Η Βασιλική Ασημακοπούλου, διαθέτει εργαστήριο παραδοσιακών χειροποίητων ενδυμασιών στη Φανερωμένη του δήμου Φαρκαδόνας  και έχει καταφέρει να κάνει εξαγωγές σε όλο τον κόσμο.

 

Οι χειροποίητες παραδοσιακές φορεσιές που με με πολύ προσωπική δουλειά κατασκευάζει στο εργαστήριό της ταξιδεύουν σε διάφορες χώρες του κόσμου, εκεί που υπάρχει έντονο το στοιχείο του ελληνισμού.

 

«Ντύνουν συλλόγους ελληνικούς, μετά από παραγγελία που κάνουν στο εργαστήριό μας», λέει μιλώντας για τη δουλειά που επέλεξε να κάνει εν μέσω κρίσης.

 

Μπορεί η αγάπη για αυτό που κάνεις να αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να πετύχεις, σήμερα όμως δεν αρκεί. Και εξηγεί:«Πρέπει συνέχεια να ψάχνεις, να κάνεις καινούργια πράγματα για το προϊόν σου. Και φυσικά η κατεύθυνση να είναι κυρίως σε αγορές εκτός της χώρας. Οι χειροποίητες παραδοσιακές ενδυμασίες που φτιάχνω στο εργαστήριό μου,"ταξιδεύουν" σε διάφορες χώρες του κόσμου, εκεί που υπάρχει έντονο το στοιχείο του ελληνισμού. Ντύνουν συλλόγους ελληνικούς, μετά από παραγγελία που κάνουν στο εργαστήριό μας», λέει στο ΑΠΕ.

 

 

 

Όσον αφορά στο εγχείρημα αυτό, η κ. Ασημακοπούλουσημειώνει πως «απαιτεί αρκετή δουλειά προκειμένου να εντοπίσουμε τους συλλόγους, να τους παρουσιάσουμε τα προϊόντα μας και στη συνέχεια να επιλέξουν από την πλούσια γκάμα που διαθέτει το εργαστήριό μας». «Νιώθω, συνεχίζει μεγάλη ικανοποίηση για αυτό που κάνω, αν και πρόκειται για μια κοπιαστική εργασία μέχρι να ολοκληρωθεί μια φορεσιά, καθώς μέσα από αυτές τις χειροποίητες στολές αναδεικνύεται ένα κομμάτι της τοπικής ιστορίας και πολιτισμού κάθε περιοχής μας. Πρόκειται για ενδυμασίες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική δομή των κατοίκων μιας περιοχής, όπως και στο συγκερασμό επαγγελμάτων και οικονομικής ανάπτυξης». Μιλώντας για την καραγκούνικη φορεσιά, την πιο δύσκολη και απαιτητική μέχρι να πάρει ολοκληρωμένη μορφή, σημειώνει ότι στο παρελθόν τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά.

 

«Η επεξεργασία του μαλλιού, κατασκευή και διακόσμηση, το κέντημα και φούντιασμα του πουκαμίσου, τα κεντήματα της ποδιάς, του μαντηλιού και προπαντός το έργο του παλιού ελληνοράφτη που για 10 έως 15 ημέρες καλούνταν στο σπίτι τής υποψήφιας για γάμο κοπέλας να κεντήσει τους σαϊάδες, τα καβάδια, τις ρούχινες ποδιές αποτελούν τα βασικότερα τμήματα της καραγκούνικης φορεσιάς. Πρόκειται για τεχνικές και μεθόδους της παλιάς εποχής». Η καραγκούνικη φορεσιά στον νομό Τρικάλων, συνεχίζει η κ. Ασημακοπούλου , παρουσιάζει μεγάλο πλούτο και συγκερασμό στοιχείων σε μια ποικιλία μεγαλύτερη από εκείνη του νομού Καρδίτσας, που δημιουργεί περισσότερες επί μέρους ενδυματολογικές ομάδες οικισμών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

 

 

 

 

 

Αυτό οφείλεται, σύμφωνα με την ίδια, στη γεωγραφική θέση τής περιοχής, δεδομένου ότι από παλαιοτάτων χρόνων αποτελεί πέρασμα για τα καραβάνια των εμπόρων που μετέφεραν πρώτες ύλες και πολύτιμα είδη από την Ευρώπη. Έφταναν στα Γιάννενα και από εκεί στις υπόλοιπες θεσσαλικές πόλεις μέσω των Τρικάλων. Άλλωστε η Τρίκκη υπήρξε επί αιώνες πρωτεύουσα της Θεσσαλίας (από την αρχαιότητα μέχρι και την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού) και αποτελούσε ονομαστό κέντρο διακίνησης πνευματικών και υλικών στοιχείων.

 

Η αίγλη και ωραιότητα της καραγκούνικης φορεσιάς των Τρικάλων δεν ξεφεύγει και από την αντίληψη των ουδέτερων επισκεπτών της περιοχής, όπως και ξένων περιηγητών οι οποίοι αναφέρονται σ' αυτή με περίσσιο θαυμασμό .

 

«Το ουδέτερο μάτι του ξένου τοπιογράφου Edward Lear που επισκέφτηκε τη Θεσσαλία από τις 15 έως τις 26 Μαΐου 1849 και διερχόμενος τη διαδρομή από τα Τρίκαλα προς το χωριό Νομή, τόσο κατά την κάθοδο όσο και κατά την επάνοδό του που τυχαία απολαμβάνει σε ένα καραγκούνικο γάμο, παρατηρεί τις Καραγκούνες και περιγράφει την πολύχρωμη φορεσιά τους, χαρακτηρίζοντας αυτές ως τις ωραιότερες γυναίκες στην Ελλάδα», καταλήγει.