφού την πέρασαν μια βόλτα απ’ την τοστιέρα.

 

Τέτοιους ρωτάς συνήθως για να πιαστείς και να συνέρθεις απ’ τα ναυάγια, η δική τους κουβέντα αξίζει, κυρίως λόγω διαδρομής (και πολλών άνετων που μαζεύτηκαν τριγύρω).

 

Αν το ταξίδι είναι που μετράει, από το πάτωμα στον κάτω κόσμο κι από εκεί ξανά εδώ, έχουν περισσότερα να πουν.  Αυτούς (να) αγαπάς. Αυτοί είναι ο έρωτας.