Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΣ μοιάζει να πιστεύει ότι η πολιτική είναι σαν τη μόδα: κι αν κάτι περάσει, κάποια στιγμή επιστρέφει. Το πρόβλημα είναι ότι στην πολιτική, όπως και στη μόδα, δεν είναι όλα τα παλιά vintage. Μερικά είναι απλώς παλιά.
Αυτές τις μέρες, καθώς το όνομά του βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα και το νέο του κόμμα φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά, ανέτρεξα σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στον σπουδαίο δημοσιογράφο Αντώνη Καρκαγιάννη. Την έχω ακόμη στο αρχείο μου. Εκεί, με τον γνωστό του στόμφο, έλεγε: «Δεν θα επιστρέψω στη ΝΔ και αν ακόμη αλλάξουν οι πολιτικές συνθήκες, έστω και αν με καλέσουν για να γίνω ο “αρχηγός” της».
Ο Σαμαράς έχει ένα σπάνιο πολιτικό χάρισμα: μπορεί να μετατρέπει κάθε προσωπική του ήττα σε δήθεν εθνική δικαίωση. Δεν έχασε μια εκλογική μάχη, τον αδίκησε η ιστορία. Δεν απομονώθηκε πολιτικά, αντιστάθηκε. Δεν έμεινε πίσω από τις εξελίξεις, έμεινε πιστός στις αρχές του.
Κάνουμε μια γρήγορη αναδρομή και θυμόμαστε: ο Σαμαράς έχει ξαναφτιάξει κόμμα. Την Πολιτική Άνοιξη. Έχει διασπάσει ξανά τη Νέα Δημοκρατία. Έχει ξαναβρεθεί απέναντί της. Έχει επιστρέψει στη Νέα Δημοκρατία. Έχει γίνει αρχηγός της, με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ιστορία της να καταγράφεται στις εκλογές του 2012. Έχει γίνει πρωθυπουργός, αφήνοντας πίσω του μια πολιτική κληρονομιά που κάθε άλλο παρά έχει μείνει αλώβητη. Και τώρα, αρκετά χρόνια αργότερα, ετοιμάζεται να ξαναστήσει το ίδιο έργο με καινούργιο σκηνικό.
Μου θυμίζει εκείνον τον καλεσμένο που έχει φύγει από το πάρτι, έχει χαιρετήσει τους πάντες, έχει πάρει το παλτό του, έχει φτάσει μέχρι την πόρτα και, λίγο πριν φύγει, επιστρέφει για να πει άλλη μία τελευταία κουβέντα. Μόνο που, στην περίπτωσή του, η τελευταία κουβέντα διαρκεί περισσότερο από το ίδιο το πάρτι. Κουραστικό; Προφανώς.
Εδώ και αρκετό καιρό, λοιπόν, τον ακούμε να λέει ότι σκέφτεται να φτιάξει κόμμα. Κι αν συνεχίσει έτσι, πάει για ένα ιδιότυπο ρεκόρ Γκίνες: εδώ και περίπου δεκαπέντε μήνες αφήνει να διαρρέουν πληροφορίες, το διαψεύδει, το ξανασκέφτεται και εμείς ακόμη περιμένουμε να δούμε το κόμμα. Τώρα, πάντως, φαίνεται πως η υπόθεση έχει μπει στην τελική ευθεία.
Είναι γεγονός ότι το καινούργιο κόμμα θα είναι φτιαγμένο από παλιά υλικά. Τα ίδια λογύδρια, οι ίδιες μεγάλες λέξεις, με λίγο από social media και μια κάπως boomer ματιά πάνω στη σύγχρονη πολιτική. Η γνωστή Ελλάδα των «άλλων», η πολιτική των προδομένων, η εθνική αγωνία σε μεγάλες δόσεις και, κυρίως, η αίσθηση ότι κάπου υπάρχει μια άλλη, αυθεντική Ελλάδα, η οποία περιμένει υπομονετικά να την ξανασώσει κάποιος που ξέρει καλύτερα από όλους τι πήγε στραβά. Η woke ατζέντα, τα ομόφυλα ζευγάρια, η πατρίδα, το αναμμένο καντήλι στις εκκλησιές, η Τουρκία που καραδοκεί, η εθνική αξιοπρέπεια που δήθεν χάθηκε, η Ελλάδα που δεν αναγνωρίζουμε πια. Όλες οι προβλέψιμες ατάκες βρίσκονται στη θέση τους. Είναι σαν να ανοίγεις ένα παλιό συρτάρι και να βρίσκεις μέσα, τακτοποιημένα, όλα τα επιχειρήματα μιας άλλης εποχής.
Μόνο που να θυμίσουμε ότι ο άνθρωπος που τα λέει δεν είναι απλώς ένας σχολιαστής της ιστορίας. Έχει υπάρξει μέρος της. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη κυβερνήσει. Έχει ήδη υπάρξει αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας. Έχει ήδη βρεθεί στο Μέγαρο Μαξίμου. Και τι να πρωτοθυμηθούμε; Ας σταθούμε μόνο στην ΕΡΤ. Εκείνο το μαύρο στην οθόνη σαν άλλη δικτατορία. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές αποφάσεις της κυβέρνησής του, η οποία σημάδεψε όσο λίγες τη δική του περίοδο στην εξουσία. Μήπως είναι άραγε αυτό που θυμάται ο κόσμος όταν ακούει σήμερα για «πατρίδα», «αξίες» και «Ελλάδα»;
Ο Σαμαράς, βέβαια, έχει ένα σπάνιο πολιτικό χάρισμα: μπορεί να μετατρέπει κάθε προσωπική του ήττα σε δήθεν εθνική δικαίωση. Δεν έχασε μια εκλογική μάχη, τον αδίκησε η ιστορία. Δεν απομονώθηκε πολιτικά, αντιστάθηκε. Δεν έμεινε πίσω από τις εξελίξεις, έμεινε πιστός στις αρχές του. Κάπως έτσι, με αρκετή επιμονή και ακόμη περισσότερη αυτοπεποίθηση, ο πολιτικός αποτυγχάνει να αποχωρήσει από την πολιτική σκηνή επειδή έχει πείσει τον εαυτό του ότι η σκηνή δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς εκείνον.
Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν είναι αν ο Σαμαράς μπορεί να ιδρύσει κόμμα. Προφανώς και μπορεί. Στην Ελλάδα, άλλωστε, η ίδρυση κόμματος είναι ευκολότερη από το να συγκεντρωθούν τα κοινόχρηστα μιας πολυκατοικίας. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ακριβώς θα προσπαθήσει να πει στους ψηφοφόρους που δεν έχει ήδη πει. Ότι η Νέα Δημοκρατία αλλοιώθηκε; Το ακούμε να το λέει εδώ και χρόνια, ενώ η ΝΔ συμπληρώνει ήδη 8 χρόνια διακυβέρνησης. Ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εκφράζει πια την «παράταξη»; Το έχει διατυμπανίσει επανειλημμένα, κι ας είναι πλέον ο Κ. Μητσοτάκης ο μακροβιότερος «γαλάζιος» πρωθυπουργός. Ότι υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας που αισθάνεται πολιτικά ορφανό; Ασφαλώς και υπάρχει. Γιατί, όμως, αυτό το ορφανό κομμάτι να επιστρέψει στον πολιτικό πατέρα του 1993; Τον άνθρωπο που έριξε την κυβέρνηση του πατρός Μητσοτάκη και στους ψηφοφόρους της ΝΔ φαίνεται σαν να έρχεται και πάλι να κάνει το ίδιο πράγμα; Άλλωστε, το να είσαι εναντίον του Μητσοτάκη δεν συνιστά πολιτικό πρόγραμμα.
Το ερώτημα για τον Σαμαρά είναι πολύ πιο πεζό και, γι’ αυτό, πολύ πιο δύσκολο: ποιο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας έρχεται να λύσει; Την ακρίβεια; Τη στέγαση; Τη δημόσια υγεία; Την παραγωγικότητα; Τη σχέση της χώρας με την Ευρώπη; Το δημογραφικό; Ή μήπως το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας είναι ότι ο Αντώνης Σαμαράς δεν διαθέτει πλέον δικό του κόμμα;
Και μετά υπάρχει το ακόμη πιο ενδιαφέρον ερώτημα: ποιοι θα το στελεχώσουν; Γιατί, αν οι νέες ιδέες έρχονται με τα ίδια παλιά δεξιά «εξαπτέρυγα» που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα να κυκλοφορούν, τότε το καινούργιο κόμμα κινδυνεύει να μοιάζει περισσότερο με reunion παλιών συμμαθητών παρά με πολιτική πρόταση. Η σαμαρική επιστροφή παρουσιάζεται ως κάτι καινούργιο, ενώ μοιάζει όλο και περισσότερο με επανέκδοση. Μόνο που οι επανεκδόσεις έχουν ένα μικρό πρόβλημα: τις θυμούνται συνήθως όσοι αγόρασαν την πρώτη έκδοση.
Και η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 1993, ούτε του 2012, ούτε καν του 2015. Οι ψηφοφόροι έχουν άλλα άγχη, άλλες προτεραιότητες και, κυρίως, τους απασχολούν άλλα ερωτήματα. Είναι δύσκολο να πείσεις μια κοινωνία που παλεύει με το κόστος ζωής, τη στέγαση και την καθημερινότητα ότι η μεγάλη πολιτική εκκρεμότητα της εποχής είναι η αποκατάσταση μιας παλιάς, δεξιάς τάξης πραγμάτων.
Πάντως, για να επιστρέψω εκεί απ' όπου ξεκίνησα, να πω ότι η επιστροφή αυτή μού φέρνει στο μυαλό κάποιον που ανοίγει μια παλιά ντουλάπα, βρίσκει μια ξεχασμένη βιντεοκασέτα με την ένδειξη «1993» και ψάχνει επίμονα να βρει ένα μηχάνημα για να την παίξει. Μόνο που, ακόμη κι αν βρεθεί το μηχάνημα, η κασέτα δεν γίνεται ξανά παρόν και το παρελθόν δεν γίνεται μέλλον απλώς επειδή του αλλάξαμε το όνομα του αρχείου. Επίσης, υπάρχει ο κίνδυνος να μην παίζει και να σου βγάλει μαύρο στην οθόνη, ένα χρώμα γνώριμο στον κ. Σαμαρά.