Τα σκουπίδια ήταν πιο πολλά από συνήθως.

 

 

Μαργαρίτα Καραπάνου

Ο υπνοβάτης

 

 

 
 
Μερικοί το πρόσεξαν,παραπονέθηκαν στο Δήμο: ο Δήμος τους είπε πως ο σκουπιδιάρης έπινε πολύ και ξέχναγε να περάσει, ή μπέρδευε τις μέρες. Πριν, τ'αφήνανε στις γωνίες των δρόμων το πρωί πριν απ'τις επτά.  Άρχισαν να τα πηγαίνουν αργότερα.
 

 

'Υστερα τα πηγαίνανε ό,τι ώρα νάναι. Τα πέταγαν στη μέση του δρόμου,τα πέταγαν απ'τα μπαλκόνια,τις ταράτσες. Τα παιδιά είχανε βρεί το καινούργιο τους παιχνίδι. Ψαχουλεύανε μέσα στις σακούλες, φτιάχνανε κούκλες με κόκαλα από κοτόπουλο.
 

 

 


Οι σακούλες άρχισαν να στοιβάζονται σε μικρούς σωρούς σ'όλη τη πόλη.
 

 

 

Η πόλη βρώμισε.
 

 

 

Κι' ένα πρωί ξυπνήσανε και τα σκουπίδια τους είχανε κυκλώσει.
 

 

 


Κανείς δεν τα μάζευε πια. Οι μαύρες σακούλες φράξανε τους δρόμους, υψώθηκαν μέχρι τις ταράτσες. Ο ήλιος τις χτύπαγε την ημέρα, η ζεστή πέτρα τις άναβε τη νύχτα. Κανείς δεν νοιαζόταν. Η μόνη στιγμή που οι κάτοικοι έβγαιναν από τα σπίτια τους, ήταν για να πετάξουν κι άλλες.
 

 

 

Είχανε πάθει μια λατρεία για τη δυσοσμία,για τη μόλυνση. Την ίδια λατρεία που είχαν άλλοτε,όταν βάφανε τις πόρτες τους και ασβεστώνανε τις σκάλες τους. Τώρα βγαίνανε με τη σακούλα και την πέταγαν στα τυφλά.
 

 
 
Η σακούλα έσκαγε. Παρ'όλη τη ζέστη τα σκουπίδια παραμένανε υγρά, δεμένα μεταξύ τους από μια αόρατη παχύρευστη βλέννα και μοιάζανε ζωντανά. Σα νάχανε σκάσει απ το φαϊ, και να χωνεύανε τώρα στον ήλιο.
 

 


Μια νύχτα ο Μανώλης ξύπνησε απότομα. Έσκυψε απ το παράθυρο. Η μυρωδιά τον χτύπησε,σαν νάχε πέσει πάνω σε κάποιον σώμα με σώμα. Φόρεσε γρήγορα τη στολή του, βγήκε τρέχοντας στο δρόμο.
«Πρέπει να είμαι άμεμπτος»,σκέφτηκε.
 

 


Έπεσε πολλές φορές,βυθίστηκε μέσα σε άγνωστες ύλες σε αποσύνθεση. Τον έπιασε μια ανυπομονησία, ένας πυρετός. «Εγώ θα καθαρίσω το νησί,τον κόσμο. Αν δεν τα καθαρίσω εγώ ποιος θα το κάνει;»
 

 

 

Στάθηκε για μια στιγμή στην κορυφή. Μετά κατρακύλησε από την άλλη μεριά, βρέθηκε στο λιμάνι. Στην αρχή ζαλίστηκε. Δεν αναγνώριζε τίποτα. Τα σκουπίδια που σκεπάζανε την προκυμαία είχαν αλλοιώσει τη μορφή της. Υψωνόντουσαν, σχημάτιζαν κρατήρες, μετατρέποντας το λιμάνι σ'ένα τοπίο σεληνιακό. Οι μαύρες σακούλες κάλυπταν τα σπίτια μέχρι τις σκεπές.
 

 

 

Ο Μανώλης γονάτισε μέσα στα σάπια κρέατα,στα μουχλιασμένα φρούτα,σε σχισμένα βιβλία. Άρπαζε αγκαλιές,έτρεχε και τα έριχνε στη θάλασσα. « Εγώ» έλεγε, «εγώ,εγω,εγώ». Πιο γρήγορα ,πιο βίαια, βυθιζότανε ολόκληρος μέσα στα σκουπίδια. Τα πέταγε στη θάλασσα. Η θάλασσα γινότανε θολή,παχύρευστη.
 

 


Συστηματικά ο Μανώλης προχωρούσε προς το κέντρο.
Χάραζε. Το φως ήτανε κι αυτό θολό,παχύρευστο. Είχε φτάσει σχεδόν στο τελευταίο καφενείο ,εκεί όπου το λιμάνι στρίβει και πάει προς τα κανόνια. Κάποιος καθότανε σε μια καρέκλα, ήτανε ο Μαρκ. Μπροστά του είχε στημένο ένα καβαλέτο. Είχε γυρισμένη την πλάτη του στη θάλασσα και κοίταζε ένα βουνό από σακούλες. Έγερνε πίσω το κεφάλι του για να δεί καλύτερα, ζωγράφιζε αργά.
«Είσαι τρελός;» ρώτησε ο Μανώλης.
 

 


Ο Μαρκ τον κοίταξε χωρίς καμμιά έκπληξη. «Ονειρευόμουνα πάντα να ζωγραφίσω μια ολόκληρη σειρά με θέμα τα σκουπίδια. Από παιδί,ασκούσαν πάνω μου μια έλξη. Πάντα ήθελα να εκφράσω την οργανική συγγένεια που αποκτούσαν, με την αποσύνθεση, ουσίες και ύλες τόσο ετερόκλητες μεταξύ τους. Και τώρα, εδώ,μπροστά σ αυτή την Αποκάλυψη, πέφτω γονατιστός. Λατρεύω».
 

 


«Μα αυτό μεγαλώνει μόνο του.Έχει αγριέψει.Αναπαράγεται τρελά,σαν αρρώστια» είπε ο Μανώλης κι'έσκυψε το κεφάλι κι άρχισε πάλι να πετάει σκουπίδια στη θάλασσα.
Είχε ξημερώσει.
Ο ουρανός ήτανε γκρίζος,μουντός.
Από την άπνοια, η ζέστη ήταν πηχτή.
 

 


Η υγρασία πότιζε τις πλάκες στο λιμάνι, κρατούσε τα σκουπίδια φρέσκα,ζωντανά.
Ανθίζανε.

 

 

 


Οι σακούλες σκεπασμένες από μια πάχνη,γκρίζες κάτω απ'αυτό το φως. Μεταλλικές σαν ορυκτό, είχαν αφανίσει το νησί τελείως.
 

 


Και όλα βράζανε, βρεμένα, σαν να γινότανε κάποια μυστική απόσταξη.